Έσβησε τα κεράκια των 100ων γενεθλίων της, η Elsie Slonim

Σε ένα συγκινητικό πάρτι στο Ινστιτούτο Γκαίτε, όπου την Τετάρτη θα παρουσιάσει το νέο της βιβλίο!

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τα κεράκια των 100ων γενεθλίων της, έσβησε την περασμένη Τρίτη 21η Νοεμβρίου 2017, η Elsie Slonim, Εβραία κοσμοπολίτισσα και… Κυπριοπούλα, κάτοικος του νησιού μας από το 1939, σε ένα συγκινητικό πάρτι που οργάνωσαν οι φίλοι της στο Ινστιτούτο Γκαίτε, στη Νεκρή Ζώνη στη Λευκωσία, δίπλα στο «Λήδρα Πάλας» – στον ίδιο χώρο που το 2013, παρουσίασε το βιβλίο της «Lemons from Paradise», μια συγκλονιστική αυτοβιογραφία και μια συναρπαστική τοιχογραφία της Κύπρου, επί αποικιοκρατίας, επί ανεξαρτησίας, στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής και μετά από αυτήν, που αποτυπώνει με έναν υπόγειο σπαραγμό, το μοτίβο της ζωής της, δηλαδή τη μοναξιά και τους ανεκπλήρωτους πόθους της. Είπε στην «24» η Elsie Slonim ότι θα ήθελε φυσικά να κάνει το πάρτι των γενεθλίων της, στο σπίτι της, όμως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, αφού αυτό βρίσκεται από το 1974, μέσα στην απαγορευμένη Τουρκική Στρατιωτική Ζώνη, στην κατεχόμενη Λευκωσία. Με άδολη χαρά  ευχαρίστησε τους δεκάδες φίλους της που οργάνωσαν και παρευρέθηκαν στην εκδήλωση για τον ένα αιώνα ζωής της – Ελληνοκύπριους, Τουρκοκύπριους, Αυστριακούς, Ισραηλινούς και Γερμανούς, ιδιαίτερα δύο που ήρθαν από τη Γερμανία, ειδικά για το πάρτι γενεθλίων της. Μάλιστα, τους προσκάλεσε να παρευρεθούν στον ίδιο χώρο στο Ινστιτούτο Γκαίτε, την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017, όπου θα παρουσιάσει το νέο της βιβλίο με επίσης πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, που έχει εκδοθεί στη Βιέννη πριν ένα μήνα, στα Γερμανικά, μεταφρασμένο στα Αγγλικά, με τον τίτλο «Ahead of Time – The First Hundred Years». Η συγγραφή του, είναι προφανώς ένα πνευματικό και ψυχοσωματικό επίτευγμα, ενδεικτικό της εσωτερικής δύναμης αυτής της πολύ ξεχωριστής γυναίκας, μιας από τις πιο εντυπωσιακές που γνώρισα στη ζωή μου, που πάτησε τα εκατό, αλλά μοιάζει να έμεινε σχεδόν…ανέγγιχτη από αυτά.

ΗΠΑ, Αυστρία, Ρουμανία, Ουγγαρία

Η Elsie γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης στις 21 Νοεμβρίου 1917 και μεγάλωσε προπολεμικά στην κεντρική Ευρώπη, στην Αυστρία από όπου καταγόταν η μητέρα της και στη Ρουμανία-Ουγγαρία, από όπου καταγόταν ο πατέρας της. Όντας  πρόσφυγας από την Αυστρία, από όπου η οικογένειά της έφυγε λίγους μήνες πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μακριά από την αντιεβραϊκή υστερία των Ναζί, πιβιώνει  με σύνταξη που παίρνει από την Αυστρία. «Δεν έχω άλλη επιλογή. Κι έτσι λέω… είναι εντάξει», μου απάντησε όταν τη ρώτησα, πώς είναι να ζει μόνη.

