Στη φυλακή βαποράκι κοκαΐνης στο Λιοπέτρι και τη Ξυλοφάγου

Εκτελούσε οδηγίες άλλου προσώπου, που πέθανε πριν ένα μήνα, λόγω υπερβολικής χρήσης κοκαΐνης

Του Μάριου Δημητρίου

Η εκπληκτική παρατηρητικότητα αστυνομικού της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ), οδήγησε στη σύλληψη, τη δίκη και την καταδίκη νεαρού μεταφορέα ναρκωτικών, σε πέντε χρόνια φυλάκιση και στην αποκάλυψη κυκλώματος εμπορίου κοκαϊνης, ο αρχηγός του οποίου πέθανε πριν μερικές βδομάδες λόγω υπερβολικής χρήσης κοκαϊνης.

Αυτά προκύπτουν μέσα από την απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, με Πρόεδρο την Έλενα Εφραίμ και Πάρεδρους τους Νίκο Γερολέμου και Στέλλα Χριστοδουλίδου – Μέσσιου, που στις 20 Δεκεμβρίου 2017, καταδίκασε τον 28χρονο Ελάδη Σουσανίδη από τη Γεωργία, μόνιμο κάτοικο Λάρνακας, σε πέντε χρόνια φυλάκιση, για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, 600,9 γραμμαρίων κοκαΐνης. Για την Κατηγορούσα Αρχή, παρουσιάστηκε η κυρία Π. Ευθυβούλου – Ευθυμίου για Γενικό Εισαγγελέα και για τον κατηγορούμενο ο δικηγόρος Μ. Γεωργίου, με την κυρία Λ. Δήμου. Το Δικαστήριο σημείωσε «τη θέση του συνηγόρου του, πως ο κατηγορούμενος δεν αποκάλυψε το όνομα του βασικού εμπόρου της επίδικης ποσότητας και τον οποίο εξυπηρετούσε, λόγω φόβου για την ασφάλεια και τη ζωή του, και μόνο αφότου αυτός απεβίωσε, ένιωσε ασφαλής να τον κατονομάσει».

Με ταξί, σε λατομείο στις Βάσεις

Σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, «κατόπιν παραδοχής, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι 600,9 γραμμαρίων κοκαΐνης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 7 Ιουλίου 2017 στο Λιοπέτρι της επαρχίας Αμμοχώστου και στη Ξυλοφάγου στο έδαφος των Βρετανικών Βάσεων. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι τα ακόλουθα: Στις 7 Ιουλίου 2017 και περί τις 20:15 οι αστυνομικοί Α. Αντρέου και Μ. Σάββα, (Μ.Κ.10 και 11 επί του κατηγορητηρίου αντίστοιχα), μαζί με άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., διακινούντο στον αυτοκινητόδρομο Αγίας Νάπας – Λάρνακας. Κοντά στην έξοδο Λιοπετρίου, πρόσεξαν ένα ταξί να κινείται με χαμηλή ταχύτητα και ο Μ.Κ.10 κοίταξε προς το μέρος του οδηγού του ταξί και αναγνώρισε ως συνοδηγό, τον κατηγορούμενο, πρόσωπο γνωστό στην Υ.ΚΑ.Ν. Ο Μ.Κ.10 ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα και έλαβαν οδηγίες να ακολουθήσουν το ταξί. Ο οδηγός του ταξί στη συνέχεια ανέπτυξε ταχύτητα και βγήκε από την έξοδο Ξυλοφάγου. Ο Μ.Κ.10 συνέχισε να τον παρακολουθεί και διαπίστωσε ότι κινήθηκε προς την περιοχή των λατομείων της Ξυλοφάγου. Σε κάποιο σημείο το ταξί σταμάτησε και ο κατηγορούμενος εξήλθε από τη θέση του συνοδηγού, κρατώντας μια νάιλον τσάντα η οποία, όπως διαπιστώθηκε, περιείχε κοκαΐνη. Αμέσως το ταξί απομακρύνθηκε από την περιοχή με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο, αφήνοντας τον κατηγορούμενο σε εκείνο το μέρος. Ο Μ.Κ.10 πλησίασε τον κατηγορούμενο, ζητώντας την ταυτότητα του και όπως παραμείνει στο μέρος, μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων, η οποία είχε στο μεταξύ ειδοποιηθεί. Περί τις 21:00, με την άφιξη μελών της Αστυνομίας των Βρετανικών Βάσεων, διεξήχθη έρευνα στην περιοχή, όπου εντοπίστηκε σε μικρή απόσταση από τον κατηγορούμενο, η προαναφερόμενη τσάντα, κρυμμένη σε θάμνο. Αυτή υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο και του επιστήθηκε η προσοχή στον Νόμο. Στη συνέχεια παραλήφθηκε από αστυφύλακα των Βρετανικών Βάσεων, ενώ παραλήφθηκαν και δύο κινητά τηλέφωνα, μετά από έρευνα στον κατηγορούμενο. Τα τεκμήρια τέθηκαν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας. Σε ανάκριση που ακολούθησε στον Αστυνομικό Σταθμό, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη με την υπόθεση και αρνήθηκε να υπογράψει οτιδήποτε. Στις 12 Ιουλίου 2017, εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης του για οκτώ μέρες».

Περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες

Προστίθεται στη δικαστική απόφαση, ότι «από τις επιστημονικές εξετάσεις εντοπίστηκε γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στο σακούλι με τα ναρκωτικά, καθώς επίσης και ενός άλλου προσώπου, το οποίο διώκεται σε ξεχωριστή υπόθεση, η οποία εκκρεμεί ενώπιον άλλου Κακουργιοδικείου. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος του κατηγορουμένου εστιάστηκε στην άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου και στο λευκό ποινικό μητρώο του. Αναφέρθηκε επίσης στον δευτερεύοντα ρόλο του ως απλού μεταφορέα, στους οικονομικούς λόγους που τον ώθησαν να προβεί στην αξιόποινη συμπεριφορά του και στις προσωπικές του συνθήκες, καλώντας το Δικαστήριο να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν ναρκωτικά είναι δεδομένη και αντανακλάται πρωτίστως στις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές, οι οποίες και αποτελούν τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα η οποία απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, ειδικότερα ενόψει των πολύ σοβαρών συνεπειών της χρήσης αυτών, κυρίως από νεαρά άτομα. Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με την έξαρση η οποία δυστυχώς παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα, επιβάλλει την ανάγκη αντιμετώπισης τους με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, στα πλαίσια της προσπάθειας των Δικαστηρίων προς καταπολέμηση της διασποράς των ναρκωτικών και προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, αποδίδοντας περιορισμένη βαρύτητα στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη».

Δεν ήταν ο ιθύνων νους της επιχείρησης

«Πρόκειται για αρκετά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών τάξεως Α’ και βεβαίως είναι ευτύχημα το γεγονός πως η παρουσία και επέμβαση της Αστυνομίας, είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό της επίδικης ποσότητας και κυρίως τον αποκλεισμό της διασποράς της σε χρήστες», αναφέρει επίσης το Δικαστήριο στην απόφασή του και προσθέτει: «Δεν διαφεύγει την προσοχή μας πως, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης, αλλά πως αυτός είχε τον ρόλο του απλού μεταφορέα, εκτελώντας οδηγίες και εντολές άλλου προσώπου, το οποίο και κατονόμασε, εφόσον έχει αποβιώσει μόλις πριν ένα μήνα, λόγω υπερβολικής χρήσης κοκαΐνης. Βεβαίως, όπως επισήμανε και ο συνήγορος, ακόμα και ο ρόλος του μεταφορέα έχει τη σημασία του σε μια παράνομη δραστηριότητα διακίνησης ναρκωτικών. Δυστυχώς η ύπαρξη και προθυμία ατόμων, όπως ο κατηγορούμενος, προς εκτέλεση τέτοιων οδηγιών, δίνει και το έναυσμα στους πρωταγωνιστές και έμπορους της κάθε επιχείρησης εμπορίας ναρκωτικών, να χρησιμοποιούν τέτοια άτομα για τον παράνομο αυτό σκοπό, χωρίς οι ίδιοι να αποκαλύπτονται με οποιονδήποτε τρόπο. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, η δεινή οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου τον κατέστησαν ευάλωτο στο δέλεαρ του όποιου οικονομικού οφέλους θα αποκόμιζε από αυτή του τη δράση, αψηφώντας παντελώς τη ζημιά που η παράνομη αυτή δραστηριότητα θα επέφερε στους αγοραστές και χρήστες των ναρκωτικών. Εξ ου και αποδέχθηκε να προβεί στην επίδικη μεταφορά έναντι του χρηματικού ποσού των 500 ευρώ, το οποίο ήταν το όφελος του, σε αντάλλαγμα της δικής του εμπλοκής. Όπως ορθώς επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης, οι οικονομικές δυσκολίες του κατηγορουμένου, δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για να καταφύγει σε αυτή την σοβαρή παράνομη δραστηριότητα. Εάν δεχόμασταν πως άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση και γενικώς σε οποιασδήποτε μορφής δύσκολη θέση, μπορούν να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, αυτό θα συνιστούσε ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου, στη διατήρηση της νομιμότητας. Λαμβάνουμε ως ελαφρυντικό παράγοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και επίσης λαμβάνουμε υπόψη, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου, για τη διάπραξη των αδικημάτων».

Τρεις μέρες κόλασης σε container

«Παρόλο που στην Αστυνομία δεν παραδέχθηκε εμπλοκή στην υπόθεση, εντούτοις δεχόμαστε πως η παραδοχή του στο Δικαστήριο, είναι στοιχείο έμπρακτης ένδειξης μεταμέλειας και πρέπει να αμείβεται με την ανάλογη έκπτωση», συνεχίζει η δικαστική απόφαση. «Λαμβάνουμε υπόψιν τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιέχονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και αναφέρθηκαν εκτενώς και στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Αμπχαζία και έχει ένα μικρότερο αδελφό, 25 ετών. Σε ηλικία 5 ετών βίωσε τον πόλεμο και τόσο η μητέρα του, όσο και τα δύο παιδιά, μπήκαν σε ένα εμπορευματοκιβώτιο (container) και μεταφέρθηκαν στη Ρωσία, όπου παρέμεναν εκεί μέσα για τρεις μέρες χωρίς φως, φαγητό και νερό, ακούγοντας μόνο βομβαρδισμούς. Ο πατέρας του είχε παραμείνει να πολεμήσει και εμφανίστηκε τρία έτη αργότερα. Λόγω οικονομικών δυσκολιών, αρχικά ο πατέρας και το 2002 η υπόλοιπη οικογένεια, μετακόμισαν στη Θεσσαλονίκη. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β΄ τάξη Γυμνασίου και λόγω των οικονομικών δυσκολιών, αναγκάστηκε να διακόψει τη φοίτηση του και να εργαστεί. Από την ηλικία των 12 ετών, και ενώ δεν δικαιούτο λόγω ηλικίας, αυτός ασχολείτο με οικοδομικές εργασίες για να ενισχύει οικονομικά την οικογένεια του, ενώ η μητέρα εργαζόταν ως καθαρίστρια, ασχολία την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο πατέρας του απεβίωσε πριν δέκα έτη και έτσι ο κατηγορούμενος ανέλαβε το βάρος στήριξης και συντήρησης της οικογένειας του. Το 2006 η οικογένεια ήρθε στην Κύπρο και ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως οικοδόμος ελαιοχρωματιστής. Μέχρι τα 18, ασχολείτο και με την άρση βαρών. Μετά την οικονομική κρίση και λόγω μη εξεύρεσης ενασχόλησης στον οικοδομικό τομέα, ο κατηγορούμενος εργάζεται ως DJ σε νυκτερινό κέντρο στην Αγ. Νάπα κατά την τουριστική περίοδο, ήτοι για 9 μήνες, με μηνιαίο εισόδημα 900 ευρώ, το οποίο πρέπει να τους αρκεί για ολόκληρο το έτος και ταυτόχρονα ενισχύει και τον αδελφό του, ο οποίος φοιτά στην Ξενοδοχειακή Σχολή. Η εμπειρία του πολέμου και οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, με την απώλεια της εργασίας του σε τακτά διαστήματα, τον ώθησαν στην αποδοχή της πρότασης για μεταφορά της επίδικης ποσότητας έναντι του ποσού των 500 ευρώ. Δεν παραγνωρίζουμε βεβαίως τις δυσκολίες που πέρασε ο κατηγορούμενος και ακόμα το ότι τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο, αντιμετώπισε δυσμενή διάκριση και ρατσισμό, λόγω της καταγωγής του. Δεν μας διαφεύγει το σχετικά νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, κάτι το οποίο και σαφώς συνεκτιμούμε για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής».