Η ανατομία ενός λογαριασμού σε κυπριακή ψαροταβέρνα

Και ξαφνικά, ένα μεσημέρι Κυριακής, σε μια παραλιακή ψαροταβέρνα, συνειδητοποιώ πως έστω κι αν ζούμε σε νησί, έστω κι αν είμαστε νησιώτες (;), απαγορεύεται να φάμε φρέσκο ψάρι. Και λέω απαγορεύεται γιατί απλά οι τιμές είναι απαγορευτικές.

«Φίλε, το ένα καλαμάρι σχάρας χρεώθηκε €14 και το άλλο €55» λέω στον σερβιτόρο παρατηρώντας αρχικά τον λογαριασμό. «Γιατί;».

«Το ένα είναι το τηγανητό και το άλλο στη σχάρα» απαντά κι εγώ περίμενα να γελάσει κάποιος με το αστείο, αλλά τίποτα. Σκέφτηκα να τον ρωτήσω κατά πόσο ακρίβυναν τα κάρβουνα αλλά προτίμησα αντί να ελαφρύνω το κλίμα με το σαχλό αγγλοσαξονικό χιούμορ μου, να περιμένω να δω τι άλλο θα μου έλεγε, αφού η πρώτη αντίδραση-δικαιολογία δεν μπορούσε να σταθεί από μόνη της.

«Είναι φρέσκο, κυπριακό, 55 ευρώ το κιλό. Εγώ πουλάω περίπου 200 κιλά τον χρόνο, τα οποία χρειάζομαι 5 μήνες για να τα πιάσω… Το άλλο που σου έφερα σε μερίδα, αυτό των 14 ευρώ, δεν είναι φρέσκο».

Άσχετο, αλλά τόσο στον κατάλογο όσο και στην απόδειξη, λέει ξεκάθαρα ότι είναι φρέσκο και το καλαμάρι σε μερίδα, κι εμείς μόλις ενημερωθήκαμε πως όχι, τελικά δεν είναι…

Η αλήθεια είναι πως, για το μόνο που δεν ρωτήσαμε τιμή, ήταν για αυτό το φρέσκο το καλαμάρι που επιλέξαμε από τη βιτρίνα. Ούτε καν είδαμε πόσο ζύγιζε, απλώς γιατί δεν υπολογίσαμε πως συγκαταλέγεται στη σπάνια κατηγορία «φρέσκο κυπριακό ψάρι». Κάναμε λάθος; Ενδεχομένως… Ποτέ όμως δεν κατάλαβα γιατί η τιμή του φρέσκου κυπριακού ψαριού είναι στον ουρανό.

Γιατί ενώ ζω σε νησί, να είναι απαγορευτικό να φάω ένα φρέσκο ψάρι; Και δεν μιλώ κατ’ ανάγκη για το δικό σου εστιατόριο.

Θέλαμε φρέσκο ψάρι και θα έπρεπε να γνωρίζουμε πως αυτό πληρώνεται αδρά. Ένας κανονικός ασπρόβλαχος (όχι μεγάλος, αλλά κυπριακός), 5 κυπριακά σκαράκια τηγανιτά σε ένα ταψί και δυο κυπριακά καλαμάρια στη σχάρα χρεώθηκαν 130 ευρώ. Σκέψου τα σε ποσότητα όλα αυτά, πάνω στο τραπέζι. Ίσα που χορταίνουν δύο άτομα.

Κυπριακό ψάρι, σου λέει, κι εσύ αναρωτιέσαι πώς στο καλό γίνεται να ζεις σε νησί, όπου το πιο μακρινό εστιατόριο απέχει από τη θάλασσα 2 τσιγάρα δρόμο, και να καλείσαι να πληρώσεις δυο μεροκάματα για 5 ψαράκια, σε ένα μαγαζί που δεν έχει αστέρι Michelin αλλά βουητό από την πολυκοσμία, που δεν έχει κυριλέ σερβίτσια αλλά χάρτινο καρό τραπεζομάντηλο και που ο σερβιτόρος δεν έρχεται κάθε 5 λεπτά για να κάνει refill το άδειο ποτήρι σου αλλά ξέρει με μαεστρία να διπλώσει το τραπεζομάντηλο των προηγούμενων για να φανεί το καινούργιο που είναι ακριβώς από κάτω.

