Μια ψυχίατρος, σε θανατική ανάκριση

Σκληρή αντεξέταση της Δρα Μαρίας Πίττα, από τον δικηγόρο της μητέρας νεαρού αυτόχειρα, χρήστη ναρκωτικών. «Δεν κατανοώ γιατί κλήθηκα ως μάρτυρας…»

Του Μάριου Δημητρίου

Μια ιδιαίτερα δύσκολη μέρα ήταν η Τρίτη, 7η Νοεμβρίου 2017, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, για τη Β. Διευθύντρια του ψυχιατρικού νοσοκομείου Αθαλάσσας, ψυχίατρο Δρα Μαρία Πίττα, λόγω της σκληρής αντεξέτασής της, από τον Μιχάλη Παρασκευά, δικηγόρο της μητέρας νεαρού αυτόχειρα, χρήστη ναρκωτικών, στο πλαίσιο της θανατικής ανάκρισης, για τις συνθήκες του θανάτου του, με θανατικό ανακριτή, τον Δικαστή Χρίστο Ρασπόπουλο. Ο νεαρός Α.Β. είχε νοσηλευτεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αθαλάσσας, με ψύχωση συνδεδεμένη με τη χρήση ναρκωτικών, στις 11 – 23 Ιουνίου 2014, στις 4 – 19 Αυγούστου 2014, στις 18 – 27 Σεπτεμβρίου 2014 και στις 14 – 15 Απριλίου 2015. Στις 15 Ιουνίου 2015, έξι μέρες μετά τα 23α γενέθλιά του, ανέβηκε στην ταράτσα πενταόροφης πολυκατοικίας στη λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη στη Λευκωσία και έπεσε στο κενό και στον θάνατό του. Τις τελευταίες τρεις βδομάδες πριν τον θάνατό του, διέμενε με τη γιαγιά του, στην περιοχή Λυκαβητού. Από τις εξετάσεις στο αίμα του, ανιχνεύθηκαν ναρκωτικές ουσίες. Ήταν χρήστης ναρκωτικών από τα 17 του χρόνια και σύμφωνα με ψυχιατρικές εκθέσεις, «παρουσίαζε ψυχωσικά συμπτώματα και υπό το κράτος στερητικών, γινόταν απειλητικός, αυτοκαταστροφικός ή ετεροκαταστροφικός, ενώ η κατάσταση του, επιδεινώθηκε τον τελευταίο μήνα πριν την αυτοκτονία του». Στις 28 Απριλίου 2015, τρεις μήνες πριν την αυτοκτονία του, η μητέρα του είχε υποβάλει γραπτό παράπονο στην Επιτροπή Εξέτασης Παραπόνων Ασθενών, για την παροχή φροντίδας υγείας κατά την εξέτασή του στις Πρώτες Βοήθειες, στις 30 Μαρτίου 2015, από την Δρα Πίττα και από τον ειδικευόμενο ψυχίατρο Δρα Ανδρέα Κουδουνά, που έκριναν ότι δεν χρήζει νοσηλείας ο γιος της, στο νοσοκομείο Αθαλάσσας.

«Απειλές σε μένα και στον εαυτό του»

