Με τα Κρυμμένα Παιδιά στην Ελλάδα της Κατοχής

Ένα από αυτά τα παιδιά, ο Αλέξανδρος Σίμχα, σήμερα 81 ετών, ήταν στην Κύπρο πριν λίγες μέρες

Του Μάριου Δημητρίου

«Θα είμαι πάντα ευγνώμων για τη χαρά, τη συγκίνηση και την ικανοποίηση που μου πρόσφεραν οι οργανωτές των εκδηλώσεων αυτής της βδομάδας και ιδιαίτερα για τη δυνατότητα να μιλήσω στα παιδιά τα σχολείων της Κύπρου, για την εμπειρία μου ως επιζών του Ολοκαυτώματος», είπε ο 81χρονος Αλέξανδρος Σίμχα, Έλληνας εβραϊκής καταγωγής από την Καβάλα, κάτοικος Αθηνών, απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους, στα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης, με τίτλο «Κρυμμένα Παιδιά στην Ελλάδα της Κατοχής», την Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018, στον χώρο των Μουσείων του Παγκυπρίου Γυμνασίου στη Λευκωσία, με την ευκαιρία της Διεθνούς Ημέρας Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος. «Θα δείτε στην έκθεση που εγκαινιάζεται σήμερα σε αυτό το υπέροχο Μουσείο», πρόσθεσε, «διάφορες ιστορίες παιδιών, που μαζί με τις οικογένειές τους ή ξεχωριστά, κρύφτηκαν και απέφυγαν την εξόντωσή τους από τους Γερμανούς ή τους Βούλγαρους συμμάχους τους, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα από αυτά τα παιδιά, είμαι κι εγώ». Ο Αλέξανδρος Σίμχα, που γεννήθηκε το 1937, αφηγήθηκε ότι «η οικογένειά μας γλίτωσε, χάρη στη διορατικότητα του πατέρα μας, ο οποίος, πριν έρθουν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στην Ελλάδα, κατέβασε όλη την οικογένεια, στην Αθήνα. Εγκαταλείψαμε το ωραίο και άνετο σπίτι μας στην Καβάλα, ο πατέρας παράτησε τη δουλειά του σε μια μεγάλη καπνεμπορική εταιρία, την περιουσία του και την καριέρα του, κρυφτήκαμε στην Αθήνα και σωθήκαμε. Αυτό έγινε, αφού οργάνωσε τον διαχωρισμό της οικογένειας, για να μειωθεί ο κίνδυνος εντοπισμού μας, ως Εβραίων – αλλού πήγε εκείνος, αλλού η μάνα μας με τους δύο αδελφούς μου, αλλού εγώ και μόνο έτσι γλιτώσαμε, χάρη στη βοήθεια των Αθηναίων γειτόνων μας και κάποιων φίλων». Ο Αλ. Σίμχα χαρακτήρισε το Ολοκαύτωμα, «την κατάσταση όπου ο άνθρωπος, φτάνει στο απόλυτο κακό ως θύτης και στο έσχατο όριο της ανθρώπινης αντοχής, ως θύμα».

Στην περιφέρεια του πλαισίου της γενοκτονίας

Να σημειώσουμε ότι η έκθεση με τίτλο «Κρυμμένα Παιδιά στην Ελλάδα της Κατοχής», θα διαρκέσει μέχρι τον Απρίλη 2018 και περιλαμβάνει 24 περιπτώσεις παιδιών Ελληνοεβραίων που διασώθηκαν σε ελληνικές πόλεις και χωριά, από χριστιανούς, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και που συγκέντρωσε το Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδος, όπως ανέφερε σε ομιλία της το βράδυ των εγκαινίων, η Διευθύντρια του Μουσείου, Αρχαιολόγος Ζανέτ Μπαττίνου. Είπε ότι, «τα «Κρυμμένα Παιδιά», καθιερωμένος ταξινομικός όρος των σπουδών του Ολοκαυτώματος, αποτελούν μια από τις πλέον ανεπανάληπτες –όσο και άγνωστες– πτυχές της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα. Εκατοντάδες αγόρια και κορίτσια, από όλες σχεδόν τις ισραηλιτικές κοινότητες της χώρας, βρήκαν φαγητό, στέγη, καταφύγιο, λόγια ενθάρρυνσης ή παρηγοριάς, ακόμα και νέες οικογένειες, στα αισθήματα αλληλεγγύης του χριστιανικού πληθυσμού. Ζώντας σε ψυχολογικά αντίξοες συνθήκες στην ύπαιθρο ή στις πόλεις, αποστηθίζοντας τα ψεύτικα ονόματα και διατηρώντας την ελπίδα, ανακατεμένη με το ηχητικό αποτύπωμα της γερμανικής μπότας στην ψυχή τους, αυτά τα παιδιά, σύμφωνα με μια εύστοχη έκφραση, «έχασαν το τρένο για το Άουσβιτς» και συγκροτούν μια ιδιαίτερη κατηγορία μαρτύρων της τραγωδίας του Ολοκαυτώματος, στην περιφέρεια του πλαισίου της γενοκτονίας. Ιστορίες άγνωστες ή αποσιωπημένες για χρόνια, σήμερα καταλαμβάνουν τη θέση που τους αξίζει, στο ερευνητικό και εκπαιδευτικό τοπίο». Η Διευθύντρια του ΕΜΕ, είπε ότι στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, «υπήρξαν μερικές εκατοντάδες Έλληνες «Δίκαιοι», για την ακρίβεια 328 άνθρωποι. Οι σωτήρες των Εβραίων ενήργησαν με διάφορους τρόπους, ανέλαβαν πρωτοβουλίες και προήλθαν από ένα μεγάλο φάσμα επαγγελματικών και κοινωνικών στρωμάτων. Οι περιπτώσεις του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού που, σε συνεργασία με τον Αρχηγό της Αστυνομίας Πόλεων Άγγελο Έβερτ συγκρότησαν ένα εξαιρετικά λειτουργικό δίκτυο έκδοσης ψεύτικων ταυτοτήτων στην Αθήνα, συνιστούν μάλιστα μια ελληνική ιδιαιτερότητα εμπλοκής υψηλών θεσμικών προσώπων στην υποστήριξη των διωκόμενων Εβραίων. Ωστόσο, η ιστορία των «Δικαίων», εκτείνεται σε περιοχές, κατά πολύ ευρύτερες μιας υπέρβασης καθήκοντος των θεσμικών παραγόντων, εκείνης της σκοτεινής εποχής. Ο ανθρωπισμός απλών και «συνηθισμένων» ανθρώπων, αθέατων πρωταγωνιστών της ιστορίας, εγγράφεται στο πεδίο μιας αντίστασης της καθημερινής ζωής. Οι ιστορίες παροχής βοήθειας, ή απόκρυψης Εβραίων στην κατοχή, δεν αντλούν από κάποιο έξοχο ηρωισμό, αλλά από μια ισχυρή αίσθηση ηθικού καθήκοντος, η οποία εκφράστηκε με χειρονομίες αλληλεγγύης στον φίλο, τον γείτονα ή τον συνάδελφο, τον άγνωστο, τον καταδιωκόμενο, τον αδύναμο. Η διαχρονικά ισχυρή λάμψη αυτών των πράξεων, οφείλεται στο ότι προήλθαν από ανθρώπους της διπλανής πόρτας οι οποίοι – για λόγους σύμφυτους με την ουσία της πράξης – ποτέ δεν διεκδίκησαν για τους εαυτούς τους, τον τίτλο του ήρωα».

«Σήμερα νιώθω θυμό»…

Όπως είπε ο Αλέξανδρος Σίμχα στην εκδήλωση των εγκαινίων της έκθεσης, «από τους 100 χιλιάδες Εβραίους που ζούσαν στην Ελλάδα με την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, γλίτωσαν μόνο ένα ποσοστό 5-8%, ενώ οι υπόλοιποι άφησαν τη ζωή τους στα βασανιστήρια, στα κρεματόρια, στα τοξικά αέρια, ή πριν ακόμα φτάσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης». Επεσήμανε ότι «οι Εβραίοι της Καβάλας, έχουν μια ξεχωριστή θέση από τους υπόλοιπους Εβραίους της Ελλάδας, γιατί την πόλη μας, την κατέλαβαν οι Βούλγαροι και όχι οι Γερμανοί και τους εξόντωσαν σχεδόν όλους στην Καβάλα. (σ. σ. Η εξόντωση του Εβραϊκού πληθυσμού της πόλης, συνέβη το 1943, όταν η Βουλγαρία έθεσε υπό την κατοχή της το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας, αφού είχε προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο. Οι Βούλγαροι συγκέντρωσαν όλη την Εβραϊκή κοινότητα και την οδήγησαν στον θάνατο, είτε βουλιάζοντας τα πλοία που τους μετέφεραν στον Δούναβη, είτε μεταφέροντας τους στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Βουλγαρική κατοχή ελληνικών εδαφών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, άρχισε με την είσοδο του Βουλγαρικού στρατού στις 20 Απριλίου 1941 και έληξε με την οριστική αποχώρησή του, στις 26 Οκτωβρίου 1944. Αυτά τα τρία χρόνια, ήταν  μια μαύρη σελίδα στην Ιστορία της περιοχής, η απάνθρωπη μεταχείριση των Ελλήνων και των Εβραίων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης). «Σήμερα νιώθω θυμό, γιατί άφησαν να γίνουν όλα αυτά, γιατί άφησαν τον Χίτλερ και τον πιο αποτρόπαιο φασισμό να κυριαρχήσει, πρώτα στη Γερμανία και μετά σε όλη την Ευρώπη», είπε εμφαντικά, ο Αλέξανδρος Σίμχα. «Είναι τραγικό, ότι στις χώρες που γεννήθηκε ο Διαφωτισμός, οι ιδέες της ελευθερίας της ισότητας και της αδελφοσύνης, εκεί ποδοπατήθηκαν. Νιώθω θυμό, γιατί ακόμα και σήμερα, αυτό το αυγό του φιδιού και πάλι εκκολάπτεται και όλος ο κόσμος, μένει σχεδόν απαθής».

Για 14 μήνες σε άλλη οικογένεια

Δύο μέρες πριν τα εγκαίνια της έκθεσης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Αλέξανδρος Σίμχα, αφηγήθηκε με λεπτομέρειες, τις συνθήκες και τα γεγονότα της διάσωσής του ως μικρό παιδί στην Ελλάδα της Κατοχής, σε διάλεξη στην Πανεπιστημιούπολη, που οργάνωσε τη Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018, το Πανεπιστήμιο Κύπρου, σε συνεργασία με τη Πρεσβεία του Ισραήλ. Συντονιστής ήταν ο Γιώργος Καζαμίας, Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είπε μεταξύ άλλων ο Αλ. Σίμχα, ότι με την άφιξή της στην Αθήνα, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε αρχικά σε ένα υπόγειο σπίτι, δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, «αλλά μόλις έφτασαν οι Γερμανοί στην περιοχή, ο πατέρας μας μετέφερε σε ένα διαμέρισμα στο Παγκράτι, αφού προπλήρωσε στον ιδιοκτήτη, δύο χρόνων ενοίκια». Πρόσθεσε ότι την οικογένειά του, βοήθησαν τρεις ελληνικές οικογένειες – δύο αξιωματικών του στρατού, που έμεναν στην ίδια πολυκατοικία και ενός θεολόγου που έμενε στην ίδια γειτονιά. «Τους εκμυστηρευτήκαμε ότι είμαστε Εβραίοι και μας βοήθησαν να εκδώσουμε όλοι ψεύτικες ταυτότητες και μεταχρονολογημένα πιστοποιητικά χριστιανικής βάπτισης, να πάρουμε ψεύτικα μικρά ονόματα και να αλλάξουμε το επίθετο της οικογένειας από Σίμχα, επί το ελληνικότερο, Σιμίχας. Στη συνέχεια, αποφασίστηκε σε συνεννόηση με τους ευεργέτες μας, το κάθε μέλος της οικογένειας να ζήσει ξεχωριστά, για να μειωθεί ο κίνδυνος εντοπισμού και σύλληψης. Η μάνα μου με τον μεσαίο αδελφό μου, πήγαν αλλού, όπως και ο μεγάλος αδελφός μου που ήταν τότε 14 ετών και που επανενώθηκε μαζί τους αργότερα, ενώ εμένα με φιλοξένησαν στο σπίτι τους, κοντά στο Κολωνάκι, μια συγγενική οικογένεια του ενός από τους στρατιωτικούς της πολυκατοικίας στο Παγκράτι». (σ. σ. Ο πατέρας του είχε φύγει για να πολεμήσει στη Μέση Ανατολή). Πρόσθεσε ότι για λόγους ασφαλείας, δεν έπρεπε να έχει και δεν είχε καμιά επαφή με τους γονείς και τα αδέλφια του, στους 14 μήνες που κράτησε ο χωρισμός της οικογένειας Σίμχα.

Στιγμιότυπο από τη διάλεξη στο Πανεπιστήμιο Κύπρου – δεξιά ο συντονιστής της βραδιάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Γιώργος Καζαμίας.

Μέρος της έκθεσης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο.

 Φωτό: Ο Αλέξανδρος Σίμχα με τη σύζυγό του Νίκη (ορθόδοξη χριστιανή), που τον συνόδευσε στο ταξίδι του στην Κύπρο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Βάσια Χαραλαμπίδη