Κατάγγειλε σήμερα τη ρητορική μίσους

Το διεθνές πρόγραμμα eMore, το αποθεματικό εχθρότητας στην Κύπρο και η απροθυμία του κράτους να εφαρμόσει τη σχετική νομοθεσία

Του Μάριου Δημητρίου

Το διεθνές πρόγραμμα eMore, που είναι μια εφαρμογή στο κινητό, μέσω της οποίας οι χρήστες μπορούν να καταγγέλλουν τη διαδικτυακή ρητορική μίσους, παρουσίασαν η Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) μαζί με την τουρκοκυπριακή, επίσης μη κυβερνητική οργάνωση, Σύνδεσμο για τα Δικαιώματα των Προσφύγων (Refugee Rights Association), στις 24 Αυγούστου 2017 στο Σπίτι της Συνεργασίας, στη νεκρή ζώνη παρά το Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία.

Το eMORE, έχει στόχο να συγκεντρώσει σημαντικά τεκμήρια διαδικτυακής ρητορικής μίσους σε εννιά ευρωπαϊκές χώρες, περιλαμβανομένης της Κύπρου. Η εφαρμογή είναι τώρα διαθέσιμη για «κατέβασμα» (download) σε κινητά τηλέφωνα (Android και IOS). Την εκδήλωση στο Σπίτι της Συνεργασίας, άνοιξαν με σύντομες τοποθετήσεις τους η Πρόεδρος της ΚΙΣΑ Ανθούλα Παπαδοπούλου και η Faika Deniz Pasha από το Refugee Rights Association. Την παρουσίαση του προγράμματος eMore έκανε η λειτουργός προγραμμάτων της ΚΙΣΑ Πόλυ Μενοίκου, ενώ ο Εκτελεστικός Διευθυντής της ΚΙΣΑ Δώρος Πολυκάρπου, παρουσίασε την εφαρμογή eMore στα κινητά τηλέφωνα.

Να, τι μπορείς να κάνεις

«Υπάρχει μια έκρηξη ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο», τονίζεται από τους συντελεστές του προγράμματος eMore, που αναφέρουν τα εξής μεταξύ άλλων, απευθυνόμενοι στους Ευρωπαίους – και στους Κύπριους – πολίτες: «Η ελευθερία της έκφρασης είναι αναφαίρετο δικαίωμα, αλλά δεν είναι απεριόριστη. Η ρητορική μίσους στο διαδίκτυο, προκαλεί πραγματική ζημιά στην πραγματική ζωή των ανθρώπων, τους θυματοποιεί και τους προκαλεί πόνο, είτε ατομικά, είτε ομαδικά. Τι μπορείς να κάνεις γι’ αυτό; Μπορείς να αναφέρεις τη ρητορική μίσους στους διαχειριστές ιστοσελίδων ή στην Αστυνομία της πατρίδας σου, αλλά μπορείς να κάνεις και κάτι περισσότερο. Χρησιμοποίησε την εφαρμογή eMore για να αναφέρεις περιστατικά μίσους στο διαδίκτυο και να συμβάλεις στο να συγκεντρωθούν στοιχεία σε εννιά χώρες της Ευρώπης, ώστε να ασκηθεί περισσότερη πίεση στις Αρχές και σε εταιρίες Πληροφορικής, για να δουλέψουν πιο συστηματικά και αποτελεσματικά, για την εξάλειψη της ρητορικής μίσους».

Για περισσότερη και καλύτερη γνώση

Σε σχετική ανακοίνωσή της η ΚΙΣΑ τονίζει ότι «οι πολίτες μπορούν να χρησιμοποιούν την εφαρμογή eMore, για να καταγγέλλουν περιπτώσεις ρητορικής μίσους και για να στηρίξουν τις προσπάθειές μας να κατανοήσουμε περισσότερο το φαινόμενο και να προσκομίσουμε στις εθνικές και διεθνείς Αρχές, στοιχεία που θα βοηθήσουν σε καλύτερα μέτρα πρόληψης και αντίδρασης. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η εφαρμογή, δεν προσφέρει οποιουδήποτε είδους βοήθεια ή στήριξη σε θύματα ρητορικής μίσους. Οι πληροφορίες που θα συγκεντρωθούν μέσω της συσκευής, θα χρησιμοποιηθούν από την ΚΙΣΑ και τους εταίρους της, για να λάβουν περισσότερη και καλύτερη γνώση των τάσεων και των διαδικτυακών συνηθειών σε εννιά ευρωπαϊκές χώρες».

Δεν υπάρχουν διώξεις ενόχων

Στη διάρκεια της εκδήλωσης στο Σπίτι της Συνεργασίας, έγινε συζήτηση για τη ρητορική μίσους στην ελληνοκυπριακή κοινότητα, στο πλαίσιο του κυπριακού, όπως και για το νομικό πλαίσιο της ρητορικής μίσους στην Κύπρο, με ομιλητές, αντίστοιχα, τον Γιάννο Κατσουρίδη, Επιστημονικό Διευθυντή του Ινστιτούτου Έρευνας «Προμηθέας» και Λέκτορα στο Τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου και την Νικολέττα Χαραλαμπίδου, Δικηγόρο Υπεράσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και μέλος του Δ. Συμβουλίου της ΚΙΣΑ. «Έχουμε ένα μεγάλο αποθεματικό εχθρότητας και μη αποδοχής του όποιου «άλλου», αλλά ειδικά του Τουρκοκύπριου «άλλου», ενώ τα περιστατικά ρητορικής μίσους που καταγγέλλονται, είναι λίγα, γιατί πολλοί φοβούνται την αντιμετώπιση που θα έχουν όταν καταγγείλουν τέτοια περιστατικά και συνεπώς το πρόβλημα είναι υπαρκτό, αλλά δεν το γνωρίζουμε στις πραγματικές του διαστάσεις», είπε ο Γιάννος Κατσουρίδης. «Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει νομοθεσία κατά της ρητορικής μίσους, αλλά το κράτος ουσιαστικά δεν την εφαρμόζει και δεν προχωρεί σε σωστή διερεύνηση καταγγελιών και σε διώξεις των ενόχων», είπε η Νικολέττα Χαραλαμπίδου.

Από αριστερά Πόλυ Μενοίκου, Ανθούλα Παπαδοπούλου και Δώρος Πολυκάρπου.

Τα ατιμώρητα εγκλήματα μίσους

«Το ζήτημα της ρητορικής μίσους, είναι ένα φαινόμενο με πολύ μεγάλο παρελθόν στην Κύπρο, ιδιαίτερα στη σύγχρονη ιστορία και στο οποίο δεν του δόθηκε ποτέ η πρέπουσα σημασία», είπε μεταξύ άλλων στην τοποθέτησή του ο Γιάννος Κατσουρίδης και συνέχισε: « Έτσι αφήσαμε φοβερά εγκλήματα μίσους στην Κύπρο να «περάσουν», χωρίς καμιά επίπτωση για εκείνους που εμπλέκονται σε αυτά. Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια, άρχισε ν΄ ανατρέπεται λίγο αυτό το σκηνικό, αλλά υπάρχει ακόμα πολύ πεδίο για ανάπτυξη της έρευνας και κυρίως της κοινωνικής ευαισθητοποίησης, στα θέματα της ρητορικής μίσους. Εμείς ασχοληθήκαμε με ένα ερευνητικό πρόγραμμα 18 μηνών για τις ρητορικές μίσους, που ήταν δικοινοτικό και εντοπίσαμε τρεις ομάδες στόχους, που θεωρούμε ότι βιώνουν ρητορική μίσους. Για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, εξετάσαμε την αντιμετώπιση των Τουρκοκυπρίων, των μεταναστών και των ατόμων ΛΟΑΤΙ. Κατ΄ αντίστοιχο τρόπο, στην τουρκοκυπριακή κοινότητα εξετάσαμε την αντιμετώπιση των Ελληνοκυπρίων, των μεταναστών, (εκεί υπάρχει μια ιδιαιτερότητα γιατί εμπλέκεται και το ζήτημα των Τούρκων εποίκων) και της κοινότητας ΛΟΑΤΙ».

Ο κακός και μολυσμένος «άλλος»…

Όπως τόνισε ο Γιάννος Κατσουρίδης, «ολόκληρο το οικοδόμημα της ρητορικής μίσους, κτίστηκε γύρω από μια κοινωνική κατηγορία που τη χρησιμοποιούμε πολύ στις κοινωνικές επιστήμες, την κατηγορία του «άλλου». Αυτή η λογική, υποδεικνύει ότι η οργάνωση και ο έλεγχος του κοινωνικού κόσμου του ανθρώπου, δομείται στη βάση του να κτίσουμε μια καλή εικόνα για τον εαυτό μας (το «εμείς») και μια αρνητική εικόνα για τον «άλλο», τον οποιονδήποτε άλλο. Και φυσιολογικά, όταν υπάρχει το «εμείς» και το «εσείς», υπάρχει και η αντιπαράθεσή τους. Κτίζονται λοιπόν οι δυαδικές αντιθέσεις Έλληνας-Τούρκος, μαύρος-άσπρος, ομοφυλόφιλος-ετεροφυλόφιλος και πολλές άλλες. Το ζήτημα είναι ότι οι άνθρωποι που στιγματίζονται ως «άλλοι», έξω δηλαδή από τα κοινωνικά κατασκευασμένα πρότυπα και τα στερεότυπά μας, στο συλλογικό μας υποσυνείδητο αποκτούν αυτόματα και μια αρνητική ιδιότητα. Ο «άλλος», δεν είναι απλά διαφορετικός, είναι συχνά ο «κακός», ο «μολυσμένος». Αποκτά ένα κατώτερο κοινωνικό πολιτικό και πολυτισμικό καθεστώς και πλέον δεν τον αντιμετωπίζουμε ως άτομο, αλλά ως μέλος μιας ομάδας με συνήθως αρνητικά χαρακτηριστικά».

Εθνικισμός στον πυρήνα του μίσους

«Υπάρχουν στην Κύπρο», είπε ο Γ. Κατσουρίδης, «λεκτικές επιθέσεις, γκετοποίηση ανθρώπων, αποφυγή συναναστροφής, διακρίσεις και στέρηση δικαιωμάτων μεταναστών, όπως και σωματικές επιθέσεις και εγκλήματα και περιστατικά μίσους. Το σημαντικό για την κυπριακή κοινωνία, είναι ότι οι πράξεις βίας δεν είναι τόσες πολλές – στην Κύπρο υφίσταται περισσότερο η λεκτική βία, η ρητορική μίσους και λιγότερο η πράξη μίσους. Όπως προκύπτει από την έρευνά μας, το πλαίσιο του εθνικισμού με τον τρόπο που αναπτύχθηκε στην Κύπρο, αποτελεί τον βασικό πυρήνα των αντιλήψεων που οδηγεί στην ανάπτυξη και αναπαραγωγή μίσους, της μιας κοινότητας έναντι της άλλης, αλλά και των μεταναστών κι αυτό ισχύει και στις δύο κοινότητες. Ο εθνικισμός δημιούργησε και καλλιέργησε μια υπερεκτίμηση της εθνικής ταυτότητας, η οποία έρχεται σε αντιδιαστολή με οποιαδήποτε άλλη ταυτότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί τον πυρήνα για την ανάπτυξη της εχθρότητας, όχι μόνο έναντι των Τουρκοκυπρίων, αλλά και των μεταναστών, ακόμα και σε θεσμικό επίπεδο. Εκδηλώνεται πολύ πιο έντονα, εκεί που το καλλιεργούν πολιτικά ή κοινωνικά σύνολα. Η οικονομική κρίση, συγκυριακά βοήθησε στην έξαρση του φαινομένου. Σημείο σταθμός, υπήρξε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, όταν η επαφή των δύο κοινοτήτων μεταξύ τους, έφερε για κάποιους, αύξηση της ανασφάλειας, πάνω στην οποία, κτίζουν ακροδεξιές ομάδες, ως «συλλέκτες φόβου».

Καταλήγοντας ο Γιάννος Κατσουρίδης υπογράμμισε ότι «το νομικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας που καλύπτει τη ρητορική μίσους, είναι καλό, κάναμε αλλαγές, αλλά έχει μεγάλο πρόβλημα η εφαρμογή του, ενώ η εκπαίδευση είναι εθνοκεντρική και στις δύο κοινότητες και αυτόματα αναπαράγει – ιδιαίτερα στις ηλικίες 16 και κάτω – πολύ πιο αρνητικά συναισθήματα».

Μερικοί από τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση της 24ης Αυγούστου 2017.

Με κίνητρο την προκατάληψη

Αναπτύσσοντας το νομικό πλαίσιο της ρητορικής μίσους στην Κύπρο, η Νικολέττα Χαραλαμπίδου διευκρίνισε αρχικά, τη διαφορά μεταξύ ρητορικής μίσους και εγκλημάτων μίσους. «Υπάρχει», είπε «μια σύγχυση, που αν δεν διευκρινίζεται κάθε φορά, καθίσταται πιο δύσκολο για τις διωκτικές Αρχές να το ξεκαθαρίσουν, όταν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους αδικήματα. Τα εγκλήματα μίσους, είναι του κοινού ποινικού δικαίου και διαπράττονται με κίνητρο την προκατάληψη – επειδή κάποιος έχει διαφορετική εθνοτική καταγωγή, ή διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Η ρητορική μίσους, έχει να κάνει με τον λόγο μίσους ο οποίος υποκινεί σε βία. Πολύ συχνά είναι η ρητορική μίσους που οδηγεί στα εγκλήματα μίσους. Όταν σε μια κοινωνία, η ρητορική μίσους, είναι ανεξέλεγκτη ως προς την έκφραση της, είτε μέσω έντυπου, είτε μέσω ηλεκτρονικού λόγου, ή μέσου κοινωνικής δικτύωσης, ενδεχομένως να οδηγήσει σε εγκλήματα μίσους. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεσπίστηκε απόφαση πλαίσιο για τη ρητορική μίσους και όχι μόνο. Στην Κύπρο έχουμε νομοθεσία εναντίον της ρητορικής μίσους κατά προσώπων, από το 1995. Έχουμε ως Κυπριακή Δημοκρατία κυρώσει τη Σύμβαση κατά των Φυλετικών Διακρίσεων, που απαιτεί από τα συμβαλλόμενα κράτη να ποινικοποιήσουν τη ρητορική μισους. Επομένως δεν δικαιολογείται να μην εφαρμόζουμε τη νομοθεσία μας στη Δημοκρατία. Έχουμε τη νομοθεσία, αλλά δεν έχουμε δει τίποτε, σε σχέση με διώξεις για ρητορική μίσους. Ο νόμος του 1995, ποινικοποιεί όποιον προτρέπει δημόσια, είτε προφορικά, είτε γραπτώς, σε πράξεις που μπορεί να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής τους ή του θρησκεύματός τους. Άρα καλύπτει δύο προστατευόμενα χαρακτηριστικά – φυλετική εθνική-καταγωγή και θρήσκευμα. Επίσης ποινικοποιεί την οργανωμένη προπαγάνδα, ή δραστηριότητες οποιασδήποτε μορφής, που τείνουν σε φυλετικές διακρίσεις. Κάθε πρόσωπο το οποίο δημόσια, είτε προφορικά, είτε δια του Τύπου, είτε με γραπτά κείμενα, εικονογραφήσεις κλπ, εκφράζει ιδέες προσβλητικές, κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων, λόγω της φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής ή θρησκεύματος, είναι υπόλογο για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Άρα η ποινικοποίηση είναι σχετικά ευρεία και θα μπορούσε ν’ αποτελέσει τη νομική βάση για άσκηση διώξεων, εκεί και όπου συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις, πράγμα που δεν έχουμε δει να εφαρμόζεται μέχρι σήμερα».

Ακόμα και αν δεν έχεις πρόθεση…

Σύμφωνα με τη Ν. Χαραλαμπίδου, «η διαφορά των διατάξεων του νόμου 1995, από τις διατάξεις του νόμου 134 του 2011, ο οποίος ουσιαστικά ενσωματώνει την απόφαση πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ότι δεν απαιτείται ούτε πρόθεση. Δηλαδή όποιος υποκινεί με τον λόγο του σε μίσος, θεωρείται ότι διαπράττει ποινικό αδίκημα, ακόμα και αν δεν είχε μια τέτοια πρόθεση. Αντίθετα, ο νόμος που ενσωματώνει την απόφαση πλαίσιο, επιβάλλει να υπάρχει πρόθεση και είναι πιο συγκεκριμένος για το τι σημαίνει γενεαλογική καταγωγή, καταγωγή προσώπων ή ομάδων, τα οποία δυνατόν να προσδιοριστούν βάσει ορισμένων χαρακτηριστικών τους όπως φυλή ή το χρώμα, χωρίς αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά, ότι όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, εξακολουθούν να υπάρχουν. Για παράδειγμα, η δεύτερη γενιά μεταναστών, είναι άτομα που τους αποδίδεται μια ιδιότητα ή ένα χαρακτηριστικό, χωρίς να το έχουν στην πραγματικότητα, άρα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί γενεαλογικό χαρακτηριστικό. Ακόμα και αν τους αποδοθεί αυτό το χαρακτηριστικό σε σχέση με ρητορική μίσους, είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα».

Το διαδίκτυο και τα social media

«Είναι αδίκημα», συνέχισε η κυρία Χαραλαμπίδου, «η δημόσια διάδοση ρητορικής μίσους, που περιλαμβάνει φυλλάδια, γραπτό υλικό, εικόνες αναπαράστασης νέων θεωριών ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων πληροφορικής και ηλεκτρονικών δεδομένων. Άρα ο νόμος καλύπτει ξεκάθαρα το διαδίκτυο και τα social media. Μίσος, σημαίνει μίσος που βασίζεται στη φυλή το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές ή την εθνική ή εθνοτική καταγωγή. Σε όλες τις νομοθεσίες που αφορούν διακρίσεις και ποινικοποιούνται τα εγκλήματα μίσους και η ρητορική μίσους, υπάρχει μια δυσκολία στο να προσδιοριστεί κάθε φορά, ποιο είναι το χαρακτηριστικό το οποίο προστατεύει ο νόμος. Δηλαδή ποια είναι η διαφορά της φυλής, από την εθνοτική καταγωγή, η οποία συχνά μπορεί να προσδιοριστεί λόγω χρώματος, λόγω καταγωγής από συγκεκριμένη χώρα και φυλετική ομάδα. Άρα υπάρχει το πρόβλημα, κάθε φορά, πώς θα διασφαλίσουμε ότι ένας λόγος μίσους, μπορεί να ποινικοποιηθεί».

Για τους «άξεστους ανατολίτες»

Στο παράδειγμα του πρόσφατου λόγου του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, που μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, (τον Μάϊο 2017), χαρακτήρισε τους εποίκους, «άξεστους ανατολίτες, που γεννοβολούν ο κάθε ένας από δώδεκα παιδιά», αναφέρθηκε η Νικολέττα Χαραλαμπίδου. «Πολλοί», ανέφερε, «είπαν, «μα οι έποικοι δεν είναι προστατευόμενη από τον νόμο, ομάδα, διότι δεν τους χαρακτήρισε στη βάση της εθνοτικής τους καταγωγής, του χρώματος ή της θρησκείας τους». Αυστηρά ομιλούντες, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι έποικοι δεν εμπίπτουν στο νόμο. Κι όμως θα μπορούσαν να εμπίπτουν, γιατί οι έποικοι είναι μια ομάδα ατόμων που είτε αυτό-καθορίζεται, είτε ετερο-καθορίζεται από την ίδια την κοινωνία ως η ομάδα η οποία έχει τουρκική καταγωγή και μουσουλμανική πίστη. Κατά την άποψή μου, οι έποικοι εμπίπτουν ξεκάθαρα στο νόμο – και να μην αφήσουμε πίσω το γεγονός ότι οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου, έγιναν με τρόπο που έπλητταν όχι μόνο τους εποίκους, αλλά ολόκληρη την κοινωνία στο βορρά, δηλαδή μπορούσε να περιλαμβάνει και Τουρκοκύπριους».

Προστατεύεται και η ταυτότητα φύλου

«Με βάση το νομικό μας πλαίσιο», είπε η Νικολέττα Χαραλαμπίδου, «ο νόμος που ενσωματώνει την απόφαση πλαίσιο, ποινικοποιεί την υποκίνηση βίας ή μίσους που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων, ή μέλους ομάδας προσώπων, που προσδιορίζεται στη βάση της φυλής, χρώματος, θρησκείας, γενεαλογικών καταβολών ή εθνικής-εθνοτικής καταγωγής, κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη, ή έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα. Επίσης, με σχετικά πρόσφατη τροποποίηση του 2015 του Ποινικού Κώδικα, ποινικοποιήθηκε η υποκίνηση βίας ή μίσους λόγω γενετήσιου προσανατολισμού ή ταυτότητας. Είναι το άρθρο 99Α του Ποινικού Κώδικα, που ποινικοποιεί την εκ προθέσεως, δημόσια και κατά τρόπο που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα, προτροπή ή υποκίνηση, προφορικά ή δια του Τύπου ή με γραπτά, εικονογραφήσεις κλπ, βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται βάσει του γενετήσιου προσανατολισμού τους, ή της ταυτότητας φύλου. Άρα με βάση το νομικό πλαίσιο που έχουμε σήμερα, τα προστατευόμενα από τον νόμο χαρακτηριστικά, είναι η φυλετική ή εθνική καταγωγή, η θρησκεία, οι γενεαλογικές καταβολές, το χρώμα, ο γενετήσιος προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου».

Η περίπτωση των αιτητών ασύλου

«Ένα ερώτημα είναι κατά πόσο αυτό το πλαίσιο είναι ικανοποιητικό και κατά πόσο τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά που ισχύουν στη βάση του διεθνούς, του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου, είναι πραγματικά προστατευόμενα», συνέχισε η ομιλήτρια. «Κι αυτό», πρόσθεσε, «γιατί βλέπουμε σήμερα ότι οι ομάδες που θυματοποιούνται και στοχοποιούνται, δεν πλήττονται στη βάση των προστατευόμενων χαρακτηριστικών. Π.χ. οι παράνομοι μετανάστες και οι αιτητές ασύλου, πλήττονται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με ρητορική μίσους, όχι στη βάση πάντα της εθνοτικής τους καταγωγής, του χρώματος ή της θρησκείας τους, αλλά μάλλον με βάση το καθεστώς παραμονής τους. Επομένως πρέπει να δούμε πώς να διευρύνουμε τα προστατευόμενα χαρακτηριστικά, ώστε να καλύπτουν κατηγορίες προσώπων που πλήττονται λόγω μιας συγκεκριμένης ιδιότητας, πέραν των συγκεκριμένων.

Η επίκληση της ελευθερίας έκφρασης

Καταλήγοντας η Νικολέττα Χαραλαμπίδου επεσήμανε ότι «συνήθως δικαιολογείται η ρητορική μίσους, με την επίκληση της ελευθερίας της έκφρασης, που είναι δικαίωμα που προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, από το Σύνταγμα κλπ. Αλλά υπάρχει σαφής νομολογία του ΕΔΑΔ, ότι όταν πρόκειται περί ρητορικής μίσους, δεν προστατεύεται κάτω από το άρθρο 10, κάτι που επιλέγουμε να παραγνωρίζουμε. Η άρνηση του Ολοκαυτώματος η δικαιολόγηση των ναζιστικών πολιτικών, η διασύνδεση των μουσουλμάνων με την τρομοκρατία, η προβολή των Εβραίων ως κάτι «κακό» σε μια κοινωνία, περιλαμβάνονται σε μια σειρά αποφάσεων από το ΕΔΑΔ, ως ρητορική μίσους. Εφόσον υπάρχει καταγγελία για το αδίκημα της ρητορικής μίσους, επιβάλλεται το κράτος να το διερευνήσει ορθά, κάτι που δεν γίνεται συνήθως στην Κύπρο, είτε αφορά ρητορική μίσους, είτε εγκλήματα μίσους».

Φωτό: Στο πάνελ της εκδήλωσης από αριστερά Γιάννος Κατσουρίδης, Νικολέττα Χαραλαμπίδου, Ανθούλα Παπαδοπούλου και Faika Deniz Pasha.