Χωλαίνει η εποπτεία καταδικασθέντων σεξουαλικών παραβατών κατά παιδιών

Εντοπίσθηκαν κενά στη σχετική νομοθεσία, που σύντομα θα τροποποιηθεί

Του Μάριου Δημητρίου

Κενά στη νομοθεσία του 2014 για τη λειτουργία της Αρχής Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων, εντόπισαν και συζήτησαν με τους εκπρόσωπους των αρμόδιων κρατικών και άλλων φορέων, οι βουλευτίνες της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη διάρκεια της συνεδρίας της Επιτροπής στις 30 Απριλίου 2018 – μια νομοθεσία που έχει ανάγκη τροποποίησης, όπως παραδέχτηκε στη διάρκεια της συζήτησης, ο Πρόεδρος της Αρχής Εποπτείας Ανδρέας Ασσιώτης, Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.

Η Πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτίνα του ΔΗΣΥ Στέλλα Κυριακίδου, ανακοίνωσε ότι θα αναλάβει πρωτοβουλία και θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της Βουλής, όπως το νομοσχέδιο που ήδη ετοιμάστηκε για να ρυθμίσει θέματα λειτουργίας της Αρχής Εποπτείας και βρίσκεται στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών από τον Σεπτέμβρη 2017, συζητηθεί σύντομα στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά από συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Νομικών. Στη συνεδρία της 30ης Απριλίου 2018, συζητήθηκε επίσης ο τρόπος αξιοποίησης του Αρχείου Καταδικασθέντων για Σεξουαλικά Αδικήματα σε βάρος Παιδιών. Η συζήτηση και των δύο θεμάτων, έγινε μετά από πρόταση των βουλευτίνων του ΑΚΕΛ, Σκεύης Κούτρα Κουκουμά, Ευανθίας Σάββα και Ειρήνης Χαραλαμπίδου – η τελευταία, εξέφρασε έντονο ενδιαφέρον για τη λειτουργία της Αρχής Εποπτείας, αφού όπως είπε απευθυνόμενη στη Στέλλα Κυριακίδου, «η Αρχή Εποπτείας, είναι το «μωρό» μου, κυρία Πρόεδρε και επιτρέψτε μου ν’ ανησυχώ κάπως ιδιαίτερα».

«Παρά τα θετικά, πολλά πρέπει να γίνουν»

Συνοψίζοντας τη θέση του κόμματός της, η βουλευτίνα του ΑΚΕΛ Ευανθία Σάββα, δήλωσε μεταξύ άλλων, μετά τη συνεδρία, ότι «παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει θετικά βήματα προς την σωστή κατεύθυνση, εντούτοις παραμένουν πολλά που πρέπει να γίνουν. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι η Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων, έχει καταθέσει νομοσχέδιο που αναγνωρίζει τα κενά και τις ελλείψεις, όπως διαφάνηκαν μέσα από την πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας. Το νομοσχέδιο, βρίσκεται στην Επιτροπή Νομικών. Εμείς ζητούμε την άμεση συζήτηση του, είτε στην Επιτροπή Νομικών, είτε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δυστυχώς, η Αρχή Εποπτείας, στην βάση όσων αναφέρθηκαν στη συνεδρία, δεν λειτουργεί με τον τρόπο τον οποίο οραματιστήκαμε, κατά τη συζήτηση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου. Θα επανέλθουμε μέσα και από την συζήτηση του νέου νομοσχεδίου με εποικοδομητικές προτάσεις, ώστε να δώσουμε τα εφόδια στην Αρχή, να ανταποκριθεί στο ρόλο της, αλλά είναι και μια ευκαιρία να εντοπίσουμε και άλλα κενά στη νομοθεσία». Δήλωση μετά τη συνεδρία, έκανε και η Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Στέλλα Κυριακίδου, που είπε μεταξύ άλλων, ότι την Αρχή Εποπτείας απαρτίζουν, πέρα από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως Πρόεδρο και εκπρόσωπο της Αστυνομίας, ως Αναπληρωτή Πρόεδρο της Αρχής, εκπρόσωποι άλλων υπηρεσιών ως μέλη, δηλαδή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, του Υπουργείου Παιδείας, του Τμήματος Φυλακών, του Συμβουλίου Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία και του Οργανισμού Νεολαίας Κύπρου.

Η «κριτική» λειτουργία της Αρχής Εποπτείας

Εξηγώντας τις διαδικασίες λειτουργίας της Αρχής Εποπτείας, ο Πρόεδρός της, Ανδρέας Ασσιώτης, ανέφερε ότι αυτή, «λειτουργεί κανονικά, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας του 2014 και έχει συνεδριάσει 25 φορές μέχρι σήμερα». Πρόσθεσε ότι «την Αρχή απασχολούν οι περιπτώσεις προσώπων που αποφυλακίζονται, μετά από καταδίκη σε σεξουαλικά αδικήματα κατά παιδιών, νοουμένου ότι το Δικαστήριο που θα υποβάλει σχετική έκθεση στη Νομική Υπηρεσία, αποφασίσει ότι πρέπει να συνεργαστούν και να τύχουν εποπτείας, από την Αρχή Εποπτείας και εκδίδει προς τούτο, ειδικό διάταγμα». Πρόσθεσε ότι «μέσα από τις 25 συνεδρίες μας, διαπιστώθηκε ότι η νομοθεσία, έχει ανάγκη τροποποίησης και ότι υπάρχουν κενά στη νομοθεσία και γι’ αυτό, με τη συμβολή της Εισαγγελέως Λουϊζας Ζανέττου που εκπροσωπεί, ως μέλος της Αρχή Εποπτείας, τον Γενικό Εισαγγελέα, καταρτίσθηκε ένα προσχέδιο νομοσχεδίου, που κατέληξε στην Επιτροπή Νομικών, από τον Σεπτέμβρη 2017. Να αναφέρω ότι είκοσι άτομα, εποπτεύονται σήμερα από την Αρχή Εποπτείας, η οποία ασκεί τις αρμοδιότητές της με ένα κριτικό τρόπο και γι’ αυτό κατέληξε στο συμπέρασμα της ανάγκης, για τροποποίηση της νομοθεσίας».

Άλλο εποπτεία, άλλο θεραπεία

Στη δική της παρέμβαση, η Λουϊζα Ζανέττου, ανέφερε ότι «στην Αρχή Εποπτείας, υπάρχουν τώρα οι φάκελοι 48 ατόμων. Γίνεται από τους αρμοδίους, προσωπική αξιολόγηση κάθε ατόμου που απασχολεί την Αρχή Εποπτείας και αυτή, αρχίζει από τον καιρό που πρόκειται να αποφυλακισθεί, ώστε να ξέρουμε κι εμείς, με τι ανθρώπους έχουμε να κάνουμε – υπάρχουν άτομα που μετάνιωσαν για τις πράξεις τους, άλλοι που δεν καταλαβαίνουν τι έκαναν, άλλοι που χρειάζονται βοήθεια…».

Στέλλα Κυριακίδου: «Όλα τα άτομα που καταδικάστηκαν, έρχονται σε εσάς;»

Λουϊζα Ζανέττου: «Ενδεχομένως να μην εμπίπτουν στην Αρχή Εποπτείας, όλα τα άτομα που καταδικάστηκαν. Ανέφερα μόνο 48 άτομα, γιατί υπάρχουν περιπτώσεις αλλοδαπών, οι οποίοι μετά από καταδικαστική απόφαση, καθίστανται απαγορευμένοι μετανάστες και πρέπει να απελαθούν – κι έτσι, γίνεται ενδιάμεσα, μια σχετική συνεννόηση με το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, το οποίο προωθεί τις απελάσεις».

Ειρήνη Χαραλαμπίδου: «Η Αρχή Εποπτείας, παρακολουθεί κυρίως παιδόφιλους, που είναι επιρρεπείς σε επανάληψη του εγκλήματος, ως προς τους χώρους διαμονής τους, τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, τη ψυχολογική θεραπεία…Δεν μπορεί να γίνει αυτόματα, αποφυλάκιση και ένταξη. Η Νομική Υπηρεσία, παρεμβαίνει ανάλογα με την ποινή του καθενός, το βαθμό επικινδυνότητας, για επανάληψη του εγκλήματος και προσφεύγει στο Δικαστήριο, για να εξασφαλίσει ένταλμα, π. χ. για να του αλλάξει τόπο κατοικίας, αν χρειάζεται».

Αναστασία Παπαδοπούλου (Πρόεδρος του Συμβουλίου Εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας): «Από την εφαρμογή του νόμου του 2014, πλέον το Δικαστήριο επιβάλλει, πέρα από την ποινή για κακοποίηση ανηλίκου, τον όρο να τεθεί σε εποπτεία, ο αποφυλακισθείς. Η θεραπευτική παρέμβαση, είναι κάτι διαφορετικό και κανένα δεν μπορείς να εξαναγκάσεις, σε θεραπευτική παρέμβαση.

Λουϊζα Ζανέττου: «Η Αρχή Εποπτείας, συζητά ξεχωριστά, με στοιχεία, για τον κάθε καταδικασθέντα. Επίσης, όταν πάρει διάταγμα του Δικαστηρίου, ότι το άτομο θα τύχει εποπτείας, π. χ. για τρία χρόνια, τον εντάσσει σε ένα πρόγραμμα, ανάλογα με τις δικές του συνθήκες – π. χ.  μπορεί να μένει σε ορεινό χωριό –  και πάντα με την καθοδήγηση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αφού μπορεί να τον παρακολουθεί ψυχίατρος και κοινωνικός λειτουργός, ενώ κατά καιρούς, ετοιμάζεται μια αναφορά, για το πώς προχωρεί η διαδικασία παρακολούθησης. Μπορεί κάποτε να φέρουμε το άτομο αυτό, στην επιτροπή. Την επικινδυνότητα, την αξιολογούν οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας».

Η αξιολόγηση επικινδυνότητας καταδίκων

Στέλλα Κυριακίδου: «Κυρία Βαλανίδου, πώς αξιολογείτε την επικινδυνότητα των καταδικασθέντων που αποφυλακίζονται;».

Αγάθη Βαλανίδου (Ψυχίατρος, επικεφαλής του Κέντρου Ψυχικής Υγείας των φυλακών): «Ανέφερα ήδη, ότι γίνεται τώρα, ειδική εκπαίδευση των κλινικών ψυχολόγων, που εποπτεύουν τους καταδικασθέντες, ώστε να γίνεται καλύτερη η αξιολόγηση της προσωπικής ανάπτυξης των καταδικασθέντων και της επικινδυνότητας τους. Για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας, πέραν των εργαλείων που είθισται να χρησιμοποιούμε, έχουμε μια εμπειρία που μας επιτρέπει να αξιολογούμε, κατά πόσο κάποιος, είναι δυνητικά επικίνδυνος. Είναι πολύ σημαντική η προετοιμασία του καταδικασθέντα – δηλαδή να επιτευχθεί μια θεραπευτική σχέση. Και καταβάλλεται έτσι, προσπάθεια πριν την αποφυλάκισή του. Να μη ξεχνούμε ότι προς τούτο, χρειάζεται ευαισθητοποίηση, γιατί τα άτομα αυτά, βαρύνονται με αδικήματα, για τα οποία υπάρχει ένας σοβαρός στιγματισμός. Ο αποφυλακισθείς, θα παραπεμφθεί σε ψυχολόγο, όταν η Αρχή Εποπτείας, αποφασίσει την έναρξη μιας ψυχολογικής στήριξης από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Ξεκινά μια θεραπευτική σχέση και στη διάρκεια της, τυγχάνει αξιολόγησης. Η συνέχιση της εποπτείας, καθορίζεται μετά από ενημέρωση και πληροφορίες, από όλα τα μέλη της Αρχής Εποπτείας. Η εποπτεία, είναι πιο συχνή στην αρχή, με εβδομαδιαία παρακολούθηση από ψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό, την Αστυνομία και άλλους φορείς, αν έχουν κάποια πληροφόρηση. Ανάλογα με τα δεδομένα, προχωρούμε».

Το Αρχείο Καταδικασθέντων για Σεξουαλικά Αδικήματα

Όπως εξήγησε στη διάρκεια της συζήτησης, εκ μέρους της Αστυνομίας, ο Αστυνόμος Κώστας Βέης, το Αρχείο Καταδικασθέντων για Σεξουαλικά Αδικήματα σε βάρος Παιδιών, που τηρεί η Αστυνομία, με βάση το Νόμο του 2014, είναι διαφορετικό από το αρχείο της Αρχής Εποπτείας. «Αυτόματα όμως», πρόσθεσε, «όσα πρόσωπα είναι υπό εποπτεία, είναι δεδομένο ότι έχουν και προηγούμενη καταδίκη και άρα είναι και στο Αρχείο Καταδικασθέντων. Όμως το Αρχείο Καταδικασθέντων, έχει τα στοιχεία περισσότερων ατόμων, από όσα έχει η Αρχή Εποπτείας. Ο νόμος του 2014, με βάση τον οποίο η Αστυνομία διατηρεί το Αρχείο Καταδικασθέντων για Σεξουαλικά Αδικήματα σε βάρος Παιδιών, προνοεί για τις εξής τρεις χρήσεις του Αρχείου: α) Το Αρχείο συνιστά την απαραίτητη βάση δεδομένων, που επιτρέπει την έκδοση των ειδικών πιστοποιητικών που προνοούνται στο νόμο και αφορούν την εργοδότηση προσώπων για δραστηριότητες που περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά. β) Το Αρχείο συνιστά την απαραίτητη βάση δεδομένων, η οποία ανάλογα με την περίπτωση, επιτρέπει ή διευκολύνει τη λειτουργία της Αρχής Εποπτείας, όπως προνοείται στον νόμο και ειδικότερα την αξιολόγηση των περιπτώσεων, δια της οποίας θα ζητηθεί μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστικό διάταγμα παραπομπής καταδικασθέντος, σε εποπτεία. γ) Το Αρχείο επιτρέπει και διευκολύνει τον έλεγχο καταδικασθέντων, σε περιπτώσεις που τους επιβλήθηκαν από Δικαστήρια, επιπρόσθετες ποινές ή κυρώσεις, σύμφωνα με το νόμο του 2014 – π. χ. σε περίπτωση που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο, τερματισμός ή απαγόρευση εργοδότησης ή διαμονής κάποιου καταδικασθέντα, σε χώρους που συχνάζουν παιδιά. Στο παρόν στάδιο, στο Αρχείο υπάρχουν καταχωρημένα στοιχεία για 200 πρόσωπα. Κατά το 2016, προστέθηκαν τα στοιχεία 28 ατόμων και κατά το 2017, προστέθηκαν στοιχεία 20 ατόμων». Διευκρίνισε ότι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, τον Ιούλιο 2014, αντλήθηκαν από το αρχείο προηγούμενων καταδικών, τα στοιχεία όλων των προσώπων που είχαν καταδίκη, σχετική με τη νομοθεσία, η οποία καταδίκη, δεν είχε παραγραφεί. Υπάρχει πρόσωπο που καταδικάστηκε τη δεκαετία 1960 και είναι μέσα στο Αρχείο, γιατί δεν είχε παραγραφεί η καταδίκη του. Από την έναρξη της ισχύος του νόμου, υπάρχει ειδική πρόνοια στο νόμο, ότι οι καταδίκες στο συνηθισμένο Ποινικό Μητρώο, καταχωρούνται και δεν διαγράφονται. Εφόσον δεν διαγράφονται, καταχωρούνται στο Αρχείο Καταδικασθέντων και μένουν εκεί. Μπορεί να παραγραφούν από το Ποινικό Μητρώο, ανάλογα με το αδίκημα, αλλά από το Αρχείο Καταδικασθέντων, με βάση τον νόμο του 2014, δεν διαγράφονται». Είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο Αστυνόμος Βέης, ότι «ναι, μπορεί κάποιος καταδικασθείς για σεξουαλικό αδίκημα σε βάρος παιδιού, να πάρει πιστοποιητικό Λευκού Ποινικού Μητρώου και μπορεί να εργαστεί π. χ. σε κρεοπωλείο – γιατί όχι; Ταυτόχρονα, μπορεί να πάρει Πιστοποιητικό, βάσει του νόμου του 2014, ότι έχει κάνει αδίκημα σε βάρος παιδιού και δεν μπορεί να εργοδοτηθεί σε εργασία, όπου υπάρχουν παιδιά». Αναφερόμενος σε μέτρα που λαμβάνονται για τους κατηγορούμενους, στη διάρκεια της εκδίκασης των υποθέσεων τους, είπε ότι «ήδη έχουμε περιπτώσεις που ζητούνται ενδιάμεσα, από Δικαστήρια και εκδίδονται προστατευτικά διατάγματα, μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης. Έχουμε περίπτωση, που Δικαστήριο διέταξε, εν αναμονή της εκδίκασης της υπόθεσης, το κλείσιμο υποστατικού που ήταν φροντιστήριο και η υπόθεση ακόμα εξετάζεται. Έχουμε άλλη περίπτωση καταδικασθέντα καθηγητή, που το Δικαστήριο, του επέβαλε ταυτόχρονα με την ποινή του, απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος, που να τον φέρνει σε τακτική επαφή με παιδιά».

Αννίτα Δημητρίου: «Υπάρχουν περιπτώσεις εκπαιδευτικών που καταγγέλθηκαν για σεξουαλική παρενόχληση παιδιών κι όμως, εξακολουθούν να είναι στα σχολεία – και η τακτική του Υπουργείου Παιδείας, είναι να ορίζει άλλους εκπαιδευτικούς, να τους συνοδεύουν, αν είναι δυνατόν! Δεν θα έπρεπε να τεθούν σε διαθεσιμότητα, αν καταγγελθούν;

Λήδα Κουρσουμπά: «Το Γραφείο μου, διερεύνησε περίπτωση, όπου ο καταγγελθείς εκπαιδευτικός, μετατέθηκε προσωρινά σε άλλο σχολείο. Γιατί δεν μετατέθηκε τουλάχιστον στο Υπουργείο, για να μην έχει επαφή με παιδιά;».

Η επίθεση εκπαιδευτικού, σε ανήλικη

Σε γραπτό υπόμνημά της για τα υπό συζήτηση θέματα, στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, Λήδα Κουρσουμπά, αναφέρεται μεταξύ άλλων, σε πρόσφατο περιστατικό άσεμνης επίθεσης εκπαιδευτικού σε ιδιωτικό φροντιστήριο, σε ανήλικη. Γράφει ότι το Φεβρουάριο 2018, προχώρησε αυτόβουλα, σε σχετική παρέμβαση προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας. «Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον μου», συνεχίζει, «ο εν λόγω εκπαιδευτικός, ο οποίος στο παρελθόν διατηρούσε ιδιωτικό φροντιστήριο, είχε εκτίσει ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης για σεξουαλική παρενόχληση ανήλικης, πριν την εφαρμογή του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας, Νόμου του 2014. Ως εκ τούτου, όταν ο εκπαιδευτικός αποφυλακίστηκε, δεν υπήρχε σε βάρος του απαγορευτικό διάταγμα, ούτε συμπεριλήφθηκε στο Αρχείο Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσεως κατά ανηλίκων, αφού ο Νόμος δεν είχε αναδρομική ισχύ. Παράλληλα, μεταβίβασε το ιδιωτικό φροντιστήριο στη σύζυγό του και, ως εκ τούτου, δεν εμφανιζόταν να διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με την εκπαιδευτική πράξη. Η ως άνω περίπτωση, φέρνει στην επιφάνεια ένα, κατά την άποψή μου ουσιαστικό προβληματισμό, που αφορά στον τρόπο ελέγχου, της τήρησης των όσων ο Νόμος επιτάσσει, από πλευράς των αρμόδιων Αρχών και στην προκειμένη, από το Υπουργείο Παιδείας και την Αστυνομία. Ο προβληματισμός επεκτείνεται, αν λάβουμε υπόψη τον αριθμό των ιδιωτικών φροντιστηρίων ή άλλων χώρων απογευματινής απασχόλησης παιδιών, που λειτουργούν χωρίς τις απαραίτητες άδειες, από τις αρμόδιες Αρχές. Η μη αποτελεσματική διερεύνηση και η παράλειψη προσαγωγής υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης, δημιουργεί εκ μέρους του θύματος παιδιού, αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων εναντίον του κράτους, για παραβιάσεις των δικαιωμάτων του παιδιού».

Τι γίνεται με το Σπίτι του Παιδιού;

«Ήμουν εισηγήτρια και ένθερμη υποστηρικτής της εισαγωγής του θεσμού του «Σπιτιού του Παιδιού» (Barnahus House) και έχω χαιρετίσει την έναρξη της λειτουργίας του, σχετικά πολύ πρόσφατα», γράφει επίσης στο υπόμνημά της προς τη Βουλή, η Λήδα Κουρσουμπά και συνεχίζει: «Πρόκειται για ένα μοναδικό χώρο, που θα λειτουργεί  ως πρότυπο διεπιστημονικό κέντρο, όπου το παιδί θύμα σεξουαλικής βίας και η οικογένειά του παίρνει στήριξη από μια ομάδα ειδικών, για να μπορέσει να προχωρήσει στο στάδιο που θα δώσει μαρτυρία, αλλά και να ξαναβρεί τον εαυτό του, δεδομένου ότι η λειτουργία του στην Κύπρο ήταν και δική μου εισήγηση. Θεωρώ ότι η αποτελεσματική και ομαλή λειτουργία του Σπιτιού του Παιδιού αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση των υποχρεώσεων του Κράτους απέναντι στα θύματα και τις οικογένειές του. Μετά από σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο, τα οποία έφεραν το «Σπίτι του Παιδιού» να παραμείνει άδειο, λόγω των εκκρεμοτήτων σε σχέση με την εκμίσθωση και διαχείριση του οικήματος, προχώρησα, στις 13 Μαρτίου 2018,  σε παρέμβαση προς την Υπουργό Εργασίας, με την οποία αφού της επεσήμανα ότι η λειτουργία του «Σπιτιού του Παιδιού» αποτελούσε πρώτιστη αναγκαιότητα για την διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης παιδιών, ζήτησα να ενημερωθώ για τους λόγους καθυστέρησης στη λειτουργία του Σπιτιού – δεδομένου ότι αυτό εγκαινιάστηκε στις 17 Ιανουαρίου – και για τον αριθμό των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης/ παρενόχλησης που διερευνήθηκαν από την 1/1/2018, καθώς και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, κατά τη διερεύνηση.  Η Υπουργός, με ενημέρωσε ότι  το πρόγραμμα του «Σπιτιού του Παιδιού», έχει τεθεί σε λειτουργία σε άλλο χώρο, από τον χώρο στον οποίο προβλέπεται να λειτουργήσει, στο άμεσο μέλλον, από την 1/9/2017, ενώ έχουν τύχει διερεύνησης από το «Σπίτι», 80 περιστατικά μέσω αναφορών στην Αστυνομία και στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (καταγγελίες). Θεωρώ ότι θα ήταν επωφελές για τις εργασίες της παρούσας συνεδρίας, να ζητηθεί ενημέρωση από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ειδικότερα τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, σε ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το «Σπίτι του Παιδιού», δεδομένου ότι, εξ’ όσων γνωρίζουμε, αυτό το διαχειρίζεται Μη Κυβερνητική Οργάνωση ενώ, παράλληλα, σε αυτό υπηρεσίες παρέχουν δημόσιοι λειτουργοί».

Από αριστερά οι βουλευτίνες της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, Ευανθία Σάββα, Σκεύη Κουκουμά και Αννίτα Δημητρίου.

Στιγμιότυπο από τη συζήτηση της 30ης Απριλίου 2018 στη Βουλή.

Φωτό: Από αριστερά η Λήδα Κουρσουμπά, ο Ανδρέας Ασσιώτης, η Λουϊζα Ζαννέτου και ο Κώστας Βέης, στην κοινοβουλευτική συνεδρία της 30ης Απριλίου 2018.