Εξαθλίωση και απελπισία, αντί άσυλο στην Κύπρο…

Συγκλονιστικά, τα ευρήματα έρευνας της UNHCR και του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, για τις συνθήκες διαβίωσης των αιτητών ασύλου στο νησί

Του Μάριου Δημητρίου

«Οι συνέπειες της λειτουργίας ενός απαράδεκτου συστήματος ασύλου στην Κύπρο, είναι ότι δεκάδες αιτητές ασύλου, είναι άστεγοι, ζουν στο δρόμο, αρρωσταίνουν, εκτίθενται στη βία, ενώ παρατηρούνται, χωρίς προηγούμενο φαινόμενα γυναικών, που πωλούν το σώμα τους για να πληρώσουν το ενοίκιο του καναπέ, που τους παραχωρείται για ύπνο, όπως και φαινόμενα μεγάλου αριθμού αντρών και γυναικών, ιδιαίτερα μητέρων μικρών παιδιών, που καταρρέουν ψυχολογικά και ζητούν ψυχιατρική βοήθεια στο νοσοκομείο Αθαλάσσας».

Με αυτή τη λιτή, αλλά συγκλονιστική αναφορά, η Γκόσια Χρυσάνθου, εθελόντρια της ανθρωπιστικής, μη κυβερνητικής οργάνωσης Caritas Κύπρου, περίγραψε την ουσία των ευρημάτων πρόσφατης έρευνας που ανατέθηκε στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, από την Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο, (UNHCR), για την κατανόηση και την κριτική αξιολόγηση των συνθηκών διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στην Κύπρο. Η έρευνα παρουσιάστηκε και συζητήθηκε (στα αγγλικά), στις 24 Μαϊου 2018, σε εκδήλωση στο Cine Studio του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, από τον επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου, Επίκουρο Καθηγητή Κοινωνικής Εργασίας Στέφανο Σπανέα και από τις λειτουργούς της UNHCR Χρυστάλλα Κατσαπάου και Αιμιλία Στροβολίδου. Εκτός από τη Γκόσια Χρυσάνθου, στο πάνελ της συζήτησης ήταν ο 25χρονος Lambed, αιτητής ασύλου από το Καμερούν, και η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, Λώρα Ιακωβίδου. Να σημειώσουμε ότι στην ερευνητική ομάδα, συμμετείχαν για το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, εκτός από τον Στ. Σπανέα, οι Καθηγητές του Τμήματος Κοινωνικών Επιστημών, Δέσποινα Κοχλιού, Αγαμέμνωνας Ζαχαριάδης, Γρηγόρης Νεοκλέους και Μενέλαος Αποστόλου.

«Δεν ξέρω αν είναι λόγω του χρώματός μου»…

Ιδιαίτερη στιγμή της εκδήλωσης, ήταν η μαρτυρία του αιτητή ασύλου Lambed, που είπε μεταξύ άλλων, ότι ήρθε στην Κύπρο από το Καμερούν και ότι «είναι ό,τι χειρότερο, να κάνεις τώρα αίτηση ασύλου, στην Κύπρο. Είδα – συνέχισε – άστεγους ανθρώπους να κλαίνε κάθε μέρα, γιατί δεν έχουν πού να κοιμηθούν και πού να αποταθούν. Το πρώτο πρόβλημα που αντιμετώπισα εδώ, η στέγαση. Δεν ξέρω αν είναι λόγω του χρώματός μου, ή λόγω άλλου προβλήματος, όμως κατάλαβα ότι δεν είναι εύκολο να βρεις στέγη στην Κύπρο. Τηλεφωνείς στον ιδιοκτήτη και σε προσκαλεί να συζητήσετε προσωπικά και όταν διαπιστώσει ότι είσαι αιτητής ασύλου, δεν σου το παραχωρεί. Οι περισσότεροι αιτητές και πρόσφυγες, ζούμε σε σπίτια όπου μοιραζόμαστε την τουαλέτα πολλά άτομα, ή όπου δεν υπάρχει τουαλέτα και πρέπει να πάμε σε σπίτια φίλων. Συχνά η κατάσταση του χώρου είναι ακατάλληλη για ανθρώπινη διαμονή. Πρέπει ν’ αλλάξουν οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων και να δοθούν ευκαιρίες εργοδότησης, που είναι μηδαμινές. Ήρθα στην Κύπρο γιατί θέλω μια καλύτερη ζωή, θέλω μια ζωή όπου θα κρίνομαι όχι με βάση το χρώμα μου, ή την προφορά μου, αλλά με βάση το τι κάνω και το τι προσφέρω στο κράτος και στην κοινωνία. Εγκατέλειψα την πατρίδα μου, αφού σπούδασα και έγινα δάσκαλος και η πρώτη προσφορά εργασίας που είχα στην Κύπρο, ήταν να εργαστώ σε μια φάρμα αγελάδων! Όσο για τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, είναι μια πονεμένη ιστορία, αφού νομίζουν ότι με τα κουπόνια που μας δίνουν, μπορούμε να ζήσουμε…αλλά δεν μπορούμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε…».

