«Mπαγκλαντέσιη έλα, μαύρος έλα»

Το φριχτό καλοκαίρι της υποδούλωσης νεαρού μετανάστη από το Μπαγκλαντές, όπως περιγράφεται από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας

Του Μάριου Δημητρίου

«Mπαγκλαντέσιη έλα, μαύρος έλα», ήταν η επαναλαμβανόμενη φράση που ο Δημήτρης Ιωάννου από την Κανναβιού της Πάφου, ιδιοκτήτης κτηνοτροφικής μονάδας στο γειτονικό χωριό Λαπηθιού, απηύθυνε στον τότε 25χρονο υπάλληλό του Mohammad Palus από το Μπαγκλαντές, τον οποίο κακοποιούσε σωματικά και ψυχολογικά, δεν τον πλήρωσε ποτέ για την εξαντλητική, καθημερινή, 15ωρη εργασία του, των τριών μηνών του καλοκαιριού 2014 και τον υποχρέωνε να διαμένει σε ένα κοτέτσι(!), «υπό συνθήκες που ούτε τα ζώα δεν θα μπορούσαν να διαβιώσουν, πόσο μάλλον οι άνθρωποι», σύμφωνα με το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.

Η συγκλονιστική ιστορία της απάνθρωπης κακομεταχείρισης του Mohammad Palus, αναγνωρισμένου από την Αστυνομία, θύματος εμπορίας προσώπων, περιγράφεται με σκοτεινά χρώματα στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, στις 29 Σεπτεμβρίου 2017, που αφορά επίσης, άλλους έξι παραπονούμενους συμπατριώτες του Palus, με την οποία ο Δημήτρης Ιωάννου κρίνεται ένοχος για συνωμοσία και εκμετάλλευση προσώπου στην εργασία και για παρακράτηση προσωπικών εγγράφων.

Το Δικαστήριο στην απόφασή του, αναφέρεται σε παρόμοιες περιπτώσεις στα χωριά της Λευκωσίας, Νικητάρι και Περιστερώνα και στην Αξίνου της Πάφου, ενώ, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, έκρινε επίσης ένοχους για εργασιακή εκμετάλλευση, ένα ζεύγος Κυπρίων ιδιοκτητών μονάδας παραγωγής λαχανικών. Άλλοι δύο Κύπριοι κατηγορούμενοι, οι Βάσος Σωτηρίου και Άθως Πολυδώρου, απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες σε βάρος τους. Ένοχους για συνωμοσία και για εμπορία προσώπων, το Κακουργιοδικείο έκρινε δύο άτομα από το Μπαγκλαντές.

Εναντίον του πρώτου κατηγορούμενου Md Mesbah Uddin, με το ψευδώνυμο «Pavel», εκδόθηκε Διεθνές Ένταλμα Σύλληψης, μετά που αυτός φυγοδίκησε κατά τη διαδικασία της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, «ήταν δικτυωμένος με το Μπαγκλαντές σε ένα οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο έλευσης αλλοδαπών στην Κύπρο για εργασία και ο ίδιος κατείχε τον κύριο ρόλο και κατεύθυνε όλες τις ενέργειες, καθορισμού της αμοιβής και πληρωμής σε αυτόν ή στους αντιπροσώπους του, διευθέτησης, εξασφάλισης και παραλαβής εγγράφων από τους αλλοδαπούς, άφιξης αυτών στην Κύπρο, μετάβασης τους στην εργασία κ.λπ». Σύμφωνα με την απόφαση, ο φυγόδικος «Pavel», απέκτησε το συνολικό ποσό των 34 χιλιάδων ευρώ, που οι παραπονούμενοι πλήρωσαν για να έρθουν στην Κύπρο για εργασία, πλην του ποσού των 5 χιλιάδων ευρώ, που τους επιστράφηκε. Το τριμελές Δικαστήριο, με Πρόεδρο την Έλενα Εφραίμ και Παρέδρους τον Νίκο Γερολέμου και τη Στέλλα Χριστοδουλίδου Μέσσιου, επιφυλάχθηκε να ανακοινώσει τις ποινές των κατηγορουμένων, στις 18 Οκτωβρίου 2017. Για την Κατηγορούσα Αρχή, (Γενικό Εισαγγελέα), εμφανίστηκε η X. Καραολίδου.

Η ΚΙΣΑ και τα εύσημα στο ΓΚΕΠ

Να σημειώσουμε ότι τα αδικήματα της υπόθεσης, διαπράχθηκαν κυρίως το 2013 και το 2014, ενώ, μετά από καταγγελίες των θυμάτων, διερευνήθηκαν από την Αστυνομία και άρχισαν να εκδικάζονται το 2015. Ο δρόμος για την ελευθερία και τη λύτρωση για τον Mohammad Palus, άνοιξε, όταν δραπέτευσε από τον τόπο του μαρτυρίου του και κατάγγειλε τα δεινά του, μέσω ενός συμπατριώτη του, στην μη κυβερνητική οργάνωση υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), η οποία ειδοποίησε την Αστυνομία. Την υπόθεση διερεύνησε το Γραφείο της Αστυνομίας για Καταπολέμηση Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ), λειτουργοί του οποίου, όπως σημειώνεται στην απόφαση, έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο σε αυτήν και έλαβαν συνεντεύξεις και καταθέσεις από τους αλλοδαπούς – παραπονούμενους, με τη βοήθεια και στήριξη άλλων αστυνομικών του ΤΑΕ και διαφόρων Αστυνομικών Σταθμών. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στη δικαστική απόφαση, η δράση των αστυνομικών του ΓΚΕΠ, Κ. Κλεάνθους, Άγγελου Κωνσταντίνου, Γεωργίας Νεοκλέους. Γ. Θωμά, Διονύση Διονυσίου, Μαρίας Κωνσταντίνου και του Υπαστυνόμου Κ. Χ΄΄Οικονόμου, υπεύθυνου του κλιμακίου Υ.Α.Μ. Πάφου. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, «εξάγεται χωρίς δυσκολία, πως όλοι οι μάρτυρες αστυνομικοί έδωσαν στο Δικαστήριο μία πλήρη και ακριβοδίκαιη εικόνα της διερεύνησης της υπόθεσης, από την αρχή υποβολής των καταγγελιών στο ΓΚΕΠ, μέχρι και τη σύλληψη των κατηγορουμένων και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία τους ήταν πλήρης, τεκμηριωμένη, επεξηγηματική, τόσο σε ό,τι αφορά το ΓΚΕΠ και τον ρόλο του, όσο και σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες που ακολουθούνται, και γενικά η μαρτυρία τους παρουσιάζει συνοχή και συνέπεια. Αποτελεί διαπίστωση μας, πως οι μάρτυρες αυτοί, χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς να προσπαθούν σε καμία περίπτωση να αλλοιώσουν είτε τις έρευνες τους, είτε τα ευρήματα τους, είτε την πορεία των ανακρίσεων και εξετάσεων για την παρούσα υπόθεση, ξετύλιξαν στο Δικαστήριο με κάθε λεπτομέρεια και επεξήγηση, ολόκληρη την πορεία της υπόθεσης».

Οι μαρτυρίες της εξαθλίωσης

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, «ο Δ. Ιωάννου μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου του 2014, εκμεταλλεύτηκε στην εργασία του τον Mohammad Palus από το Μπαγκλαντές, μέσω χρήσης βίας και άλλων μορφών εξαναγκασμού και μέσω κατάχρησης εξουσίας ή ιδιότητας για εκμετάλλευση της ευάλωτης του θέσης και τον υπέβαλλε σε καταναγκαστική εργασία, δηλαδή ενώ τον προσέλαβε ως εργάτη κτηνοτροφίας, τον υποχρέωνε να εργάζεται καθημερινά συμπεριλαμβανομένης και της Κυριακής από τις 06:00 μέχρι τις 20:30, με άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, χωρίς να του καταβάλλει κανένα μισθό.

Σύμφωνα με τα ευρήματα μας, βασιζόμενα στη μαρτυρία του Mohammad Palus, την οποία δεχθήκαμε στο σύνολο της, ο κατηγορούμενος στέγασε τον υπάλληλο του, σε υποστατικό-περιστερώνα (κοτέτσι). Όπως χαρακτηριστικά έχει περιγραφεί από τον ίδιο τον αλλοδαπό, αλλά και από τους αστυνομικούς που είχαν μεταβεί επί τόπου για σκοπούς έρευνας, των οποίων επίσης τη μαρτυρία κρίναμε καθόλα αξιόπιστη, το υποστατικό αυτό ήταν πολύ βρώμικο, γενικά η υγιεινή όλου του χώρου εκεί ήταν επιεικώς απαράδεκτη, και δεν υπήρχε ούτε θέρμανση, ούτε παράθυρα για να μπορεί να εξαερίζεται το δωμάτιο του, το οποίο χώριζε από τον περιστερώνα, μόνο μια ανοικτή πόρτα και ένα παλιό πλαίσιο κρεβατιού με δίκτυ, το οποίο είχε τοποθετηθεί μπροστά από τον χώρο όπου βρίσκονταν τα πτηνά, για να μην μπορούν να εισέρχονται στο δωμάτιο του. Το αποχωρητήριο και το μπάνιο το οποίο υπήρχε, κάθε άλλο παρά ως χώρος υγιεινής, μπορεί να περιγραφεί. Όπως ανέφερε ο αλλοδαπός, παροχή ζεστού νερού δεν υπήρχε και ο ίδιος έκανε ντους με κρύο νερό, ενώ κάθε φορά που χρησιμοποιούσε το αποχωρητήριο, επειδή δεν εργαζόταν το καζανάκι, έπρεπε να φέρνει νερό από έξω για να το καθαρίζει. Οι φωτογραφίες, οι οποίες αποτελούν πραγματική μαρτυρία και τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να δει από μόνο του και να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα, μαρτυρούν την αθλιότητα του χώρου και πραγματικά δεν είναι καθόλου υπερβολή η θέση της μάρτυρα κατηγορίας, (σ. σ. αστυνομικίνας του ΓΚΕΠ, Γεωργίας Νεοκλέους), την οποία συμμεριζόμαστε, πως υπό τις συνθήκες αυτές, ούτε τα ζώα δεν θα μπορούσαν να διαβιώσουν, πόσο μάλλον οι άνθρωποι.

Ακόμα ο αλλοδαπός κοιμόταν για τον πρώτο μήνα της διαμονής του χάμω, σε μια λερωμένη κουζίνα, πάνω στο δάπεδο, πάνω σε βρώμικες κουβέρτες. Μετά από ένα μήνα, τοποθετήθηκε και ψυγείο, στο οποίο τοποθετούσε μόνο νερό, εφόσον δεν είχε, ούτε μπορούσε να έχει οτιδήποτε άλλο ή να αγοράσει κάτι μόνος. Δεν του επιτρεπόταν από τον άλλο Άραβα εργάτη να βλέπει τηλεόραση και ούτε του παρεχόταν ικανοποιητικό φαγητό, παρά μόνο ρύζι και πατάτες. Ο κατηγορούμενος ήταν από την αρχή απειλητικός, επιθετικός, λεκτικά βίαιος, του έλεγε πως βρισκόταν εκεί για εργασία, του φώναζε «έλα Μπαγκλαντέσιη», το πρόσωπο του κοκκίνιζε και γενικά προκάλεσε τον φόβο στον παραπονούμενο».

Ο Mohammad Palus με τον Μάριο Δημητρίου την περασμένη Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017.

Σκλάβος, αλλά και «παράνομος»

«Ο κατηγορούμενος ήταν πάντα θυμωμένος, του φώναζε και τον κτυπούσε το πρωί για να ξυπνήσει, κτυπώντας τον στα γόνατα σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις», συνεχίζει η δικαστική απόφαση και προσθέτει: «Ήταν πολύ χαρακτηριστική η κίνηση που ο Mohammad Palus έδειξε στο Δικαστήριο, πώς τον απειλούσε ότι θα τον κτυπήσει, σηκώνοντας το χέρι του ψηλά και κάνοντας την κίνηση ότι θα τον κτυπούσε, προκαλώντας έτσι συνεχώς τον φόβο προς τον παραπονούμενο. Η εργασία του ήταν σκληρή και εργαζόταν ατέλειωτες ώρες, ήτοι καθημερινά από τις 06:00 μέχρι τις 20:30, επτά μέρες τη βδομάδα. Η παρουσία και συμπεριφορά του Άραβα, ο οποίος, εκτός του ότι δεν του έδινε φαγητό, του φώναζε και τον πίεζε να κάνει όλες τις εργασίες αυτός, δεν απαλλάσσουν τον κατηγορούμενο από τις δικές του ευθύνες εφόσον ο κατηγορούμενος ήταν πλήρως ενήμερος των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του παραπονούμενου και είχε πολύ καλές σχέσεις με τον Άραβα.

Ακόμα ο κατηγορούμενος, δεν του επέτρεπε να φύγει καθόλου από το κτήμα, ούτε καν να πάει μέχρι το καφενείο ή το μπακάλικο του χωριού και ουδέποτε τον πλήρωσε για την εργασία του, παρά και τις εκκλήσεις του αλλοδαπού προς τούτο. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, δεν του είχε διευθετήσει τα έγγραφα παραμονής του, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος, αμέσως μετά τη λήξη της άδειας εισόδου του, να ήταν παράνομος. Ο κατηγορούμενος δεν του είχε παραδώσει ποτέ τα δικά του έγγραφα, ήτοι την άδεια εισόδου και το συμβόλαιο εργασίας του.

Είναι πρόδηλο πως τόσο οι συνθήκες διαβίωσης που ο κατηγορούμενος παρείχε στον εργοδοτούμενο του, όσο και η συμπεριφορά του, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ανθρώπινες και κατάλληλες για τον παραπονούμενο, ή ακόμα και για οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Ο κατηγορούμενος, ως εργοδότης του και γνωρίζοντας πως αυτός ήρθε από το Μπαγκλαντές λόγω οικονομικών δυσκολιών και για να εργαστεί κοντά του για ένα καλύτερο μέλλον, τον εργοδότησε με σκοπό την εκμετάλλευση του στην εργασία και τον εκμεταλλεύτηκε μέσω χρήσης βίας και άλλων μορφών εξαναγκασμού, καθώς επίσης μέσω κατάχρησης της εξουσίας που είχε ως εργοδότης του και μέσω της ιδιότητας του εργοδότη για εκμετάλλευση της ευάλωτης του θέσης, η οποία προκύπτει λόγω του περιορισμένου της μόρφωσης του, των δυσκολιών και των λόγων που τον ώθησαν να έρθει στην Κύπρο για εργασία και του παράνομου καθεστώτος του εδώ, αφού δεν είχε πού να πάει και ζούσε με τον φόβο του εργοδότη του, αλλά και της Αστυνομίας, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην είχε άλλη επιλογή, από του να υποκύψει στην κατάχρηση.

Ο δε φόβος που ένιωθε, ήταν εμφανής και στο στάδιο της καταγγελίας του στο ΓΚΕΠ, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Γεωργίας Νεοκλέους. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία (η οποία έχει αποδειχτεί), για το αδίκημα της παρακράτησης προσωπικών εγγράφων του Mohammad Palus, με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει παράνομα την προσωπική του ελευθερία».

Η γιαγιά και ο παππούς της αστυνομικίνας

Η αντεξέταση της μάρτυρα κατηγορίας Γεωργίας Νεοκλέους, ήταν μόνο από τον συνήγορο του κατηγορουμένου. Όπως ανέφερε, τη μέρα που η ίδια μαζί με τον αλλοδαπό είχαν πάει στο χωριό Κανναβιού, χωρίς την παρουσία φωτογράφου, για να δουν τον χώρο εργασίας και διαμονής του, ο αλλοδαπός ήταν ακόμα φοβισμένος και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αντικρίσει τον πρώην εργοδότη του. Τους είπε ξεκάθαρα ότι τον φοβάται και κρυβόταν και η ίδια αρνήθηκε την υποβολή ότι ο λόγος που φοβόταν, ήταν επειδή ήταν παράνομος για τέσσερις μήνες. Τέλος, ήταν σαφής πως σε σχέση με την επίσκεψη της στον τόπο διαμονής του αλλοδαπού, οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει καθόλου και επέμενε ότι κανένας φυσιολογικός άνθρωπος, δεν ζει ουσιαστικά, μέσα σε περιστερώνα. Αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι στην Κύπρο και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, οι κτηνοτρόφοι και οι άνθρωποι της υπαίθρου, ζουν μαζί με τα ζώα τους τα οποία υπεραγαπούν, αναφέροντας ότι η ίδια έχει μεγαλώσει σε χωριό και ότι η γιαγιά της και ο παππούς της, ουδέποτε κοιμόντουσαν ή έκαναν μπάνιο στον ίδιο χώρο όπου είχαν τα ζώα τους».

Δηλώνοντας «αθώος» και «σωστός»

Να αναφέρουμε ότι ο κατηγορούμενος Δ. Ιωάννου, προέβη σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία απλώς δήλωσε αθώος. Εξάλλου, στην ανακριτική του κατάθεση, (20 Μαϊου 2015), ανέφερε ότι «διατηρεί φάρμα με 520 ζώα και ότι κατά καιρούς εργάστηκαν κοντά του έξι άτομα από την Ινδία και ένα άτομο από το Μπαγκλαντές. Ο αλλοδαπός από το Μπαγκλαντές ήταν ο Mohammad Palus. Αρνήθηκε ότι ο Mohammad Palus για ένα μήνα κοιμόταν στο πάτωμα και ότι  εργαζόταν από τις 06:00 μέχρι τις 20:30 το βράδυ καθημερινά, χωρίς άδεια, και ανέφερε ότι εργαζόταν από τις 07:00 μέχρι τις 16:00 μόνο, και ότι του έδινε ό,τι φαγητό ήθελε, όπως ρύζι, πατάτες, κρεμμύδια και πιπέρια. Αρνήθηκε ακόμα ότι τον φώναζε «Mπαγκλαντέσιη έλα, μαύρος έλα», ότι ξύπνησε τον Mohammad Palus τρεις φορές, αφού τον κτύπησε στα γόνατα και ότι δεν του πλήρωσε τους μισθούς του, ισχυριζόμενος ότι τον πλήρωσε σε μετρητά, χωρίς να έχει αποδείξεις και ότι δεν γνώριζε πως ο μισθός έπρεπε να καταβαλλόταν σε τραπεζικό λογαριασμό του αλλοδαπού».

Ο «μεροληπτικός» μάρτυρας υπεράσπισης…

Από την Υπεράσπιση του κατηγορουμένου, κλήθηκε ένας μάρτυρας, και συγκεκριμένα ο γαμπρός του, Θεοδόσης Σάββα, ο οποίος, σύμφωνα με το Δικαστήριο, «σε μια πλήρως μεροληπτική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, προσπάθησε να πει ότι ο κατηγορούμενος είναι ένας πολύ φιλήσυχος και σωστός άνθρωπος, τιμά στο ακέραιο τις υποχρεώσεις του, εκπληρώνει τα καθήκοντα του στην εντέλεια και τόσο ο ίδιος, όσο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, δημιούργησαν πολύ καλές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας σε ό,τι αφορά τον αλλοδαπό Mohammad Palus. Οι θέσεις του επί όλων των σημείων, ήταν εντελώς ανεδαφικές, καθαρά συμπερασματικές και κυρίως εκτός πραγματικότητας, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διαβίωσης του αλλοδαπού. Είναι η θέση μας ότι όλα όσα έχει αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας, ήταν καθαρά μεροληπτικά και εντελώς ανεδαφικά, με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και θεωρούμε τη μαρτυρία του εντελώς αναξιόπιστη στην ολότητα της και την απορρίπτουμε».

Με απλότητα και με ταπεινότητα…

Τονίζεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου, ότι «όλοι οι αλλοδαποί-παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, έχουν κάνει εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Παρουσιάστηκαν με απλότητα και ταπεινότητα, πλήρως σεβόμενοι τους όρκους τους και ανέφεραν στο Δικαστήριο με την παραμικρή λεπτομέρεια, πώς ο καθένας από αυτούς κατέληξε να έρθει στην Κύπρο για να εργαστεί, κάποιοι δε εξ αυτών ήταν σε θέση να προσκομίσουν και έγγραφα προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών τους. Ήταν εμφανές από την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος, καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους, πως αυτοί ήταν συγκρατημένοι, μάλλον φοβισμένοι και μαζεμένοι, παρά το ότι τόσο το καθεστώς παραμονής τους, όσο και οι συνθήκες διαμονής τους στη Δημοκρατία, μετά τις καταγγελίες τους και την αναγνώριση τους ως θύματα εμπορίας από το ΓΚΕΠ, έχουν σαφέστατα σταθεροποιηθεί και βελτιωθεί και δεν υπήρχε πιθανότητα απέλασης, ή άλλης εκμετάλλευσης τους.

Δεν διακρίναμε οποιαδήποτε τάση τους για υπερβολή στην εξιστόρηση των γεγονότων, αντιθέτως αυτοί αναφέρθηκαν στα γεγονότα με χρονική σειρά και λεπτομέρεια, με τρόπο που καταδείκνυε πως περιέγραφαν τις εμπειρίες όπως τις είχαν ζήσει, ούτε και διαφάνηκε ότι διακατέχονταν από εκδικητική τάση προς τους κατηγορούμενους. Τα παράπονα τους και τα όσα ανέφεραν εναντίον των κατηγορουμένων, τέθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο ηρεμίας και πλήρους λογικής αναδίπλωσης γεγονότων, χωρίς πάθος και χωρίς καμία τάση για ψέμα, αφού οι πλείστες αναφορές τους ήταν τεκμηριωμένες με έγγραφα, ονόματα και γεγονότα και συνάδουν πλήρως με τα ευρήματα των αστυνομικών -εξεταστών της υπόθεσης. Θεωρούμε επίσης απολύτως δικαιολογημένη τη θέση των πλείστων εκ των παραπονουμένων, πως έδιναν χρόνο και έδειχναν εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις περί βελτίωσης των συνθηκών εργασίας και παραμονής τους στην Κύπρο, εφόσον πρόκειται για άτομα με πολλές οικονομικές δυσκολίες και χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές να κερδίσουν τόσα χρήματα στη χώρα τους».

Χωρίς μένος και χωρίς πάθος…

Κατά την επισταμένη αντεξέταση τους, οι συνήγοροι Υπεράσπισης δεν κατάφεραν να κλονίσουν τα όσα οι παραπονούμενοι έχουν αναφέρει, αντιθέτως αυτοί υπομονετικά και με πλήρη σεβασμό προς το Δικαστήριο και τη διαδικασία, επέμεναν με απόλυτη σταθερότητα και αμεσότητα, στα όσα είχαν αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση τους, επιβεβαιώνοντας τα μάλιστα και με περισσότερες λεπτομέρειες. Η ειλικρίνεια τους ήταν διάχυτη, χωρίς να εκφράζονται με έχθρα ή μίσος, απέναντι στα άτομα που κατ΄ ισχυρισμό, τους εκμεταλλεύτηκαν ή κακομεταχειρίστηκαν, και σε καμία περίπτωση δεν απέκρυψαν το γεγονός, πως επιθυμία τους είναι να παραμείνουν στην Κύπρο και να συνεχίσουν να εργάζονται για να μπορέσουν να ξεπληρώσουν τα χρέη που συνήψαν για να έρθουν εδώ. Δεν δίστασαν να αποκαλύψουν ο καθένας το καθεστώς παραμονής του εδώ, καθώς επίσης ήταν σε θέση να δώσουν πλήρεις και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με την καθυστέρηση, στο να προβούν σε καταγγελία. Ακόμα και ο χρόνος που διέρρευσε από την υποβολή παραπόνου στην ΚΙΣΑ, μέχρι και τη λήψη κατάθεσης τους από τους αστυνομικούς του ΓΚΕΠ, κρίνεται απολύτως δικαιολογημένος, τόσο με βάση όσα οι ίδιοι ανέφεραν στο Δικαστήριο, αλλά και σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν και οι αστυνομικοί μάρτυρες, αναφορικά με τη σχετική διαδικασία, μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και την οποία εν πάση περιπτώσει, κρίναμε αξιόπιστη. Η γενική εντύπωση που άφησαν, ήταν πως κατέθεσαν με πλήρη αντίληψη και σεβασμό στον όρκο τους, αποκαλύπτοντας την αλήθεια και επιζητώντας την απονομή της δικαιοσύνης στους υπαίτιους, χωρίς μένος και πάθος εναντίον τους».

Φωτό: Μετά την κόλαση της Κανναβιούς, ο Mohammad Palus δηλώνει στην «24», επιτέλους «happy», γιατί εργάζεται σε αξιοπρεπείς συνθήκες, σε φρουταρία στο κέντρο της Λευκωσίας, γεγονός που ανέφερε και στο Δικαστήριο, όταν ρωτήθηκε σχετικά.