Έγραφε στη σχετική επιστολή της, στην Επιτροπή Εξέτασης Παραπόνων Ασθενών, η μητέρα του αυτόχειρα, που είναι χωρισμένη από τον πατέρα του, από το 2000: «Ο γιος μου Α.Β. είναι 22 χρονών και είναι χρήστης ναρκωτικών. Η χρήση ουσιών, του έχει προκαλέσει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή με ψυχοφάρμακα, τα τελευταία 4 χρόνια περίπου. Εδώ και κάποιους μήνες, ο γιος μου έχει γίνει πάρα πολύ επιθετικός. Οι απειλές του, εστιάζονται κυρίως σε μένα και στον εαυτό του. Μου ζητά πάρα πολλά λεφτά καθημερινά, για να συνεχίζει τη χρήση. Εγώ αρνούμαι – δεν έχω να του δώσω λεφτά γι’ αυτό το σκοπό και έτσι απειλεί να με σκοτώσει, ή να αυτοκτονήσει ο ίδιος, ή να βάλει φωτιά στο σπίτι, καθώς θα είναι και ο ίδιος μέσα. Λόγω της επιθετικής του συμπεριφοράς, εγώ αναγκάστηκα να φύγω από το σπίτι μου και να μετακομίσω σε άλλο μέρος που δεν γνωρίζει και κρύβομαι. Ο ίδιος, συνεχίζει να μένει μόνος του, στο σπίτι μου. Παρόλο που έφυγα από το σπίτι, συνεχίζει να με απειλεί τηλεφωνικώς, αλλά και γραπτώς, με sms και email. Κατάγγειλα τις απειλές θανάτου, στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού (22 Φεβρουαρίου 2015) και στο ΤΑΕ (20 Μαρτίου 2015). Δεν θεωρώ ότι οι απειλές του είναι απλώς απειλές, αλλά υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να τις πραγματοποιήσει. Για να προστατεύσω τόσο τον ίδιο, που απειλούσε να αυτοκτονήσει ή να βάλει φωτιά, όσο και τον εαυτό μου και τυχόν άλλους, αναγκάστηκα στις 27 Μαρτίου 2015 να εκδώσω μέσω Δικαστηρίου, Διάταγμα για Υποχρεωτική Εξέταση από κυβερνητικό ψυχίατρο και ήταν η πέμπτη φορά, αφού προηγήθηκαν άλλες τέσσερις νοσηλείες. Λόγω της ιδιορρυθμίας της κατάστασης (ζει μόνος του και δεν ανοίγει την πόρτα, ούτε απαντά τηλέφωνα στους αστυνομικούς), χρειάστηκαν 4 μέρες για να εκτελέσει η Αστυνομία, το Διάταγμα».

«Δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία»

Συνεχίζει ως εξής, η επιστολή της μητέρας, στην Επιτροπή Εξέτασης Παραπόνων Ασθενών: «Στις 30 Μαρτίου 2015, τον εξέτασε η ψυχίατρος Μαρία Πίττα και ο ειδικευόμενος ψυχίατρος Ανδρέας Κουδουνάς, στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που έκριναν ότι δεν χρήζει νοσηλείας ο γιος μου. Θεωρώ ότι οι δύο γιατροί, δεν έδωσαν τη δέουσα σημασία στο σοβαρό ιστορικό του γιου μου, αλλά πήραν αυτή την απόφαση, με βάση μεμονωμένα κριτήρια και χωρίς να λάβουν υπόψη, τη γενική κλινική εικόνα. Εγώ επιμένω ότι δεν μπορεί κανένας να ξέρει αν θα πραγματοποιήσει τις απειλές του αυτές και η πρώτιστη μου έγνοια, ήταν να προστατεύσω το παιδί μου που απειλεί να αυτοκτονήσει και μετά τον εαυτό μου. Αν συμβεί οτιδήποτε, εγώ προσωπικά θα θεωρήσω αυτούς τους δύο γιατρούς, υπεύθυνους».

Επιστολή που η Επιτροπή έλαβε στις 22 Απριλίου 2015 από τη Δρα Μαρία Πίττα, αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι κατά την εξέτασή του, «δεν διαπιστώθηκε αυτοκαταστροφική, ή ετεροκαταστροφική συμπεριφορά από τον νεαρό, ούτε ψύχωση για την οποία θα έπρεπε να νοσηλευτεί και δεν παραπέμφθηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο».

«Δεν προέκυψε κάποια ψυχοπαθολογία»

Στη διαδικασία της θανατικής ανάκρισης της 7ης Νοεμβρίου 2017, παρουσιάστηκε ως πρώτος μάρτυρας ο αστυνομικός Λοϊζος Κυριάκου, σε σχέση με τον ψυχιατρικό φάκελο του νεαρού Α.Β. Στη συνέχεια η ψυχίατρος Μαρία Πίττα, δέχτηκε διευκρινιστικές ερωτήσεις από την εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας (η οποία, στο τέλος της διαδικασίας, ανέφερε στην «24» ότι δεν επιθυμεί να δημοσιευθεί το όνομά της) και ακολούθως ανέγνωσε την κατάθεσή της στην Αστυνομία, στις  29 Ιουνίου 2015, δύο εβδομάδες μετά την αυτοκτονία του νεαρού: «Τον Α.Β. τον εξέτασα στις 30 Μαρτίου 2015, για μία και μοναδική φορά, στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών (ΤΑΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, γύρω στις πέντε το απόγευμα. Η εξέταση έγινε μαζί με τον ειδικευόμενο Δρα Ανδρέα Κουδουνά και στην παρουσία της Αστυνομίας. Από τη ψυχιατρική εξέταση, πέραν της διαπίστωσης ότι ήταν χρήστης τοξικών ουσιών, δεν προέκυψε κάποια ψυχοπαθολογία, για την οποία θα έπρεπε να νοσηλευθεί στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αθαλάσσας. Πολύ συχνά, χρήστες τοξικών ουσιών, εξαιτίας της χρήσης, μπορεί να παρουσιάσουν ψύχωση και να νοσηλευθούν στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αθαλάσσας. Στην περίπτωση του νεαρού, δεν διαπιστώθηκε καμιά ψυχωσική συμπτωματολογία, για την οποία έπρεπε να νοσηλευθεί. Παρόλα αυτά, στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τον λόγο για τον οποίο εκδόθηκε το Διάταγμα, καλέσαμε στο τηλέφωνο τη μητέρα του νεαρού, κυρία Λ. Β. η οποία μας είπε ότι ο γιος της, της στέλνει απειλητικά μηνύματα ότι θα τη σκοτώσει, θα κάψει το σπίτι και ότι θα αυτοκτονήσει. Της ζητήσαμε να έρθει στο ΤΑΕΠ, για να δούμε από κοινού, πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη διαχείριση της περίπτωσης του νεαρού».

Η Δρ. Μαρία Πίττα απαντά σε ερωτήσεις δημοσιογράφων κατά την επίσκεψη βουλευτών της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, τον περασμένο Φεβρουάριο. Δίπλα της η Πρόεδρος της Επιτροπής, Στέλλα Κυριακίδου.

Γραπτή καταγγελία κατά Μιχαήλ Μ.