Επείγουσα ανάγκη, η αναθεώρηση του συστήματος

Επιβεβαιώνοντας τις σχετικές ανησυχίες και τις καταγγελίες που η UNHCR, διατύπωσε συχνά τους τελευταίους μήνες, η έρευνα του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, απέδειξε με συγκεκριμένα στοιχεία, ότι στην Κύπρο παραβιάζονται βασικές αρχές του νόμου για τις αποδεκτές συνθήκες διαβίωσης, ενώ οι αιτητές ασύλου, παραμένουν παγιδευμένοι σε ένα κύκλο πραγματικής εξαθλίωσης και εκμετάλλευσης – με την κατάσταση να προβλέπεται ότι θα επιδεινωθεί, ενόψει των 2 χιλιάδων νέων αιτήσεων ασύλου, μέσα στο 2018…Όπως επεσήμανε ο Αντιπρόσωπος της UNHCR στην Κύπρο, Damtew Dessalegne, σε μήνυμά του στην εκδήλωση, που διάβασε η Αιμιλία Στροβολίδου, «δεδομένου του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το εθνικό σύστημα ασύλου και οι πολιτικές υποδοχής, η έλλειψη στέγης και η φτώχεια, είναι δυστυχώς αναπόφευκτες συνέπειες, για πολλούς αιτητές ασύλου, τόσο νεο-αφιχθέντες, όσο και άλλους». Είπε επίσης ο Damtew Dessalegne, ότι «η μελέτη επικεντρώνεται σε πέντε άξονες – απασχόληση, στέγαση, εκπαίδευση, κοινωνική βοήθεια και κοινοτικές σχέσεις. Η έρευνα – συνέχισε – διενεργήθηκε μεταξύ Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2017 ανάμεσα σε περισσότερους από 600 αιτητές ασύλου και άλλους ενδιαφερόμενους από την κυβέρνηση, τις τοπικές αρχές και την κοινωνία των πολιτών. Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης, είναι ότι το εθνικό σύστημα υποδοχής αιτητών ασύλου, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες των ολοένα και περισσότερων αιτητών ασύλου και η αναθεώρησή του, καθίσταται επείγουσα ανάγκη. Όπως υποδεικνύεται από την έρευνα, οι υλικοί όροι υποδοχής και η βοήθεια από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, έχουν σοβαρούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, υπάρχουν μεγάλες ανεπάρκειες στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών, καθώς υπάρχει μόνο ένα κρατικό κέντρο υποδοχής (στην Κοφίνου), που μπορεί να φιλοξενήσει μόνο ένα μικρό αριθμό αιτητών – λιγότερους από το 10% των αιτητών που βρίσκονται στη χώρα. Η μεγάλη πλειοψηφία, διαμένουν έξω από το Κέντρο της Κοφίνου, σε συνθήκες εξαθλίωσης, με κάποιους από αυτούς να είναι άστεγοι, ή να κινδυνεύουν να γίνουν άστεγοι. Η μελέτη επιβεβαιώνει τις ανησυχίες της Υπάτης Αρμοστείας για τις κακές συνθήκες διαβίωσης των αιτητών ασύλου, που είναι αποτέλεσμα της περιοριστικής πολιτικής στον τομέα της εργασίας, η οποία εμποδίζει τους αιτητές ασύλου να γίνουν αυτοδύναμοι – μιας πολιτικής που παραμένει αναλλοίωτη, παρά τη μεγαλύτερη περίοδο αναμονής για τη λήψη απόφασης, στην αίτηση ασύλου. Η μελέτη παρέχει επαρκή στοιχεία, ότι οι υλικές συνθήκες υποδοχής δεν είναι αρκετές για να διασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, για προστασία της φυσικής και πνευματικής υγείας των αιτητών, δεδομένης της αύξησης στις τιμές των ενοικίων. Αυτά τα ήδη ευάλωτα άτομα και οικογένειες, που δεν μπορούν να εργαστούν ή να βρουν εργασία, στερούνται στοιχειωδών υλικών αγαθών, καθώς το ύψος της βοήθειας που λαμβάνουν από τις ΥΚΕ, σε κουπόνια, είναι πολύ χαμηλότερο από το εθνικό όριο κινδύνου της φτώχειας. Η μελέτη αποδεικνύει ότι το σύστημα των κουπονιών, είναι προβληματικό, χρονοβόρο και ανεπαρκές και επιδεινώνει τις ήδη δύσκολες συνθήκες ζωής, των αιτητών ασύλου. Μέρος του προβλήματος, φαίνεται να είναι η έλλειψη κοινωνικής ενσωμάτωσης και επαρκών μέτρων για σπάσιμο των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, που μηδενίζει τη δυνατότητα των αιτητών ασύλου και των προσφύγων, να βρουν εργασία ή στέγη και να εξοικειωθούν με τους ντόπιους. Η μελέτη επισημαίνει ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα, για να καλυφθεί το υπάρχον κενό και για να αυξηθεί η συμμετοχή αιτητών ασύλου και προσφύγων, στην τοπική κοινωνία».

Το προβληματικό σύστημα κουπονιών

Όπως μεταξύ άλλων ανέφερε ο Στέφανος Σπανέας, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, «η πολιτική ασύλου παραμένει αμφισβητούμενο θέμα στη σύγχρονη Κύπρο, καθώς έχουν εφαρμοστεί, σχετικά πρόσφατα, πολιτικές αλλαγές σε αυτόν τον τομέα οι οποίες επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο. Η ερευνητική μελέτη, στοχεύει στην αποτύπωση της κατάστασης αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο στην Κύπρο, υπό την προσέγγιση εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων. Η μελέτη παρέχει μια ανεξάρτητη εκτίμηση της κατάστασης, τόσο από την οπτική της σχετικής νομοθεσίας, αλλά και της καθημερινής πρακτικής. Παρουσιάζει, υπό κριτική προσέγγιση, τα ερευνητικά δεδομένα που προέρχονται από τους ίδιους τους αιτούντες άσυλο, τους κυβερνητικούς υπαλλήλους και τους επαγγελματίες των ΜΚΟ. Η ανάλυση των συνθηκών υποδοχής για τους αιτούντες άσυλο, αποδεικνύει ότι τόσο οι υλικές συνθήκες υποδοχής, αλλά και η γενικότερη παροχή κοινωνικής πρόνοιας, έχουν σημαντικούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, υπογραμμίστηκε ότι το σύστημα κουπονιών, είναι προβληματικό, χρονοβόρο και ανεπαρκές, ενώ παράλληλα απουσιάζει η εξατομικευμένη αξιολόγηση των ληπτών. Μία επιπλέον μεγάλη δυσκολία που διαπιστώθηκε, ήταν η μακρά περίοδος αναμονής, πριν από τη χορήγηση του δικαιώματος για εργασία σε αιτούντες άσυλο, καθώς και οι τομείς απασχόλησης, στους οποίους περιορίζονται ακολούθως. Οι περιορισμοί που αντιμετωπίζουν οι αιτούντες άσυλο, αναφορικά με την πρόσβασή τους στις υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, έχουν επίσης επαληθευτεί από τα ευρήματα της έρευνας. Τα ευρήματα των συνεντεύξεων, τόσο από τους εξυπηρετούμενους, όσο και από τους επαγγελματίες, υποδηλώνουν την ανάγκη ανάπτυξης εναλλακτικών στρατηγικών διαχείρισης της παροχής υπηρεσιών, οι οποίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι συστάσεις περιλαμβάνουν ένα συνδυασμό μέτρων που πρέπει να συζητηθούν και να υιοθετηθούν από διαφορετικά εμπλεκόμενα μέρη και φορείς: επίπεδο Υπουργείων, κρατικών υπηρεσιών, κοινωνίας των πολιτών, Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα αποτελέσματα της έρευνας, καταδεικνύουν την ανάγκη ανάπτυξης ισχυρών συμπράξεων και διϋπηρεσιακών συνεργασιών σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο, οι οποίες θα ανταποκρίνονται συστηματικά στις πολύπλοκες, αρκετά συχνά, ανάγκες των αιτούντων άσυλο. Τέλος, και προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των αιτούντων άσυλο στην κοινωνική μέριμνα, τη στέγαση και την απασχόληση, χρειάζεται η εξίσωση των αναγκών των αιτούντων άσυλο, με τα κριτήρια που έχουν υιοθετηθεί για τους γηγενείς κατοίκους, όπως το κόστος ζωής και το όριο της φτώχειας. Χρειάζεται επίσης να αναγνωριστούν τα δικαιώματα των ατόμων στην πρόσβαση τους στην υγεία, αλλά και στις ιδιαίτερες ανάγκες, που κάποιοι από αυτούς εμφανίζουν»…