Κι άντε να πάω πάσο με το ότι το κυπριακό ψάρι στοιχίζει τόσο, €55 το κιλό το καλαμάρι, €45 ο σκάρος και €30 ο ασπρόβλαχος -αν θέλεις αγοράζεις. Κι άντε να το δεχτώ ότι και η χρέωση για τη σαλάτα που είναι στα €10 είναι λογική. Τα ορεκτικά, για τα οποία χρεωνόμαστε €10 για ένα μικροσκοπικό μπολ με βιομηχανοποιημένο ταχίνι, άλλο ένα με ταραμά, 10 ελιές και λίγο παντζάρι ξιδάτο, πώς δικαιολογούν την τιμή τους;

Αυτή ακριβώς την ερώτηση, για τα ορεκτικά, την έκανα στον ταβερνιάρη. «Είναι δυνατό να μας χρεώνεις €10 για αυτά;» του είπα και αρκέστηκε σε ένα «Ίσως έχεις δίκαιο γι’ αυτό». Απρόσμενη απάντηση αλλά αν μη τι άλλο ήταν ειλικρινής. Ήταν η μόνη ερώτηση για την οποία είχα έντονα κριτική διάθεση.

Να βγάλεις κέρδος ρε φίλε, να γίνεις πλούσιος, όχι όμως και σε μια σαιζόν. Όχι μόνο από μένα και άλλους 5 πελάτες.

Όσο για τα υπόλοιπα που πήραμε, για τα οποία εννοείται πως δεν έκανα καμιά διαπραγμάτευση -έτσι κι αλλιώς η συζήτηση έγινε αφού πληρώσαμε τον λογαριασμό- αρκέστηκε να μου πει «Κι εσείς, γιατί εν επιάσετε μεζέ;».

«Τούτο ακριβώς θέλω να μάθω» απαντώ. «Τούτη είναι η απορία μου. Γι’ αυτό ξεκίνησα τη συζήτηση. Πες μου, γιατί ενώ ζω σε νησί, να είναι απαγορευτικό να φάω ένα φρέσκο ψάρι; Και δεν μιλώ κατ’ ανάγκη για το δικό σου εστιατόριο». Γιατί πρέπει να πιάσω τον μεζέ των €22 και τον €25 ευρώ, με τις «γεμωσιές», για να μου φέρουν μαζί το ψάρι το κατεψυγμένο; Ή μήπως θεωρούμε ότι και τα €22 ή €25 του μεζέ στην Κύπρο είναι λογική τιμή;

Πόσω μάλλον τα €192 που πληρώσαμε για ένα γεύμα 4 ατόμων, άσχετο αν δεν μας ανάγκασε κανένας να το κάνουμε. Πάτε καλά; Αντιλαμβάνεστε τι κονδύλι είναι αυτά τα λεφτά;

Γιατί να μη μπορώ στο νησί που ζούμε να καθίσω -όπως συμβαίνει πχ στα πλείστα νησιά της Ελλάδας- σε μια ταβέρνα, να παραγγείλω φρέσκο ψάρι και ουζάκι (πολύ απλά γιατί αυτό θέλω να φάω και όχι τον μεζέ σου) και να πληρώσω ένα ποσό λογικό; Γιατί το δικό σου (κυπριακό) ψάρι να είναι είδος πολυτελείας;

Γιατί ενώ έχουμε κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των τουριστών -το 2016 ήταν η καλύτερη χρονιά ever-, εσύ επιλέγεις με τις εξωπραγματικές τιμές σου να τους «στέλνεις» στα φαστφουντάδικα και στο all inclusive; Να βγάλεις κέρδος ρε φίλε, να γίνεις πλούσιος, όχι όμως και σε μια σαιζόν. Όχι μόνο από μένα και άλλους 5 πελάτες.

Πηγή:city.sigmalive.