«Την τεμάχιζε επί 4 ώρες…»: Το ανατριχιαστικό έγκλημα πάθους, που σημάδεψε την ελληνική κοινωνία του ’80 (Εικόνες)

Πρόκειται για το πιο «φρικιαστικό έγκλημα των μεταπολεμικών αστυνομικών χρονικών» σύμφωνα με το δημοσιογράφο Πάνο Σόμπολο, μέτρ του αστυνομικού ρεπορτάζ, ο οποίος βρέθηκε τότε αντιμέτωπος με ένα από τα πιο δυνατά ρεπορτάζ της καριέρας του.

Οι πρωταγωνιστές του δράματος

Η υπόθεση αφορά την ιστορία της Ζωής Γαρμανή και του Παναγιώτη Φραντζή. Εκείνη, μια πανέμορφη τελειόφοιτος λυκείου, 16 χρονών, όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται «ένα ξανθόμαλλο κορίτσι με πανέμορφα χαρακτηριστικά και φιδίσιο σώμα». Αυτός ένας 25χρονος φοιτητής της ΑΣΟΕΕ, ο οποίος εργάζεται σε γραφείο.

Η γνωριμία τους γίνεται τον Οκτώβριο του 1985 σε μια καφετέρια. Συναντιούνται και ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος! Σύντομα γίνονται ζευγάρι και ξεκινά μια σχέση πραγματικά θυελλώδης. Οι δυο τους θα χωρίσουν και θα ξανασμίξουν πολλές φορές. Εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, η μεν Ζωή αρέσκεται στις βόλτες και στις διασκεδάσεις, ο δε Παναγιώτης πιο κλειστός σαν τύπος, έχοντας ως μόνο κοινό το γεγονός ότι είναι και οι δύο αρκετά δυναμικοί, γεγονός που κάνει τις συγκρούσεις τους ακόμα πιο έντονες και επεισοδιακές.


Το ζευγάρι Παναγιώτης Φραντζής και Ζωή Γαρμανή

Μέσα από συχνές αντιπαραθέσεις και χωρισμούς, αποφασίζουν να παντρευτούν το Νοέμβριο του 1986, ένας γάμος, που δυστυχώς δε φάνηκε να βελτιώνει το μεταξύ τους «εκρηκτικό» κλίμα. Η Ζωή παραμένει εκδηλωτική και αυτάρεσκη, ενώ δε διστάζει να φλερτάρει, ακόμα κι όταν ο Παναγιώτης είναι παρών, με τον ίδιο να ζηλεύει παράφορα και να προσπαθεί να την εξουσιάσει.

Η νύχτα του φόνου

Το κακό δεν άργησε να έρθει… Το βράδυ της 24ης Ιουνίου 1987 το ζευγάρι επιστρέφει στο σπίτι του στα Κάτω Πατήσια, έπειτα από νυχτερινή διασκέδαση. Η Ζωή θέλει να συνεχίσουν την έξοδό τους, ενώ ο Παναγιώτης διαφωνεί και τότε ξεσπάει για άλλη μια φορά μεταξύ τους καυγάς. Μόνο που αυτός έμελλε να είναι ο τελευταίος για την άτυχη κοπέλα…

Σύντομα οι φωνές και οι βρισιές επεκτείνονται σε χειροδικία από μέρους και των δύο, ενώ ο έλεγχος χάνεται όταν εκείνη του λέει «Είσαι ανίκανος. Εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα».

Ο Παναγιώτης βγαίνει εκτός ελέγχου, της ορμάει και σύμφωνα με τα λεγόμενά του, την σπρώχνει, τραυματίζοντάς την θανάσιμα.