Μια μοιρασμένη ζωή…

Από το 1974 η Elsie Slonim βιώνει μια μοιρασμένη ζωή (όπως η ίδια η Κύπρος), πηγαινοερχόμενη συχνά, στις ελεύθερες περιοχές. «Έλληνες και Ελληνοκύπριοι απαγορεύεται να μπουν στην Τουρκική Στρατιωτική Ζώνη, που σημαίνει ότι πρέπει να οδηγούμε στη νότια Λευκωσία ή σε άλλες περιοχές, για να δούμε τους φίλους μας», μου είπε σε συνάντησή μας σε ξενοδοχείο στη Λευκωσία, στη διάρκεια συνέντευξης με επίκεντρο το βιβλίο της. «Οι μη Έλληνες επισκέπτες μας, πρέπει να έχουν άδεια από τον τουρκικό στρατό, μετά που θα περάσουν τα ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά οδοφράγματα. Στο σπίτι με βοηθά από το 1974 η Τουρκοκυπρία Nadjieh, που είναι μαζί μου από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 το απόγευμα και επικοινωνούμε στα ελληνικά, αφού προφανώς δούλεψε με Έλληνες, όταν οι δύο κοινότητες ζούσαν μαζί ειρηνικά. Αυτή είναι η Κύπρος, (γελώντας), όλα είναι ανακατεμένα! Επίσης με βοηθά ένας Τουρκο-Βούλγαρος, που δεν μιλά αγγλικά ή ελληνικά και προσπαθούμε να συνεννοηθούμε…». Όπως μου είπε χαρακτηριστικά, «το σπίτι μου είναι στον βορρά, αλλά στην πράξη ζω στον νότο, αφού το ταχυδρομικό μου κιβώτιο είναι εδώ, η τράπεζά μου είναι εδώ, το σουπερμάρκετ μου είναι εδώ. Πηγαίνω εκεί μόνο για να… κοιμάμαι…» (γέλια).

Η μόνη μη Τουρκάλα, στον τουρκομαχαλλά

Τα εγγόνια και τα δισέγγονά της, μένουν μακριά, τα περισσότερα στο εξωτερικό και η Elsie κοιμάται τα τελευταία δέκα χρόνια, μόνη στο σπίτι της, αυτό το «είδος όασης στη μέση του πουθενά» όπως το περιγράφει στο βιβλίο. «Είμαστε οι μόνοι, μη Τούρκοι, που μείναμε στον τουρκομαχαλλά», μου είπε γελώντας, με τα σπασμένα ελληνικά της, με την απολαυστική, κυπριακή προφορά. Οι πιο κοντινοί της άνθρωποι, έχουν πεθάνει – ο άντρας της David Slonim το 2007 στα 101 του χρόνια (τάφηκε στο εβραϊκό κοιμητήριο της Λάρνακας), η κόρη της Rachel Daphne το 2009 στα 61 της χρόνια από καρκίνο και ο γιος της Reuven το 2011 στα 69 του χρόνια, από ανακοπή καρδιάς.

Όταν έχασε την πατρίδα της, Αυστρία

Έγραψε στο βιβλίο της ότι το 1938, είδε στη Βιέννη τον Γερμανικό στρατό να παρελαύνει στην πόλη… «Θεωρούσα το Baden και την Αυστρία ως την πατρίδα μου», συνέχισε, «μέχρι που μια ομάδα νεαρών Ναζί, μού επιτέθηκαν στον δρόμο και τότε κατάλαβα πως την έχασα. Αυτό το αίσθημα το έχω σε όλη τη ζωή μου και από τότε ψάχνω παντού να βάλω ρίζες, αλλά χωρίς επιτυχία». («Δεν επέστρεψα στην Αυστρία, παρά μόνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και μόνο ως τουρίστρια»), όπως σημείωσε στο βιβλίο. Στα 20 της χρόνια, το 1937, είχε παντρευτεί με πολιτικό γάμο τον Gyuri, ένα εκπαιδευόμενο σε δικηγορικό γραφείο, τον οποίο χώρισε ένα χρόνο αργότερα. Τους πρώτους μήνες του 1939, πριν καταλήξει στην Κύπρο αργότερα τον ίδιο χρόνο, με τον δεύτερο σύζυγό της David Slonim, τον οποίο δεν γνώριζε τότε, πήγε σε συγγενείς της στο Σικάγο των ΗΠΑ, «για να μη ντροπιάζει τον πατέρα της μετά το διαζύγιο», όπως έγραψε. Την ακολούθησε η αδελφή της Stella, ενώ οι γονείς της μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη. Τον David Slonim, τον συνάντησε ακριβώς σε αυτό το ταξίδι, στο πλοίο για την Αμερική. Όπως έγραψε, «αυτός  ήταν από την Παλαιστίνη, αλλά ζούσε στην Κύπρο, μιλούσε εβραϊκά και αγγλικά, ενώ εγώ δεν ήξερα εβραϊκά».

Ο βάλτος που μετατράπηκε σε… Φασούρι

Σύμφωνα με την αφήγηση της Elsie, «ο David γεννήθηκε στη Σιβηρία το 1905, από πατέρα σιωνιστή που πίστευε ότι οι Εβραίοι έπρεπε να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη και να γίνουν γεωργοί. Και έτσι η οικογένειά του πήγε στην Παλαιστίνη το 1910 και ο πατέρας του φύτευε εσπεριδοειδή, ιδιαίτερα πορτοκάλια, ενώ ο David σπούδασε σε γεωργικό κολέγιο κι έμαθε να καλλιεργεί εσπεριδοειδή. Την Κύπρο την ανακάλυψε, όταν το πλοίο που τον μετέφερε στην Ιταλία για να γίνει βοηθός του Guglielmo Marconi, εφευρέτη του ασύρματου τηλέγραφου, σταμάτησε στο νησί για να ξεφορτώσει εμπορεύματα. Κοντά στη Λεμεσό, είδε ένα μεγάλο βάλτο, που αντιλήφθηκε ότι ήταν κατάλληλος για καλλιέργεια εσπεριδοειδών. Αγόρασε τον βάλτο από μια αγγλική οικογένεια και σε λίγα χρόνια, τον μετέτρεψε σε μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις παραγωγής εσπεριδοειδών σε όλη τη Μέση Ανατολή, με χίλιους εργάτες Έλληνες και Τούρκους να εργοδοτούνται στο Φασούρι, όπως ήταν το όνομα της φυτείας. Σε εκείνη τη συνάντησή μας στο πλοίο για την Αμερική,  ο David πήγαινε στις ΗΠΑ για δύο μήνες για κάποια σεμινάρια και του έδωσα τη διεύθυνση του θείου μου στο Σικάγο. Ήρθε και με βρήκε λίγες μέρες αργότερα, μου έκανε πρόταση γάμου και μου πρότεινε να εγκατασταθούμε στην Κύπρο. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του και με ό,τι μου είπε για τη ζωή του, ξύπνησαν τα περιπετειώδη ένστικτά μου. Παντρευτήκαμε λοιπόν το 1939, στα 22 μου, με την παρουσία της αδελφής μου μόνο».

Μια επίσκεψη καβάλα στο άλογο

Το εξώφυλλο του «Lemons from Paradise», κοσμείται από μια παλιά φωτογραφία της Elsie Slonim, του 1946, όταν ήταν 29 χρόνων και πήγαινε επίσκεψη στους γείτονές της στο Φασούρι Λεμεσού, καβάλα στο άλογό της – μια εικόνα που αποτυπώνει ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ζωής της: την επιθυμία της να επικοινωνεί με τους άλλους, να τους δίνει και να παίρνει αγάπη και ταυτόχρονα να είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη πνευματικά. Το βιβλίο είναι εμπλουτισμένο με φωτογραφίες από το προσωπικό της άλμπουμ, από τα παιδικά της χρόνια μέχρι σήμερα.

Το μερίδιο σε περιπέτειες και αναστατώσεις

Η Elsie έζησε το μεγαλύτερο μέρος από τη μακρά, περιπετειώδη και μοναχική, σε μεγάλο βαθμό, ζωή της, μαζί με τον σύζυγό της David Slonim, πρώτα στη Λεμεσό και στο Φασούρι  και αργότερα, μετά το 1967, στη Λευκωσία. «Καθώς κοιτάζω πίσω στη ζωή μου», γράφει μεταξύ άλλων, «μπορώ να πω ειλικρινά ότι υπήρξα περισσότερο τυχερή από άτυχη και απόλαυσα περισσότερη ευτυχία από δυστυχία. Σίγουρα έχω κι εγώ το μερίδιό μου από περιπέτειες και αναστατώσεις που έζησαν οι περισσότεροι από εκείνους που μεγάλωσαν στην Ευρώπη, μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολέμων, αλλά αντίθετα από πολλούς από αυτούς που ήταν Εβραίοι, εγώ, οι γονείς μου και η αδελφή μου, επιβιώσαμε (σ.σ. από το Ολοκαύτωμα και τους Ναζί). Η γιαγιά μου από τον πατέρα μου, η κόρη της Regina, η κόρη και η εγγονή της Regina και όλοι οι θείοι και οι θείες μου στη Βουδαπέστη – άτομα τεσσάρων γενεών –  δεν επιβίωσαν. Ήμουν επίσης τυχερή να έχω παιδιά και εγγόνια και αν καταφέρω να ζήσω όλη τη δεκαετία των ενενήντα μου, είμαι βέβαιη ότι θα έχω να αγαπώ και να απολαμβάνω, περισσότερα από ένα, δισέγγονα».

 «Έπρεπε πάντα να παλεύω για όλα»

-Έχεις Ελληνοκύπριους φίλους;

-Πολλούς. Γενικά, μου αρέσουν οι άνθρωποι στην Κύπρο – είναι ανοιχτοί, ευγενικοί, καλοί. Ήταν πολύ καλοί με εμάς. Ζω στον τουρκικό μαχαλά και δεν συναναστρέφομαι τώρα με πολλούς Έλληνες, αλλά είχαμε πολύ καλές σχέσεις με τις οικογένειες Παυλίδη, Χασάπη και Πηλαβάκη στη Λεμεσό. Οι περισσότεροι από αυτούς, πέθαναν.

-Πώς είναι να έχεις ζήσεις τόσο πολύ;

-Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή μου κι έπρεπε πάντα να παλεύω για τη σχέση μου τον άντρα μου, για τα μωρά μου, για τα χρήματα…Ένας πόλεμος για όλα… Ο γιατρός μου είπε ότι αυτό ακριβώς, μου έδωσε μακροζωία. Το πολύ και συνεχές στρες…

Η φιλοξενία και η αποδοχή των Λεμεσιανών

Σύμφωνα με την αφήγηση στο βιβλίο, δύο χρόνια μετά την εγκατάστασή της στη Λεμεσό, το 1941, ενόψει πιθανής εισβολής των Γερμανών στην Κύπρο, που ήταν τότε βρετανική αποικία, αναγκάστηκε να φύγει με τον άντρα της στο Τελ Αβίβ, όπου έμεινε με τους γονείς της και άρχισε συστηματικά μαθήματα εβραϊκών. Εκείνος επέστρεψε στη φυτεία του στην Κύπρο και την επισκέφθηκε, τέσσερις μήνες μετά, την πρωτοχρονιά 1942. Τον Σεπτέμβρη εκείνου του χρόνου, γεννήθηκε ο γιος τους Reuven. Η Elsie επέστρεψε στην Κύπρο και στον άντρα της το 1945, μετά το τέλος του πολέμου. Στο βιβλίο της περιγράφει τη μοναχική ζωή της στο σπίτι τους στη φυτεία Φασουρίου, μαζί με το μικρό γιο της, τις βόλτες με άλογα για επισκέψεις στους γείτονες και μετά τις βόλτες με αυτοκίνητο στη Λεμεσό, για επισκέψεις σε δικούς της φίλους. Γράφει ότι έκανε φίλες δύο νεαρές ανύπαντρες Λεμεσιανές που επίσης ίππευαν, όπως και τον δικηγόρο Ζήνωνα Ρωσσίδη (μετέπειτα αντιπρόσωπο της Κύπρου στον ΟΗΕ). Έκαναν ιππασία μέσα στο πευκοδάσος Ακρωτηρίου, το γεμάτο ανεμώνες, όπως αναφέρει. Παρατηρεί ότι η φιλοξενία και η αποδοχή των Λεμεσιανών, παρά το ότι ήταν ξένη και Εβραία, την ενθουσίαζε. «Η Λεμεσός θα είναι πάντα η αγαπημένη μου πόλη της Κύπρου», συμπέρανε.

Η περιπλάνηση και η βόρεια Λευκωσία

Το 1948 ο άντρας της έδωσε παραίτηση από τη φυτεία Φασουρίου και βρήκε γη στο νότιο Ισραήλ, στην περιοχή Ασκελόν, όπου και εγκαταστάθηκαν, μαζί με τους γονείς της. Η Elsie και ο David Slonim, επέστρεψαν στην Κύπρο και στη Λευκωσία αυτή τη φορά, τον Σεπτέμβρη 1953, «αλλά υπήρχε αναταραχή που θα άλλαζε για πάντα τη ζωή μας», όπως παρατήρησε. Προετοιμαζόταν η δημιουργία της ΕΟΚΑ και του ένοπλου αγώνα με αίτημα την απελευθέρωση της Κύπρου από τον βρετανικό ζυγό και την ένωση με την Ελλάδα. Μετά από μια σύντομη εγκατάσταση στο Παρίσι, όπου ο άντρας της βρήκε εργασία, επέστρεψαν ξανά στην Κύπρο. Ο David Slonim αγόρασε γη στη Λευκωσία και στην Κερύνεια για να δημιουργήσει νέες φυτείες και ταυτόχρονα άνοιξε με τον γιο τους, κτηματομεσιτικό γραφείο στη Λευκωσία. Η κόρη τους επέστρεψε από το Ισραήλ και συμμετείχε στη δουλειά του γραφείου. Το 1967 έκτισαν το σπίτι τους στα βόρεια προάστια της Λευκωσίας και η οικογένεια απόλαυσε μια ήσυχη ζωή με πολλές κοινωνικές σχέσεις, πάρτι και άλλες κοσμικές συναθροίσεις. Μέχρι το μαύρο καλοκαίρι του 1974…

Τρεις βδομάδες στο υπόγειο καταφύγιο

Απόσπασμα από το «Lemons from Paradise»: «Αποφάσισα να μην εγκαταλείψω το σπίτι μου, λόγω των εχθροπραξιών, τον Ιούλη 1974. Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς ως συνήθως και κοίταξα έξω από το παράθυρο του υπνοδωματίου μου. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν είδα έναν ουρανό γεμάτο με Τούρκους αλεξιπτωτιστές που κατευθύνονταν στον κήπο του σπιτιού  μου και στα διπλανά χωράφια…. Προηγήθηκε μια στιγμή απόλυτης σιωπής και ύστερα ήχησαν με δαιμονισμένο θόρυβο σειρήνες και εκρήξεις από όλες τις κατευθύνσεις…Ο πόλεμος μαινόταν πάνω από τα κεφάλια μας για τρεις βδομάδες που τις βγάλαμε στο υπόγειο καταφύγιο του σπιτιού…Ένα απόγευμα, στις 24 Αυγούστου 1974, ακούσαμε φωνές στα τουρκικά και μετά κάποιος να φωνάζει στα αγγλικά, αν είναι κανείς στο σπίτι. Ήταν ένας οπλισμένος Τούρκος αξιωματικός και ένας επίσης βαριά οπλισμένος Τουρκοκύπριος νεαρός με πολιτικά ρούχα που γνώριζε τον άντρα μου, γιατί ο πατέρας του δούλεψε για χρόνια στη φυτεία στο Φασούρι και ο άντρας μου τον φρόντισε, όταν αρρώστησε. Ο αξιωματικός, μας διαβεβαίωσε ότι στρατιώτες θα προσέχουν το σπίτι επί 24ωρης βάσης για να μη μας ενοχλήσει κανείς. Για μας ο πόλεμος τέλειωσε εκείνη τη μέρα, όχι όμως και οι επιπτώσεις του. Το σπίτι μας είχε διαλυθεί. Όλα τα τζάμια και γυαλιά είχαν κομματιαστεί, υπήρχαν παντού τρύπες από σφαίρες και θραύσματα από βλήματα στους τοίχους και στις πόρτες. Ό,τι είχε απομείνει από τα έπιπλα, ήταν κατάλληλο μόνο για καυσόξυλα, ενώ το σπίτι έβραζε σαν φούρνος, αφού το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν κομμένο και δεν δούλευε το σύστημα κλιματισμού».

Η σιωπή που θα διαρκέσει για πολύ…

«Πιστέψαμε ότι αυτή η κατάσταση θα ήταν προσωρινή», έγραψε η Elsie Slonim «και νιώσαμε τυχεροί που μας επιτράπηκε να μείνουμε στο σπίτι μας που ήταν και εξακολουθεί να είναι, στην Τουρκική Στρατιωτική Ζώνη, απαγορευμένη για τους Ελληνοκύπριους και γι’ αυτούς που έφυγαν πριν αρχίσει ο πόλεμος. Από τους πρώην γείτονές μας, μόνο στους Camerons (ζεύγος Σκοτσέζων), επιτράπηκε να μείνουν. Τώρα, περισσότερα από τριάντα χρόνια αργότερα, οι Camerons έχουν πεθάνει και είμαστε η μοναδική οικογένεια μη Τούρκων, που ζούμε στην περιοχή, βόρεια της «Πράσινης Γραμμής». Έχουμε επιδιορθώσει τις ζημιές στο σπίτι και το επιπλώσαμε πιθανόν καλύτερα από πριν, αλλά είναι ένα μοναχικό σπίτι. Γύρω του σχεδόν σε κάθε κατεύθυνση, υπάρχουν πράγματα που θυμίζουν το προάστιο της Λευκωσίας που ήταν κάποτε. Τα σπίτια εκείνων που ήταν φίλοι μας και γείτονές μας, παραμένουν ακατοίκητα και προοδευτικά καταρρέουν. Εκεί που κάποτε υπήρχαν υπέροχοι ευωδιαστοί κήποι, τώρα υπάρχουν μόνο αγριόχορτα και ερείπια, ενώ η σιωπή που βασιλεύει μέρα νύχτα, εκεί που άκουγες μόνο μουσική και γέλια, είναι η σιωπή του νεκροταφείου. Αυτή η σιωπή, υποθέτω, θα διαρκέσει για πολύ καιρό ακόμη».

Μόνος είναι στο τέλος, ο καθένας…

«Ευγνωμονώ την Κύπρο που έδωσε στον David και σε μένα ένα σπιτικό και τους ανθρώπους του νησιού που μας έδωσαν ένα τόσο υπέροχο καλωσόρισμα», πρόσθεσε η Elsie Slonim. «Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό γιατί υπήρξα πιο τυχερή, ακόμα και από τους πιο πλούσιους φίλους μου. Μεγαλώνοντας στην Αυστρία και ως Εβραία έχοντας επιβιώσει το Ολοκαύτωμα και όλα τα άλλα κακά του 20ου αιώνα, σίγουρα έχω μια κληρονομιά που δεν έχουν άλλοι. Πραγματικά νιώθω ευλογημένη που σε αυτή την προχωρημένη ηλικία έχω ένα επίπεδο ζωής καλύτερο από το μέσο όρο… Υπάρχουν φυσικά γεγονότα και καταστάσεις στη μακρά μου ιστορία, που θα άλλαζα αν μπορούσα, αλλά είναι σχετικά λίγα και ασήμαντα. Αλλά και αν μπορούσα να κάνω αυτές τις αλλαγές, υπάρχει ένα γεγονός της ζωής που δεν θα μπορούσα να αλλάξω. Ανεξάρτητα από το πόσο με αγαπούν η οικογένεια και οι φίλοι μου, στο τέλος θα είμαι μόνη. Αλλά δεν είναι ο καθένας, στο τέλος, μόνος;».

Με ανθοδέσμες προσέρχονται αρκετοί φίλοι της Elsie, αφού η ίδια, τους διαμήνυσε από πριν, να μην της φέρουν δώρα.

Έχοντας δίπλα της τη Διευθύντρια του Ινστιτούτου Γκαίτε, Karin Varga, η Elsie Slonim δέχεται τις ευχές και τα συγχαρητήρια των φίλων της.

Μικρή παρέμβαση στην εκδήλωση, από τον Ελβετό Walter Bopp, παλιό φίλο της οικογένειας Slonim – για τουλάχιστον 25 χρόνια, όπως πληροφόρησε ο ίδιος την «24».

Στην υγειά σας, με ένα ποτήρι κρασί, από την Elsie Slonim και τον Μάριο Δημητρίου.

Φωτό: Με χαμόγελο και περισσή χάρη, η Elsie Slonim ετοιμάζεται να κόψει την τούρτα των 100ων γενεθλίων της.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Βάσια Χαραλαμπίδη