Έφεση στο Ανώτατο εναντίον του Roxy…

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αντελήφθη την ουσία της εμπορίας προσώπων και βασικά θεώρησε την υπόθεση, σαν συναινετική πορνεία»

Του Μάριου Δημητρίου

Έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο καταχώρησε στις 28 Φεβρουαρίου 2018 ο Χάρης Σταυράκης, δικηγόρος της 41χρονης Charitin (Charo) Baez Nunez, από τη Δομινικανή Δημοκρατία, παντρεμένης και μητέρας τριών παιδιών, που είναι αναγνωρισμένο από την Αστυνομία, θύμα εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, εναντίον της απόρριψης από τoν  Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Αλέξανδρο Παναγιώτου, στις 19 Ιανουαρίου 2018, της αστικής αγωγής στην οποία  η γυναίκα προχώρησε, απαιτώντας αποζημιώσεις, από τους κατ’ ισχυρισμό, εκμεταλλευτές της. Αυτή ήταν η πρώτη φορά στην Κύπρο, που ένα θύμα εμπορίας, προσέφυγε στο Δικαστήριο με αστική αγωγή. Ο Χ. Σταυράκης αναφέρει στην έφεση ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα αποφάσισε να απορρίψει τη μαρτυρία της ενάγουσας σαν αναξιόπιστη στο σύνολό της», ενώ χαρακτηρίζει «αυθαίρετο και παράλογο», το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να δώσει μια λογικοφανή και πειστική εκδοχή για τα γεγονότα. «Το πρωτόδικο Δικαστήριο», τονίζεται στην έφεση, «δεν αντελήφθη την ουσία της εμπορίας προσώπων και βασικά θεώρησε την υπόθεση, σαν υπόθεση συναινετικής πορνείας».

Η αθώωση στην ποινική διαδικασία

Εναγόμενοι στην αστική αγωγή, την οποία η «24» παρακολούθησε ανελλιπώς, ήταν ο Γιαννάκης Γεωργίου, ιδιοκτήτης του καμπαρέ Roxy, παρά την οδό Ρηγαίνης στην παλιά Λευκωσία, το οποίο έχει κλείσει πριν αρκετά χρόνια, ο 73χρονος Αντουάν (Τόνι) Μπαλάν, πρώην σερβιτόρος στο καμπαρέ αυτό, η 35χρονη Gleny Castillo από τη Δομινικανή Δημοκρατία, παντρεμένη στην Κύπρο τα τελευταία δέκα χρόνια, πρώην χορεύτρια στο καμπαρέ Roxy και ο 71χρονος Κύπριος σύζυγός της Παύλος Χατζημακρής, που την επίδικη περίοδο 2008, ήταν σερβιτόρος και μάγειρας στο Roxy, όλοι κάτοικοι Λευκωσίας. Η Charo Nunez, υποστήριξε ότι εξαπατήθηκε και έτυχε σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τους τέσσερις εναγόμενους. Να τονίσουμε ότι η ποινική πτυχή της υπόθεσης, έχει εκδικαστεί το 2009-2010 στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας και οι έξι κατηγορούμενοι (ανάμεσα στους οποίους οι τέσσερις εναγόμενοι στην αστική αγωγή), έχουν αθωωθεί, γιατί οι παραπονούμενες, εργαζόμενες στο Roxy, όλες από τη Δομινικανή Δημοκρατία, όλες αναγνωρισμένα από την Αστυνομία, θύματα σωματεμπορίου, θεωρήθηκαν από το Κακουργιοδικείο, «αναξιόπιστες». Οι πέντε παραπονούμενες, περιλαμβανομένης της ενάγουσας, είχαν φτάσει στην Κύπρο στις 18 Απριλίου 2008 και τον Μάϊο και Ιούνιο του ίδιου χρόνου, κατάγγειλαν στην Αστυνομία εξώθησή τους στην πορνεία. Στη συνέχεια τέθηκαν υπό την προστασία του Γραφείου της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων και φιλοξενήθηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης το 2009, στο καταφύγιο της οργάνωσης ΣΤΙΓΜΑ στη Λεμεσό, με υπεύθυνη την Έλενα Πισσαρίδου. Φιλοξενήθηκαν στη συνέχεια στο κρατικό καταφύγιο στη Λευκωσία, όπως και στο καταφύγιο της οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking, επίσης στη Λευκωσία. Τελικά παρουσιάστηκαν στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας το 2009 και κατέθεσαν εναντίον των κατηγορουμένων, μόνο η Charo και η Aricha, ενώ η Denny κατέθεσε υπέρ των κατηγορουμένων.

«Ανεπίτρεπτη προκατάληψη εναντίον της ενάγουσας»

Υπενθυμίζουμε ότι στη διάρκεια δεκάωρης αντεξέτασής της, στις 16 και 17 Φεβρουαρίου 2017, η ενάγουσα που ταξίδεψε από τη μακρινή πατρίδα της στην Κύπρο, με έξοδα της Κυπριακής κυβέρνησης και με φιλοξενία της οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking, υπέστη ένα μπαράζ σκληρών, προσωπικών ερωτήσεων και υποβολών, από τον δικηγόρο των εναγόμενων Νάσο Παναγιώτου, που προσπάθησε να την παρουσιάσει, όχι απλώς αναξιόπιστη, αλλά και ψεύτρα. Η Charo Nunez, απαντούσε σταθερά ότι «αυτός που λέει ψέματα, είναι ο δικηγόρος». Μάλιστα ο Ν. Παναγιώτου, στη δικάσιμο της 17ης Φεβρουαρίου 2017, προχώρησε ένα βήμα παρακάτω, υποβάλλοντας ότι η κοπέλα, όχι μόνο δεν είναι θύμα εμπορίας από τους εναγόμενους, αλλά ότι εκπορνευόταν με δική της θέληση. «Σας υποβάλλω», της είπε, «ότι πηγαίνατε εκεί (σε γειτονικό κατάστημα του καμπαρέ) και εκδίδατε τον εαυτό σας ψαρεύοντας πελάτες, για δικό σας λογαριασμό», με την Charo να απαντά επαναλαμβάνοντας για πολλοστή φορά, εμφανώς οργισμένη, ότι «αυτός που λέει ψέματα, είναι ο δικηγόρος». Τονίζεται στην έφεση Χ. Σταυράκη, ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα επέτρεψε στον δικηγόρο των εναγόμενων να προβεί σε δεκάωρη βασανιστική αντεξέταση της ενάγουσας, καθότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να ελέγχει τη διαδικασία με ισορροπημένο τρόπο και όχι να αφήνει την οποιαδήποτε πλευρά, να αλωνίζει όπως αυτή επιθυμεί. Το Δικαστήριο δεν άσκησε δεόντως τη διακριτική του ευχέρεια, περιορίζοντας την αντεξέταση σε λογικά χρονικά πλαίσια, επιτρέποντάς την να εκτροχιαστεί άνευ λόγου σε υπερβολικά χρονικά πλαίσια και μάλιστα προέτρεπε τον δικηγόρο της ενάγουσας να βρει τρόπο να επεκτείνει τη βίζα διαμονής της, για να δοθεί και άλλος χρόνος στον δικηγόρο των εναγόμενων να συνεχίσει την αντεξέταση, επιδεικνύοντας ούτω, ανεπίτρεπτη προκατάληψη εναντίον της ενάγουσας και υπέρ των εναγόμενων».

«Η φριχτή μου εμπειρία στο καμπαρέ»

Στις 10 Φεβρουαρίου 2017, η ενάγουσα είχε καταθέσει ενώπιον του Δικαστή Αλέξανδρου Παναγιώτου, μια συγκλονιστική γραπτή δήλωση, όπου περίγραψε ως «κόλαση», όσα έζησε στο Roxy, μεταξύ Απριλίου και Μαϊου 2008. «Ακόμα έχω πολλά προβλήματα από την φριχτή μου εμπειρία στο καμπαρέ αυτό, που δεν θα μπορέσω να ξεχάσω ποτέ», ανέφερε μεταξύ άλλων. «Κατά τη διάρκεια των δεκατεσσάρων ημερών που δούλεψα στο Roxy, με ανάγκασαν να πάω συνολικά με 9 πελάτες, πότε στο σπίτι τους και πότε σε ξενοδοχείο. Ο χρόνος που πέρασα σε αυτό το καμπαρέ, ήταν μία σκέτη κόλαση. Η χειρότερη εμπειρία στο καμπαρέ αυτό, ήταν όταν από τις 7.30 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ που άνοιγε το καμπαρέ, μας ανάγκαζαν να κάνουμε σεξ με νεαρούς πελάτες, κυρίως στρατιώτες, στους καναπέδες όλες μαζί, με τον Παύλο και τον Αντρέα (σ. σ. δύο από τους σερβιτόρους του καμπαρέ), παρόντες, να μας παρακολουθούν».

«Η αγωγή απορρίπτεται εναντίον της ενάγουσας»…

«Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και εναντίον της ενάγουσας», αναφέρει στην απόφασή του της 19ης Ιανουαρίου 2018 ο Δικαστής Αλ. Παναγιώτου και συνεχίζει: «Η απόρριψη της μαρτυρίας της ενάγουσας, προδιαγράφει και την κατάληξη του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σημαίνει ότι στην ουσία, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, τους ισχυρισμούς της όπως προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης για εξαπάτηση και σεξουαλική εκμετάλλευσή της από τους εναγόμενους».

Σημειώνουμε ότι στη διαδικασία της αστικής αγωγής, που άρχισε τον Ιούνιο 2016, κλήθηκαν ενώπιον του Δικαστή Αλέξανδρου Παναγιώτου και έδωσαν μαρτυρία, μεταξύ άλλων οι τρεις από τους τέσσερις εναγόμενους, αλλά όχι ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ, Γ. Γεωργίου, ο οποίος εντούτοις παρευρέθηκε προσωπικά και παρακολούθησε όλες τις δικασίμους της υπόθεσης. Σύμφωνα με την έφεση Χάρη Σταυράκη, «το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του, το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος, που ήταν ο πρωταίτιος και ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ Roxy, δεν έδωσε μαρτυρία, κρυβόμενος πίσω από τους λοιπούς εναγόμενους υπαλλήλους του, πρακτική που ακολούθησε και στο Κακουργιοδικείο».

Οι τρεις υπάλληλοι του Roxy, ισχυρίσθηκαν ενώπιον του Δικαστή Παναγιώτου, ότι «κανένας από τους τέσσερις εναγόμενους, δεν εξανάγκασε ποτέ την ενάγουσα, ή οποιαδήποτε άλλη εργαζόμενη στο Roxy, να εκπορνεύεται παρά τη θέλησή της». Στην απόφαση Α. Παναγιώτου, αναφέρεται ότι «κατά την κρίση μου, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα ήταν θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, δυνάμει του Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007».

Το Δικαστήριο «παραπλάνησε εαυτόν»…

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο», υπογραμμίζεται μεταξύ άλλων στην έφεση, «εσφαλμένα αποφάσισε ή/και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δυνάμει του άρθρου 22 του Νόμου του 2007, προϋποτίθεται η διάπραξη ποινικών αδικημάτων που προβλέπει ο εν λόγω Νόμος εκ μέρους των εναγόμενων και ότι χρειάζεται και απόδειξη καταδίκης από ποινικό Δικαστήριο και ότι η έλλειψη καταδίκης των εναγόμενων, αποτελεί την πιο ουσιαστική προϋπόθεση για στοιχειοθέτηση της αγωγής. Η ποινική διαδικασία εξετάζει ποινικά αδικήματα εναντίον των κατηγορουμένων (εναγόμενων) για να τους τιμωρήσει και είναι εντελώς ανεξάρτητη από την αστική διαδικασία, όπου και το βάρος της απόδειξης, είναι εντελώς διαφορετικό. Ο Νόμος καταδεικνύει ότι ένας από τους δύο κύριους λόγους θέσπισής του, είναι να υπερασπίσει τα θύματα και ασφαλώς όχι να τα θυματοποιήσει με περιοριστικές πρόνοιες». Προστίθεται στην έφεση ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπλάνησε εαυτόν, θεωρώντας ότι παρακολουθώντας την ενάγουσα, θα μπορούσε να αποφασίσει αν είναι όντως θύμα εμπορίας, ενώ χρειάζονται εξειδικευμένες γνώσεις για κάτι τέτοιο, που το Δικαστήριο δεν είχε. Εν πάση δε περιπτώσει, το Δικαστήριο παρακολούθησε την ενάγουσα, μετά δέκα χρόνια από τα συμβάντα». Προστίθενται τα ακόλουθα στην έφεση: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία της ενάγουσας, με το δικαιολογητικό ότι «δεν του έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο». Αυτή είναι δυστυχώς μια άνευ ουσίας έκφραση, που χρησιμοποιείται συχνά από πρωτόδικα Δικαστήρια για να αποτρέψουν το Εφετείο να εντρυφήσει ή να εμβαθύνει σε θέματα αξιοπιστίας, κατ’ έφεση. Στην δε παρούσα περίπτωση, είναι άκρως λανθασμένη, διότι η ενάγουσα, στην παρουσία των εναγόμενων, που τη βασάνισαν και την εξευτέλισαν, έδωσε μια άκρως πειστική μαρτυρία, κάτω από σοβαρή ψυχολογική πίεση, έχοντας ταξιδέψει από την άλλη άκρη του κόσμου, για να το πράξει».

Τρομακτική ψυχολογική πίεση και εκφοβισμός

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα αποφάσισε, ή/και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δεν εξήγησε γιατί δεν κατήγγειλε τη συμπεριφορά των εναγόμενων, οι οποίοι την εκπόρνευσαν από την επόμενη μέρα που έφτασε στην Κύπρο, ενώ είχε πολλές ευκαιρίες να το κάνει. Τόσο η μαρτυρία της Υπαστυνόμου Ρίτας Σούπερμαν, Υπεύθυνης του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας, όσο και η ενάγουσα, εξήγησαν κατ’ επανάληψη, τους λόγους που η ενάγουσα δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία, ή που δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Το λανθασμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι δεν αντιλήφθηκε τι εστί εμπορία προσώπων και την τρομακτική ψυχολογική πίεση και εκφοβισμό, στην οποία υπόκεινται τα θύματα αυτά. Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι πασιφανώς αυθαίρετο, διότι η ενάγουσα εξήγησε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τους λόγους που δεν προέβη σε καταγγελία των εναγόμενων, σε κάθε ευκαιρία που είχε να το πράξει, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις επί τούτου, στην αντεξέτασή της από τον δικηγόρο των εναγόμενων».

Φωτό: Αριστερά, η ενάγουσα Charo Nunez, που κατέθεσε στις 10 Φεβρουαρίου 2017 ενώπιον του Δικαστή Αλέξανδρου Παναγιώτου, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Μαζί της η Αντιπρόεδρος του Cyprus Stop Trafficking, Λίντα Λάπα.