Η άτυχη Ζωή Γαρμανή

Ο ίδιος θα πει: «Κάποια στιγμή την έσπρωξα, καθώς παλεύαμε και έπεσε με το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κάτω γωνιά του κρεβατιού. Έμεινε ακίνητη. Όταν άρχισα να συνέρχομαι από την έξαλλη κατάσταση που βρισκόμουν, τα έχασα, δεν ήξερα τι να κάνω. Για μισή ώρα την έβλεπα και την ξανάβλεπα έχοντας τα λογικά μου τελείως χαμένα. Κανένας δε θα πίστευε ότι πέθανε επάνω στον καβγά».

Ο τεμαχισμός

Τα λεπτά, που ακολουθούν είναι βασανιστικά. Σοκαρισμένος και με τις τύψεις να τον κυριεύουν, ο Παναγιώτης μέσα στην «παράνοιά» του αποφασίζει να καλύψει το έγκλημα, που διέπραξε. Σχεδιάζει με μαθηματική ακρίβεια το σχέδιο του και ξεκινάει την ολοκλήρωσή του.

Αφού μετέφερε το πτώμα της συζύγου του στη μπανιέρα, έχοντας ως σύνεργα ένα μαχαίρι και ένα σφυρί ξεκινάει να το τεμαχίζει! Η φρικτή διαδιακασία κρατάει από τις 3:30 τα ξημερώματα, μέχρι τις 7:00 το πρωί. Το πτώμα κόβεται σε 16 κομμάτια.

Ανατριχιαστικές είναι οι λεπτομέρειες του τεμαχισμού.. Αφού αποκεφαλίζει το πτώμα, αφαιρεί τα μάτια, τη μύτη και τα αυτιά, προκειμένου να μη μπορεί να αναγνωριστεί και στη συνέχεια τοποθετεί τα κομμάτια του σώματος σε πλαστικές σακούλες, τις οποίες και σκορπάει σε διάφορους γειτονικούς κάδους απορριμμάτων.

Κατα τη διάρκεια της διαδικασίας ο δράστης φέρεται να κλαίει συνεχώς, ενώ αρκετές φορές χρειάστηκε να σταματήσει, λόγω του ότι έκανε εμετό.

Πώς ανακαλύφθηκε το έγκλημα

Ο Παναγιώτης πίστευε πως έχει οργανώσει το τέλειο έγκλημα. Τα απορριματοφόρα του Δήμου, αφού θα συνέλεγαν τα σκουπίδια, θα τα πολτοποιούσαν και στη συνέχεια θα τα μετέφεραν στη χωματερή. Οπότε τα ίχνη θα εξαφανίζονταν. Στη συνέχεια ο ίδιος θα δήλωνε στην αστυνομία την εξαφάνιση της συζύγου του και όλα θα έβαιναν καλώς.

Σε περίπτωση που για κάποιο λόγο τα ανθρώπινα μέλη ανακαλύπτονταν πριν την περισυλλογή από τα απορριματοφόρα, η πιθανότητα αναγνώρισης του πτώματος ήταν μηδαμινή, μιας και το πτώμα ήταν αποκεφαλισμένο και είχαν αφαιρεθεί από το κεφάλι τα μάτια, η μύτη και τα αυτιά.

Κάτι όμως δεν είχε υπολογίσει καλά.. Το πρωινό της 25ης Ιουνίου ο συλλέκτης Κώστας Βουζίκης ψάχνοντας στους κάδους της ίδιας περιοχής για γραμματόσημα σε φακέλους αλληλογραφίας, ήρθε αντιμέτωπος με τη φρίκη. Ο ίδιος θα δηλώσει: «Νόμισα ότι είναι χοιρινό κρέας. Μόλις το αναποδογύρισα διαπίστωσα ότι ήταν κομμάτι από γυναικείο σώμα».

Η αστυνομία ειδοποιήθηκε αμέσως και πράγματι ακόμα και όταν βρέθηκε το κεφάλι της σε ένα κάδο του δήμου, αυτό ήταν τόσο κακοποιημένο, που ήταν αδύνατο να αναγνωριστεί σε ποιον ανήκε.