Τα τρία στάδια της κόλασης…

Η Γκόσια Χρυσάνθου εκ μέρους της Caritas Κύπρου, αξιολόγησε επίσης το πρόβλημα της στέγασης, ως το πιο καθοριστικό για τους αιτητές ασύλου και τους πρόσφυγες, από την πρώτη στιγμή που φτάνουν στην Κύπρο. Είπε ότι υπάρχουν τρία στάδια, όπου ο πρόσφυγας αντιμετωπίζει στην Κύπρο, τον εφιάλτη να είναι άστεγος – το πρώτο στάδιο, με την άφιξη του στο νησί, το δεύτερο με την εγγραφή του στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και το τρίτο, με την έξωσή του, για διάφορους λόγους, από τον χώρο όπου διέμενε». Μιλώντας για το πρώτο στάδιο, εξήγησε ότι «οι πρόσφυγες που φτάνουν στην Κύπρο, έχουν πρώτη υποχρέωσή τους, να απευθυνθούν στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (Immigration Office), για να εγγραφούν ως αιτητές ασύλου. Λόγω του μεγάλου αριθμού προσφύγων, η εγγραφή καθυστερεί συνήθως, μέχρι και τρεις βδομάδες, οπότε πρακτικά, αυτό το άτομο ζει σε ένα συνεχές στρες, γιατί μέχρι να εγγραφεί, είναι παράνομος στη χώρα και επίσης δεν έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε δικαίωμα, για ιατρική περίθαλψη ή διαμονή, ή άλλη βοήθεια. Κάποιοι πρόσφυγες, καταλήγουν στο δρόμο, πριν βρουν συμπατριώτες τους να τους φιλοξενήσουν προσωρινά, ή καταλήγουν να διαμένουν σε εκκλησίες, ή σε σοφίτες… Η Caritas έχει καταφύγιο για άντρες και γυναίκες, όπου προσφέρεται τροφή στους αιτητές ασύλου, με το Κέντρο Φιλοξενίας στην Κοφίνου, να είναι συνεχώς γεμάτο. Το δεύτερο στάδιο, αφορά άτομα που εγγράφονται στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ως αιτητές ασύλου, που θα τους δώσουν 100 ευρώ, για να ενοικιάσουν σπίτι. Αυτό το μικρό ποσό έκτακτης ανάγκης, αποσκοπεί να καλύψει τις άμεσες ανάγκες, μέχρι να εξεταστεί και να τεθεί σε ισχύ, η αίτηση κοινωνικής πρόνοιας. Ωστόσο, αυτό το ποσό, μπορεί να καλύψει τις βασικές ανάγκες για λίγες μόνο ημέρες, ενώ η εξέταση αιτήσεων κοινωνικής πρόνοιας, συνήθως διαρκεί αρκετές εβδομάδες ή και μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, άτομα και  οικογένειες να παραμένουν άστεγοι και να εξαρτώνται απόλυτα από την καλή θέληση πολιτών και την στήριξη ενός μικρού αριθμού φιλανθρωπικών οργανώσεων, που έχουν οι ίδιες περιορισμένους πόρους. Δεν είναι δυνατό να βρεις σπίτι με 100 ευρώ, αφού το φθηνότερο ενοίκιο, είναι 300 ευρώ, για ένα δωμάτιο σε διαμέρισμα που μοιράζονται πολλοί. Επίσης υπάρχουν διακρίσεις, λόγω του χρώματος του δέρματος και της προφοράς. Κανένας  ιδιοκτήτης, δεν θέλει να ενοικιάσει χώρο, σε αιτητή ασύλου, λόγω του ανασφαλούς καθεστώτος του αιτητή. Ο ιδιοκτήτης, ενοικιάζοντας την περιουσία του, κάνει μια επιχείρηση, για να εξασφαλίζει εισόδημα και δεν είναι  φιλανθρωπικός οργανισμός…Μια οικογένεια προσφύγων, παίρνει 200 ευρώ από τις ΥΚΕ, για να ενοικιάσει ένα διαμέρισμα, αλλά πώς να τη φτάσει αυτό το μικρό ποσόν, όταν τώρα ενοικιάζονται δωμάτια για 300 ευρώ; Πώς μια οικογένεια τεσσάρων ή έξι, ή ακόμα και οκτώ ατόμων, μπορεί να ζήσει με 200 ευρώ, σε ένα δωμάτιο; Εμείς ως Caritas, φιλοξενούμε οικογένεια με τέσσερα παιδιά, που για τρεις μέρες έμειναν στο δρόμο, άλλες τρεις μέρες στο τέμενος και που τελικά φιλοξενήθηκαν από συμπατριώτη τους, που τους εκμεταλλευόταν οικονομικά. Άλλες φοβερές δυσκολίες, αντιμετωπίζουν άνθρωποι με ειδικές ανάγκες ασθενείς ή ανάπηροι. Το τρίτο στάδιο, αφορά ανθρώπους που είχαν στεγαστεί και που 2-3 μήνες αργότερα, τους έκανε έξωση ο ιδιοκτήτης γιατί δεν μπορούσε να βασιστεί για το ενοίκιο, στο σύστημα των ΥΚΕ. Μπορεί να αντιστέκονται και να μη φεύγουν, γιατί δεν μπορεί να τους βγάλει έξω με τη βία, αλλά τους αναγκάζει να φύγουν, αποκόπτοντας το νερό, ή βροντώντας την πόρτα τους τα μεσάνυχτα, για να τους σπάσει τα νεύρα…».