Σύμφωνα με την κατάθεση Μαρίας Πίττα, «μέχρι να φτάσει η κυρία Λ. Β. στο ΤΑΕΠ, έγινα δέκτης απειλητικού τηλεφωνήματος από τον «πατέρα» του νεαρού και «σύζυγο» της κυρίας Λ. Β. ο οποίος με απειλούσε ότι αν δεν βάλω τον νεαρό στο ψυχιατρείο, θα κάνει τα αδύνατα δυνατά, να με καταστρέψει, ότι ήδη η υπόθεση έχει φθάσει στο Προεδρικό και ότι θα ξοδέψει ό,τι έχει και δεν έχει, κυνηγώντας με, αν πάθει κάτι το «παιδί», ή η «σύζυγος» του. Όταν ήρθε η κυρία Λ. Β. της ανέφερα ότι ο «πατέρας» του νεαρού, με απείλησε. Μου είπε ότι αποκλείεται να ήταν ο πατέρας του Α.Β. αλλά θα πρέπει να ήταν ο σύντροφός της, Μιχαήλ Μ. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του Α.Β. μαζί με τη μητέρα του, διαφάνηκε ότι η σχέση των δύο, ήταν προβληματική και χωρίς καθόλου καλή επικοινωνία μεταξύ τους. Παρά την παρουσία της μητέρας του, που καθόταν δίπλα του, κατά την εκ νέου εξέτασή του, δεν ήταν παρανοϊκός, επιθετικός ή εριστικός μαζί της. Εξέφραζε παράπονο εναντίον της μητέρας του, για το ότι τον υποβάλλει συνεχώς στη διαδικασία του Διατάγματος Υποχρεωτικής Ψυχιατρικής Εξέτασης και ότι ανάλογα με τη διάθεσή της, του δίνει αρκετά λεφτά, 50 – 70 ευρώ καθημερινά, τα οποία γνωρίζει ότι θα τα χρησιμοποιήσει για αγορά ναρκωτικών. Την κατηγορεί ότι πολλές φορές, του στερεί αυτά τα λεφτά, με αποτέλεσμα να μπαίνει σε στερητικό σύνδρομο και τότε γίνεται υβριστικός, απειλητικός και καταστρεπτικός στο σπίτι. Ο ίδιος ανέφερε ότι μόνο σε μια περίπτωση, που νοσηλεύτηκε στο παρελθόν στο ψυχιατρείο, παρουσίασε ψύχωση και ότι τις άλλες φορές, δεν παρουσίασε ψύχωση. Κατηγορεί τη μητέρα του ότι πολλές φορές, σε σχέσεις της, κακοποιείτο και ο ίδιος ήταν παρών, για να την υπερασπιστεί. Η μητέρα νιώθει εξαντλημένη και απελπισμένη, λόγω της άρνησής του να μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Φοβόταν για την υγεία του και για τη δική της σωματική ακεραιότητα. Ανέφερε ότι το σπίτι της έχει καταστραφεί και είναι οικονομικά εξαντλημένη. Της εξηγείται μπροστά στον γιο της, ότι όλες αυτές οι απειλές τις οποίες εξαπολύει εναντίον της, είναι υπόθεση της Αστυνομίας και θα πρέπει να κάνει γραπτή καταγγελία. Συστήσαμε στον Α.Β. να πάει να μείνει με τον πατέρα του, αλλά δεν ήθελε, ούτε να επικοινωνήσουμε μαζί του. Προσπαθήσαμε μαζί με τον συνάδελφο, να πείσουμε τον νεαρό να ξεκινήσει εκ νέου, ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, όμως δεν ήθελε. Τέλος, αφού και κατά τη μακρόχρονη εξέταση και διαδραστική συνέντευξη, μαζί με τον Α.Β. και τη μητέρα του, δεν διαπιστώθηκε ψύχωση, καμιά διαταραχή στη σκέψη, στην αντίληψη, στο συναίσθημα και στη βούληση, για την οποία θα έπρεπε να νοσηλευθεί, δεν παραπέμφθηκε για νοσηλεία στο ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Θέλω να σημειώσω ότι μετά το τέλος της εργασίας μου στο ΤΑΕΠ, κατήγγειλα γραπτώς στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών, τον κύριο Μιχαήλ Μ. για τις κατηγορίες που εκσφενδόνισε εις βάρος μου και διατηρώντας κάθε νόμιμο δικαίωμά μου στο μέλλον. Επιπρόσθετα, από τότε δεν ξανα-εξέτασα ποτέ τον Α.Β. Όταν ξανα-νοσηλεύθηκε στις 14 Απριλίου 2015 και εξήλθε την επομένη, ούτε τον είδα, ούτε και τον εξέτασα και ούτε παρενέβηκα στη δουλειά των συναδέλφων, όπως με κατηγορεί ο κύριος Μιχαήλ Μ.».

Η ερώτηση που απαγόρευσε ο Δικαστής

Αντεξετάζοντας την Δρα Πίττα, ο Μιχάλης Παρασκευάς είπε ότι «του κάνει εντύπωση», που η ψυχίατρος «αναλώθηκε να καταγράψει στην ιατρική της έκθεση, τις απειλές εναντίον της και τη ρώτησε, «ποια σχέση έχει αυτό, με την υγεία αυτού του παιδιού;». Απαντώντας η Δρ Πίττα είπε ότι αφιέρωσε πολλές ώρες για να δει τον νεαρό και τη μητέρα του, αλλά ότι «έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της, εφόσον απειλήθηκε, γι’ αυτό και το κατέγραψε». Προσφεύγουμε στις σημειώσεις μας, για τον διάλογο με τον δικηγόρο, που ακολούθησε:

-Είστε πικραμένη;

-Όχι βέβαια, καθόλου πικραμένη. Νιώθω θλίψη ναι, που δεν μπόρεσαν να δουν, πόσο προσπαθήσαμε να βοηθήσουμε.

-Σας υποβάλλω ότι αυτά, είναι παντελώς άσχετα με τη δουλειά σας και το καθήκον σας ως ψυχίατρος και ως επαγγελματίας γιατρός, να προστατεύσετε τη ζωή ενός παιδιού.

-Τι να σας πω; Καμία σχέση, παντελώς άσχετο αυτό που λέτε.

-Σας υποβάλλω ότι αυτό, είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίσατε αυτό το παιδί και δεν του δώσατε τη δέουσα προσοχή και είχατε περιέλθει σε μια κατάσταση, που νιώθατε αδικημένη, επειδή δεν εκτιμούν τη δουλειά σας.

-Είμαι 25 χρόνια ψυχίατρος. Όταν απειλούμαι, διατηρώ το δικαίωμά μου να υπερασπιστώ τον εαυτό μου για τις απειλές που δέχομαι. Ανεξάρτητα από αυτό, δηλαδή του ενός λεπτού που έχω καταγράψει, αφιέρωσα τρεις ώρες βλέποντας τον νεαρό, μόνο του, μαζί με τη μητέρα του και προσπάθησα με κάθε τρόπο, να βοηθήσω. Δεν είχε ψύχωση. Στο ψυχιατρείο μπαίνουν τα άτομα που παρουσιάζουν ψύχωση, που εξαιτίας της κατάστασης της ψυχικής τους υγείας, θέτουν σε κίνδυνο τον εαυτό τους ή το περιβάλλον τους.

-Πώς νιώθετε που αυτό το παιδί, μετά που τον αφήσατε να φύγει, αυτοκτόνησε;

Στο σημείο αυτό επενέβη ο Δικαστής Ρασπόπουλος, λέγοντας ότι «δεν επιτρέπεται η ερώτηση». Ρώτησε στη συνέχεια τον δικηγόρο, «αν προσπαθεί να διασυνδέσει την εξέταση αυτή, με το θάνατο». Μετά την καταφατική απάντηση του Μ. Παρασκευά, ο Δικαστής του υπέδειξε «να προχωρήσει στην ουσία».

Μια έκθεση από τον Θάλαμο 23

Η επόμενη ερώτηση του δικηγόρου, αφορούσε την έκθεση της κυβερνητικής ψυχιάτρου Ειρήνης Γεωργίου, που δύο εβδομάδες μετά την έκθεση Πίττα, ζήτησε τη νοσηλεία του νεαρού, στο ψυχιατρείο.

-Τι άλλαξε και η συνάδελφός σας, ζήτησε τη νοσηλεία του;

-Η ψυχική κατάσταση ενός ατόμου που κάνει χρήση, είναι διαφορετική από τη μια ώρα, στην άλλη.

-Πώς γνωρίζετε αν την ώρα που τον εξετάζατε, ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών;

-Εξετάζοντάς τον, μιλώντας μαζί του, κάνοντάς του ερωτήσεις. Δεν εξέφρασε καμιά ψυχωσική συμπτωματολογία, εκείνη τη μέρα στην εξέταση.

Ο Μιχάλης Παρασκευάς, αναφέρθηκε στη συνέχεια, σε ιατρική έκθεση, ημερομηνίας 14 Απριλίου 2015, της ειδικευόμενης ψυχιάτρου Εύας Μπέλλα, ενώ ο νεαρός φιλοξενείτο στο Θάλαμο 23 του νοσοκομείου Αθαλάσσας, με βάση Διάταγμα Υποχρεωτικής Προσωρινής Νοσηλείας (και αφού το Διάταγμα Υποχρεωτικής Ψυχιατρικής Εξέτασης, το είχε εκτελέσει η Δρ. Ειρήνη Γεωργίου).

Αναφέρεται στην έκθεση αυτή, ότι «έστελνε απειλητικά μηνύματα στη μητέρα του, ζητούσε χρήματα, ανέφερε στην ίδια και στον πατέρα του, ότι θέλει να αυτοκτονήσει. Επίσης παρατήρησαν ψυχωσική συμπτωματολογία (πιθανόν επί χρήσης), τις τελευταίες ημέρες. Στη συνέντευξη, ο ίδιος είναι ήρεμος, συνεργάσιμος, αν και ευέξαπτος, κάποιες στιγμές. Αρνείται ψευδαισθήσεις και δεν εκφράζει παραληρηματικές ιδέες στην παρούσα φάση. Αρνείται αυτοκτονικό ιδεασμό. Αναφέρει ότι χειριστικά, όντως ανέφερε στους οικείους του ότι θα αυτοκτονήσει. Υπάρχει ιστορικό με προηγούμενες απόπειρες. (3 αναφέρουν οι γονείς). Παραδέχεται χρήση κάνναβης (συνεχίζει) και παλαιότερα κοκαϊνης και χρήση crystal (τελευταία πριν 2-3 μήνες). Αναγνωρίζει ότι στο παρελθόν, υπό επήρεια ουσιών, παρουσίαζε ψυχωσικά συμπτώματα. Δηλώνει απογοητευμένος από τα προγράμματα απεξάρτησης και μάλλον δεν έχει ιδιαίτερη κινητοποίηση, για να ξανα-ενταχθεί. Αναφέρει ότι παρακολουθείται από τον Δρα Βερεσιέ και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (Haldol, Akineton, Abilify, Hipnosedon και Oxycontin), χωρίς να είναι σίγουρος για την ακριβή δοσολογία. Διάγνωση: Χρήση ουσιών, επαγόμενη ψυχωσική διαταραχή. Τέθηκε σε φαρμακευτική αγωγή».

Η μητέρα του νεαρού αυτόχειρα, μαζί με τον δικηγόρο της Μιχάλη Παρασκευά, μιλούν στο Μάριο Δημητρίου τη μέρα της πρώτης ακρόασης της θανατικής ανάκρισης 7 Νοεμβρίου 2017 (Φωτογραφία Βάσια Χαραλαμπίδη).

 

Ήταν χειριστικός και προς τη ψυχίατρο;

Μιχάλης Παρασκευάς:

-Διαβάζω από το έγγραφο, ότι ο νεαρός αρνείται αυτοκτονικό ιδεασμό και ότι «αναφέρει, ότι χειριστικά, όντως ανέφερε στους οικείους του, ότι θα αυτοκτονήσει. Η συνάδελφός σας, κυρία Πίττα, λέει ότι αυτό το παιδί, είναι χειριστικό. Δηλαδή, όταν τον εξετάσατε, ήταν απολύτως χειριστικός απέναντί σας και έλεγε και συμπεριφερόταν με τρόπο ώστε να καταλήξετε στα συμπεράσματα που καταλήξατε.

-Και στο σημείωμά μου και στην κατάθεσή μου, γράφω ότι αναφέρει, ότι χειριστικά προς τη μητέρα του, απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει, ότι θα κάψει το σπίτι, ότι θα της κάνει κακό, γιατί θέλει λεφτά για να πάρει τη δόση του. Γιατί το βλέπετε αυτό, χειριστικό προς τον ψυχίατρο, όταν απειλεί τη μητέρα του και προσπαθεί να χειραγωγήσει τη μητέρα του, με τις απειλές που συχνά πυκνά εκτοξεύει προς τη μητέρα του;

-Συμφωνούμε απολύτως, αυτό σας λέω κυρία Πίττα, αυτό έκανε και με σας! Σας υποβάλλω ότι συμπεριφερόταν με αυτό τον τρόπο, για να πάρει αυτό που ήθελε από εσάς, δηλαδή να μη διατάξετε τη νοσηλεία του!

-Δεν συμφωνώ μαζί σας. Ήταν χειριστικός απέναντι στη μητέρα του, όχι απέναντι σε μένα.

-Πώς το ξέρετε αυτό;

-Επιτρέψτε μου, ότι 25 χρόνια ψυχίατρος, αυτό μπορώ να το διαπιστώσω. Δεν κατανοώ για ποιο λόγο συνδυάζετε την εξέταση που έγινε 30 Μαρτίου 2015, με μια αυτοκτονία που έγινε τρεις μήνες μετά.

«Προβαίνετε σε ένα κυνήγι μαγισσών»…

Μαρία Πίττα, προς Μιχάλη Παρασκευά:

-Έχω την αίσθηση ότι προβαίνετε σε ένα κυνήγι μαγισσών και είμαι στόχος…

-Νιώθετε ότι σας κυνηγούμε δηλαδή;

-Όχι, αλλά δεν κατανοώ γιατί κλήθηκα ως μάρτυρας, σε μια θανατική ανάκριση για ένα θάνατο που έγινε τρεις μήνες μετά, αφού τον εξέτασα για μια και μοναδική φορά και αφιέρωσα πολύ χρόνο, πράγμα που δεν συνηθίζεται να αφιερώνεται τόσος πολύς χρόνος στις εφημερίες, για την εξέταση ενός αρρώστου. Τι σχέση έχω εγώ με τη θανατική ανάκριση;

-Κυρία Πίττα, είστε εδώ, μαζί με περισσότερους από άλλους 20 μάρτυρες, σύμφωνα με τη διαταγή του θανατικού ανακριτή, που είναι το σεβαστό Δικαστήριο. Γνωρίζατε τον νεαρό;

-Πρώτη φορά τον έβλεπα. Και τελευταία…

-Γνωρίζατε ότι ήταν χρήστης ναρκωτικών;

-Τον ρώτησα και το έμαθα, ναι. Και την Αστυνομία.

-Αν σας έλεγε ο ίδιος, ότι δεν ήταν χρήστης ναρκωτικών, τι θα κάνατε; Και αν δεν ερχόταν η μητέρα του;

-Ήταν εκεί η Αστυνομία, για ενημέρωσή μου.

-Σας υποβάλλω ότι είναι εντελώς επιφανειακός, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η εξέτασή του.

-Αν η εξέταση διόμισι ωρών είναι επιφανειακή, τι να πω;

-Σας υποβάλλω ότι θα έπρεπε να δείτε το φάκελο του…

-Είστε άσχετος με τη ψυχιατρική εξέταση, δεν γνωρίζετε πώς γίνεται, αλλά έχετε δικαίωμα στην άποψή σας.

-Σας υποβάλλω ότι θα έπρεπε να διερευνήσετε και ποια φαρμακευτική αγωγή παίρνει.

-Τον έβλεπε ο θείος της μητέρας του, ψυχίατρος, με τον οποίο έχω εξαιρετική σχέση.

-Θα έπρεπε να εξετάσετε το φάκελο του και να κάνετε εξέταση, κατά πόσο ενώ ήσασταν μαζί του, ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών.