Ποιανού είναι το πτώμα;

Τα πράγματα πήγαιναν όπως τα είχε σχεδιάσει. Τα μέλη του σώματος της γυναίκας του ανακαλύφθηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν. Κι όμως υπήρχε ένα στοιχείο, ένα μικρό στοιχείο, που θα τον πρόδιδε και ο ίδιος ούτε καν το φανταζόταν.


Ο δολοφόνος Παναγιώτης Φραντζής

Σε μια από τις σακούλες με τα τεμαχισμένα ανθρώπινα μέλη βρέθηκε εντός μια απόδειξη αγοράς από το κρεοπωλείο του Αναστασίου Δριμούση. Σε αυτήν, αν και ήταν ματωμένη, φαίνονταν καθαρά η ημερομηνία και η ώρα της αγοράς, με αποτέλεσμα όταν η αστυνομία επισκέφθηκε το εν λόγω μαγαζί, ο κρεοπώλης να θυμηθεί τους πελάτες, ένας από τους οποίους ήταν ο δράστης. Ο οποίος όμως είχε προλάβει να κάνει τη διαφορά, αφού αποφάσισε να παραδοθεί από μόνος του, πριν προλάβουν να φτάσουν οι αστυνομικοί σ’ αυτόν.

Η ομολογία του στην Αστυνομία

Ομολογεί: «Σκότωσα τη γυναίκα μου. Ήταν ατύχημα». Ο δράστης υποδεικνύει πού είχε πετάξει τα διάφορα μέλη του και όλα ταιριάζουν με τα όσα είχαν γίνει. Το τεμαχισμένο πτώμα ανήκει πράγματι στη σύζυγό του Ζωή..

Σε κατάσταση σοκ και εν μέσω ασυναρτησιών, ενώ αρχικά δηλώνει ότι δε θυμάται πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, στη συνέχεια αρχίζει να περιγράφει το όλο σκηνικό. «Είχε θιγεί ο εγωισμός μου και είχα ζωστεί από κατώτερες και πεζές σκέψεις και συναισθήματα (…). Όταν μου’ δειξε την αδιαφορία, φαρμακώθηκα σα να μου είχαν κάνει τη μεγαλύτερη αδικία. Παρ’ ότι έτρεμα ολόκληρος από τα νεύρα μου, θεώρησα καλό να μην αντιδράσω, να μη δώσω συνέχεια, γιατί καταλάβαινα πως δε θα μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου, ήταν και δύο η ώρα το βράδυ».


Πρωτοσέλιδα εφημερίδων

Κατά την αναπαράσταση του τεμαχισμού, αφήνει άφωνους τους πάντες, όταν ρωτήθηκε, πως είχε καταφέρει να τεμαχίσει το πτώμα με τόση ακρίβεια: «Δεν είναι ανάγκη να δουλεύω σε κρεοπωλείο για να ξέρω. Είναι πολύ εύκολο. Δεν είναι τίποτα το δύσκολο, αρκεί να σημαδεύεις τις κλειδώσεις».

Οι αντιδράσεις του κόσμου και τα πρωτοσέλιδα

Η κοινή γνώμη παρακολουθεί σοκαρισμένη τις λεπτομέρειες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας.

Αιμοσταγείς τίτλοι κοσμούν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδα. Η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Έθνος» και δείχνει τα μέλη της Ζωής και την προσπάθεια του ιατροδικαστή να τα βάλει σε «σωστή» σειρά, προκαλεί θύελλα αντιδράσεων.


Πρωτοσέλιδα εφημερίδων

 

Πλήθος κόσμου έξω από το σπίτι που έγινε το αποτρόπαιο έγκλημα, προσπαθεί να λιντσάρει το στυγερό φονιά και φωνάζει «Θάνατος, Θάνατος!».


Πρωτοσέλιδα εφημερίδων

Η ανατροπή με την έκθεση του ιατροδικαστή

Την απόλυτη ανατροπή έφερε η έκθεση του ιατροδικαστή, σύμφωνα με την οποία ο θάνατος δεν προκλήθηκε από χτύπημα στο κεφάλι, αλλά από ασφυξία. «Βρέθηκαν ασφυκτικά φαινόμενα στον πνεύμονα και την καρδιά.».

Ο δράστης στραγγάλισε τη γυναίκα του και στη συνέχεια την τεμάχισε. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο δράστης αποκεφάλισε το πτώμα της συζύγου του ήταν για να εξαφανίσει τα σημάδια από τα χέρια του στο λαιμό του.

Ο ιατροδικαστής Πάνος Γιαμαρέλος όσο αφορά τον τρόπο, που έγινε το έγκλημα είπε ότι «δείχνει μια ψυχική διαστροφή του εγκληματία, αφού μετά το θάνατο ηδονιζόταν ή εκδικούνταν κάνοντας κομμάτια το θύμα του.».

Η δίκη

Στη δίκη ο κατηγορουμένος αρνήθηκε πεισματικά την εκδοχή περί στραγγαλισμού, ενώ ισχυρίστηκε ότι κυριεύθηκε από πανικό και προέβη στον τεμαχισμό του πτώματος. Χαρακτηριστικά είπε «Δεν την σκότωσα εγώ. Xτύπησε πάνω στον καβγά. Ό,τι έγινε μετά, το έκανα για να εξαφανίσω το πτώμα, γιατί πανικοβλήθηκα και φοβήθηκα!».


Κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Παναγιώτης Φραντζής

Παρά τους ισχυρισμούς του δράστη, η έκθεση του ιατροδικαστή ήταν ξεκάθαρη. Ο θάνατος προήλθε από ασφυξία. Ο δε Εισαγγελέας στην αγόρευσή του ήταν καταπέλτης.

Η ποινή

Ο Παναγιώτης Φραντζής την 1η Οκτωβρίου 1988, κρίνεται ένοχος για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και περιύβριση νεκρού και του επιβάλλεται η ποινή της ισοβίου καθείρξεως.

Οδηγείται στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, ενώ κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του πηγαινοέρχεται σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα (από τον Κορυδαλλό στην Κέρκυρα, στην Αλικαρνασσό και μετά πάλι πίσω στον Κορυδαλλό).

Άσκησε έφεση για αποφυλάκιση, η οποία εκδικάστηκε το 1991 και απορρίφθηκε. Μετά το 1997 εκμεταλλευόμενος τη νομοθετική ρύθμιση περί εκπαιδευτικών αδειών των κρατουμένων, συνέχισε τις σπουδές του και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στην ΑΣΟΕΕ, προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές του, τις οποίες άφησε στη μέση.

Το Σεπτέμβριο του 2003 αιτείται την υφ’ όρον απόλυσή του, όμως το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών έχει διαφορετική γνώμη και εκδίδει απορριπτική απόφαση. Το ίδιο συμβαίνει άλλες δύο φορές το 2004 και το 2005.

Οι τύψεις τον κατέτρεχαν μια ολόκληρη ζωή, ενώ ο ίδιος είχε δηλώσει λίγα χρόνια μετά τη δίκη του: «Αυτό που δεν σκέφτηκε κανείς ως τώρα είναι ο δικός μου πόνος. Δολοφονήθηκε η γυναίκα μου και δεν είχα κανέναν να κυνηγήσω. Ποιον να κυνηγήσω; Εγώ τη σκότωσα».

Τελικά ο Φραντζής αποφυλακίζεται τον Οκτώβριο του 2005 από τις φυλακές Άγιας Χανίων «συνεπεία ευεργετικού υπολογισμού 2.316 ημερών εργασίας και αναστολής εκτελέσεως του υπολοίπου της ποινής του».

Στις μέρες μας θεωρείται ότι επανεντάχθηκε στο κοινωνικό σύνολο.

———-

Mε πληροφορίες από: e-nafpaktia.gr, newsonly.gr, Εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», Εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ»