Μια συνομιλία με τη Χατιτζέ Ατάκ

Η μικρή ιστορία μιας οικογένειας Τούρκων εποίκων, στο δρόμο Δερύνειας-Αμμοχώστου

Του Μάριου Δημητρίου

Μετά από περίπου πέντε λεπτά που ο συνοδός μας Σερχάν Γκαζίογλου, Τουρκοκύπριος αρχιτέκτονας και πολιτικός σκιτσογράφος, φώναζε στα τουρκικά, αν είναι κανείς μέσα, χωρίς να παίρνει απάντηση, ήμασταν έτοιμοι να αποχωρήσουμε, όταν μια γυναίκα βγήκε στην εξώπορτα, ντυμένη με την παραδοσιακή τουρκική βράκα και μαντήλα.

Ήταν η 52χρονη Χατιτζέ Ατάκ, έποικος από το Μπαλίκεσιρ της δυτικής Τουρκίας, που μαζί με τον 55χρονο άντρα της Σερμπέτ και τα δυο παιδιά τους, 27 και 21 χρόνων, ζουν τα τελευταία 17 χρόνια, σε αυτό το άθλιο παράπηγμα, στο δρόμο Δερύνειας-Αμμοχώστου, στην περιοχή της κατεχόμενης Κάτω Δερύνειας. Το υποστατικό, που πριν το 1974, δεν χρησιμοποιείτο βέβαια ως κατοικία, από τον Ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη του, βρίσκεται στο μέσο ενός ξεραμένου περιβολιού, όπου ήταν εγκατεστημένη η ηλεκτρογεννήτρια του νερού. Είναι σήμερα, ένα από τα τελευταία κατοικημένα «σπίτια» στη γραμμή αντιπαράταξης, που δεν διαθέτει ούτε ηλεκτρισμό, ούτε πόσιμο νερό. Νερό για να πλένονται και για να ποτίζουν τα λαχανικά που καλλιεργούν για πώληση, τα μέλη της οικογένειας Ατάκ, προμηθεύονται από πηγάδι.

Η τρίτη συνάντηση σε επτά χρόνια

Αυτό το καυτό μεσημέρι (7 Αυγούστου 2017), ο Σερμπέτ Ατάκ, έλειπε στη δουλειά του, (είναι οδηγός στο λιμάνι Αμμοχώστου) και γι’ αυτό η σύζυγός του, που προφανώς ακολουθεί πιστά, τη συντηρητική ισλαμική, πατριαρχική παράδοση, δίσταζε να παρουσιαστεί μόνη, μπροστά σε τρεις άγνωστους άντρες επισκέπτες. Θα διαπίστωνε βέβαια στη συνέχεια, ότι δεν της είμαστε τελείως άγνωστοι, αφού μαζί με τον συγγραφέα Πανίκο Νεοκλέους, επισκεφθήκαμε την οικογένεια Ατάκ στο πλαίσιο ρεπορτάζ που αφορούσε τους εποίκους στην Αμμόχωστο, άλλες δύο φορές, το 2010 και το 2012.

Οικονομική-κοινωνική εξαθλίωση

Η αρχική επιφυλακτικότητα της Χατιτζέ Ατάκ, υποχώρησε γρήγορα και απάντησε σχετικά πρόθυμα στις ερωτήσεις μας, λέγοντάς μας με φανερή πικρία, ότι παρά τα 19 συνολικά χρόνια παραμονής τους στην Κύπρο, το κατοχικό καθεστώς δεν τους παραχώρησε την «υπηκοότητα» και ότι μόλις αφυπηρετήσει ο σύζυγός της, σε δύο περίπου χρόνια, θα επιστρέψουν στην Τουρκία. Μας πληροφόρησε ότι ο 27χρονος γιος της, έφυγε ήδη στη Σμύρνη, για να εργαστεί, αφού δεν έβρισκε δουλειά στην Κύπρο. Πίσω στην Τουρκία, μας είπε, επέστρεψαν τα τελευταία χρόνια και όλες οι άλλες οικογένειες εποίκων, που το 1976 μεταφέρθηκαν στην περιοχή Κάτω Δερύνειας, από το Μπαλίκεσιρ. Δύο ήταν οι λόγοι της επιστροφής τους, σύμφωνα με τη Χατιτζέ Ατάκ – η οικονομική εξαθλίωση στην Κύπρο και ο κοινωνικός αποκλεισμός τους. (Από τα καταπράσινα βουνά της πατρίδας τους, βρέθηκαν σε μια γυμνή, στρατιωτικοποιημένη ζώνη, στις παρυφές μιας απαγορευμένης, ακατοίκητης πόλης που περιφράχτηκε μέσα σε συρματοπλέγματα και αφέθηκε να καταρρεύσει).

«Έχουμε τα δικά μας προβλήματα»

Ρωτήσαμε τη Χατιτζέ Ατάκ, τι νιώθει ξυπνώντας κάθε πρωί, μπροστά στα ερείπια της λεηλατημένης πόλης της Αμμοχώστου; Η απάντησή της ήταν κυνικά ειλικρινής: «Δεν νιώθω τίποτε, δεν με ενδιαφέρει, έχουμε τα δικά μας προβλήματα». Έσπευσε να προσθέσει: «Φοβάμαι πολύ τους Έλληνες, γιατί όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, έρχονταν εδώ πολλοί να δουν τα σπίτια τους και εγώ τους πρόσφερα λουλούδια, αλλά κάποιοι περνούσαν με τα αυτοκίνητα και μας φώναζαν να φύγουμε να πάμε στην Τουρκία». Τη ρωτήσαμε αν θεωρεί «κακούς» τους Έλληνες και απάντησε ότι «τους καταλαβαίνει, γιατί λόγω του πολέμου, έχασαν τα σπίτια τους». Μας εκμυστηρεύτηκε ότι μια μέρα μπήκε στο απέναντι ερειπωμένο ελληνοκυπριακό σπίτι, όπου βρήκε μια φωτογραφία του ιδιοκτήτη. Είπε ότι τη φύλαξε και του την έδωσε, όταν αυτός ήρθε να δει το σπίτι του.

«Είμαι φιλοξενούμενος εδώ»…

Ο έποικος Σερμπέτ Ατάκ, μας είχε πει στην πρώτη συνομιλία μας, ότι ήρθε στην Κύπρο το 1998, μετά που προσκάλεσαν την οικογένειά του, άλλοι έποικοι, συγγενείς τους που διαμένουν στη Βατυλή. «Είχαμε μια μικρή βιοτεχνία στο Μπαλίκεσιρ» είπε, «αλλά χρεοκοπήσαμε και ήρθαμε στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή. Προηγουμένως, ζήσαμε ως μετανάστες για δέκα χρόνια στη Γερμανία, μάλιστα η γυναίκα μου, πήγε σχολείο και έμαθε γερμανικά».

Πώς μπορείτε να ζείτε έτσι, χωρίς ηλεκτρισμό και βασικές υπηρεσίες, σε ένα παράπηγμα μηχανής;

-Καλύτερα από το τίποτε. Στην Τουρκία είχα καλύτερο σπίτι, αλλά δεν είχα δουλειά.

Αν αύριο έρθουν και σου πουν να πας πίσω στην Τουρκία στα πλαίσια μιας λύσης, τι θα κάνεις;

-Αν μου που να πάω, θα πάω. Μπορώ να ζήσω οπουδήποτε. Μπορεί να πάω πίσω, όποτε μου πουν.

Τι γνωρίζεις για το κυπριακό και την εισβολή του 1974;

-Πιστεύω ότι αυτή η χώρα ανήκει στους Κυπρίους, εγώ είμαι φιλοξενούμενος εδώ…

7 Αυγούστου 2017 – μέρος του δρόμου Αμμοχώστου-Δερύνειας που το κατοχικό καθεστώς ασφαλτοστρώνει, ενόψει του ανοίγματος του οδοφράγματος της Δερύνειας. Στο πλαίσιο αυτό, αντικαθιστά με καινούριο συρματόπλεγμα, την περίφραξη της κλειστής πόλης της Αμμοχώστου.

Ο Τουρκοκύπριος συνοδός μας σε εκείνη την αποστολή, Μπερτάν Σογιέρ, μας είπε ότι πρώτη φορά άκουσε έποικο να μιλά με τέτοιο μετριοπαθή και λογικό τρόπο. Πρόσθεσε τα εξής: «Η καλούμενη «κυβέρνηση» εδώ, μετρά τον πληθυσμό, αλλά δεν δίνει ποτέ τον πραγματικό αριθμό των εποίκων. Ολόκληρα χωριά και πόλεις, είναι γεμάτα από αυτούς. Υπολογίζουμε τον συνολικό αριθμό τους σε 600 χιλιάδες, με τις 200 χιλιάδες να είναι παράνομοι – αυτοί δεν είναι πολιτογραφημένοι και δουλεύουν συνήθως στις οικοδομές. Υπάρχουν επίσης πολλές χιλιάδες Τούρκοι φοιτητές που μένουν στο νησί για 4-5 χρόνια και προκαλούν πολλά προβλήματα. Κανείς δεν μπορεί να αναγκάσει τους έποικους να φύγουν από το νησί. Υπάρχουν ανάμεσά τους καλοί άνθρωποι, αλλά πολλοί ειναι θρησκόληπτοι και εθνικιστές, που εύκολα μπορούν να φτάσουν στο φόνο, για λόγους τιμής».

Δεν είναι όλοι σαν τον Σερμπέτ…

Σύμφωνα με τον Μπερτάν Σογιέρ, «αρκετές οικογένειες εποίκων ζουν στην εξαθλίωση, όπως η οικογένεια Σερμπέτ Ατάκ στη Δερύνεια, αλλά πολλοί άλλοι, έχουν μοντέρνες επαύλεις και δεύτερα σπίτια σε παραθαλάσσια μέρη, πολυτελή αυτοκίνητα και πολλά λεφτά…Μη ξεχνάτε ότι το «κράτος» της βόρειας Κύπρου, δεν το αναγνωρίζει καμιά χώρα, εκτός από την Τουρκία, οπότε λειτουργούν εδώ, πολλές παράνομες επιχειρήσεις που δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην Τουρκία. Για παράδειγμα, κάποιοι κάνουν εμπόριο χρυσού, που δεν μπορούν να κάνουν στην Τουρκία και ξεπλένουν βρώμικο χρήμα για τη μαφία. Μερικοί είναι κτηνοτρόφοι και ψαράδες, όπως π. χ οι έποικοι που ζουν στην Καρπασία. Εκατοντάδες χιλιάδες δουλεύουν στην οικοδομική και την τουριστική βιομηχανία – σε εστιατόρια, σε ξενοδοχεία, σε εταιρίες ταξί – όπου δεν συναντάς ούτε έναν Τουρκοκύπριο. Τα τελευταία χρόνια, έχουμε έποικους, ακόμα και αστυνομικούς και υπουργούς. Παίρνουν ταυτότητα της «ΤΔΒΚ» και έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν και να εκλεγούν στα δημόσια αξιώματα».

Αν γίνουν ένα εκατομμύριο;

Όπως μας είπε ο Μπερτάν Σογιέρ, «οι νέες γενιές εποίκων, μοιάζουν περισσότερο με εμάς τους Κυπρίους, αλλά αν τους γνωρίσεις καλύτερα, θα διαπιστώσεις ότι οι περισσότεροι, κουβαλούν τη νοοτροπία των οικογενειών τους. Πιστεύουν ότι θα μείνουν για πάντα στην Κύπρο, επιδεικνύουν τις ταυτότητές τους, λένε ότι είναι Κύπριοι πολίτες, ότι έχουν δικαίωμα να βρίσκονται εδώ και ότι κανένας δεν έχει δικαίωμα να τους ξεσπιτώσει. Πολλοί είναι έτοιμοι να πολεμήσουν, αν προσπαθήσει κανείς να τους βγάλει από τα «σπίτια τους». Πολλοί Τουρκοκύπριοι δεν είναι ευχαριστημένοι από την παρουσία των εποίκων και δεν θέλουν να ζουν μαζί τους, γιατί είναι επιθετικοί και εριστικοί – και δεν είναι τυχαίο, ότι η πλειοψηφία των καταδίκων στις φυλακές της Λευκωσίας, είναι έποικοι. Και μη ξεχνάς την υψηλή γεννητικότητά τους, με κάθε οικογένεια να έχει τουλάχιστον 5-6 παιδιά. Έτσι, σε 2-3 χρόνια, με το ρυθμό αυτό, θα γίνουν ένα εκατομμύριο και περισσότεροι. Και αν γίνουν ένα εκατομμύριο, η επόμενη εξέλιξη θα είναι άλλος ένας πόλεμος».

Ο Σερχάν Γκαζίογλου σχολίασε ότι «από τότε πέρασαν περισσότερα από 3 χρόνια κι ελπίζω να μην επαληθευτεί ο Μπερτάν Σογιέρ»…

Φωτό: Ο έποικος Σερμπέτ Ατάκ από το Μπαλίκεσιρ της δυτικής Τουρκίας και η γυναίκα του Χατιτζέ, στο παράπηγμα όπου μένουν για 17 χρόνια, στο δρόμο Δερύνειας-Αμμοχώστου.