-Στις Πρώτες Βοήθειες, δεν διατίθεται ναρκοτεστ. Όταν ένας χρήστης, εξαιτίας ψύχωσης μπει στο ψυχιατρείο, κάνουμε ένα τεστ αν έχει κάνει χρήση ουσιών, ή όχι.

-Σας υποβάλλω ότι θα έπρεπε να εξετάσετε κατά πόσο αυτό το παιδί εκτός από ναρκωτικά ήταν υπό την επήρεια κάποιας φαρμακευτικής αγωγής, με βάση τον φάκελο του και τι φαρμακευτική αγωγή του έδιναν οι προηγούμενοι ψυχίατροι, ακόμα και ιδιώτες.

-Κανείς δεν εξετάζει τον φάκελο ενός αρρώστου, στις Πρώτες Βοήθειες. Γνώριζα τη φαρμακευτική του αγωγή, που συνταγογραφούσε ο συνάδελφος στη μητέρα.

-Επειδή σας το είπε η μητέρα; Ήταν αρκετό για σας, ό,τι σας είπε ο ίδιος και η μητέρα του;

-Ναι. Στις Πρώτες Βοήθειες, ήταν ένα περιστατικό που για μένα, ήταν ξεκάθαρη διάγνωση και δεν χρειαζόμουν κάτι επιπλέον. Επιτρέψτε μας να γνωρίζουμε και να αξιολογούμε την κατάσταση κάποιου όταν έρχεται να τον εξετάσουμε και να μη χρειάζονται όλοι οι φάκελοι. Επιτρέψτε μου ως ψυχίατρος, να γνωρίζω να εξετάζω ένα άρρωστο, όχι μόνο λόγω επιστημονικότητας και γνώσεων, αλλά και λόγω εμπειρίας και να κατανοώ αν κάποιος έχει ψυχιατρικό πρόβλημα, ή όχι. Και αν χρειάζεται νοσηλεία ή όχι.

-Ίσως να υπερεκτιμήσατε τη δική σας επιστημονικότητα…

-Δεν νομίζω, ρωτήστε να μάθετε..

 «Κανένα αρνητικό συναίσθημα προς τη μητέρα»

Μιχάλης Παρασκευάς:

-Εν τέλει κυρία Πίττα, αυτό το παιδί αυτοκτόνησε…

-Και φταίω εγώ, που τον είδα 30 Μαρτίου 2015 και που μετά από εμένα, τον εξέτασαν πέντε ψυχίατροι, τουλάχιστον;

-Δεν λέω ότι φταίτε εσείς. Λέω ότι εκ του αποτελέσματος, αυτό το παιδί που ήταν χρήστης πολύ σκληρών ναρκωτικών, δυστυχώς αυτοκτόνησε…

-Τη μέρα που τον εξέτασα εγώ, δεν ήταν υπό την επήρεια και δεν είχε ψύχωση.

*Να σημειώσουμε ότι η Δρ. Μαρία Πίττα, αμέσως μετά το τέλος της διαδικασίας στο Δικαστήριο και ερωτώμενη σχετικά από την «24», μας είπε: «Λυπάμαι πραγματικά για το θάνατο του παιδιού, ήταν πολύ συμπαθητικό και στην εξέταση ήταν πολύ καλά. Στενοχωριέμαι για τη μητέρα του, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Είναι πολύ σκληρό, αυτό που έχω υποστεί από αυτή την υπόθεση, αλλά δεν έχω κανένα αρνητικό συναίσθημα προς τη μητέρα».

*Νέα ακροαματική διαδικασία της θανατικής ανάκρισης, ορίσθηκε για τις 30 Νοεμβρίου 2017.

Φωτό: Η ψυχίατρος Δρ. Μαρία Πίττα, Β. Διευθύντρια του ψυχιατρικού νοσοκομείου Αθαλάσσας, ξεναγεί στο ίδρυμα, τις βουλευτίνες της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις 6 Φεβρουαρίου 2017.