«Burn out» δημόσιοι υπάλληλοι…

Η Γκόσια Χρυσάνθου παρατήρησε ότι θα αδικούσε κάποιους ευσυνείδητους δημόσιους λειτουργούς στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και σε άλλες Υπηρεσίες, αν δεν επεσήμαινε την καλή δουλειά που κάνουν, παρά τα εμπόδια και τις ανεπάρκειες του συστήματος ασύλου. «Έχουμε καταπληκτικούς λειτουργούς στην πρώτη γραμμή, αλλά αν είσαι καλός δημόσιος υπάλληλος, πώς μπορείς να ζεις με αυτά που βλέπεις;», διερωτήθηκε και συνέχισε: «Άκουσα κοινωνικό λειτουργό, να λέει «δεν μπορώ να κοιτάξω στον καθρέφτη, δεν μπορώ να βλέπω, τι κάνουμε σε αυτούς τους ανθρώπους, δεν μπορώ να κάνω αυτή τη δουλειά»…Παρακολουθούμε καλούς ανθρώπους στη δημόσια υπηρεσία, να πλησιάζουν το σημείο να εξουθενωθούν επαγγελματικά («burn out») και να προσπαθούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους, για να τα βγάλουν πέρα με το σύστημα και με αυτό που αναγκάζονται από το σύστημα, να κάνουν στους άλλους. Έχουν ελάχιστη υποστήριξη και μέσα, αλλά κάνουν πολύ καλή δουλειά, παρόλο που ξέρουν ότι αν δεν «προσαρμόσουν» τον εαυτό τους, δεν θα επιβιώσουν – ακόμα και με βιολογικούς όρους»…

«Ζούγκλα», έξω από το Κέντρο της Κοφίνου

Για την κατάσταση στο Κέντρο Φιλοξενίας Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου, «που είναι τώρα γεμάτο», μίλησε στη συζήτηση, η λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου Λώρα Ιακωβίδου, σχολιάζοντας ότι «ναι, έξω από το Κέντρο, οι συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες, είναι τρομερές. Μέχρι χθες – πρόσθεσε – είχαμε 2 χιλιάδες αιτήσεις ασύλου για το 2018 και οι λειτουργοί μετανάστευσης, δεν μπορούν να διεξέλθουν, όλες αυτές τις αιτήσεις». Επιβεβαίωσε τα ευρήματα της έρευνας και τα λεχθέντα από τους υπόλοιπους συζητητές, ότι οι πρόσφυγες, δεν βρίσκουν χώρους για ενοικίαση, καθώς οι Κύπριοι, δεν θέλουν να ενοικιάζουν διαμερίσματα σε αιτητές ασύλου και σε πρόσφυγες. Εγώ προσωπικά – πρόσθεσε – τηλεφώνησα σε Κύπριο ιδιοκτήτη διαμερίσματος και μου είπε ότι δεν ενοικιάζει σε πρόσφυγες». Η Λ. Ιακωβίδου ανέφερε ότι «η κατάσταση στο Κέντρο Κοφίνου, είναι κατά πολύ βελτιωμένη, από όσο ήταν στο παρελθόν» και μίλησε «για διορισμό μόνιμου Διευθυντή στο Κέντρο και για δύο εβδομαδιαίες επισκέψεις δύο λειτουργών της Υπηρεσίας, για παροχή ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών. Επίσης – πρόσθεσε – αποφασίσαμε ως Υπηρεσία Ασύλου, να έχουμε μόνο οικογένειες και μονήρεις γυναίκες στο Κέντρο, γιατί οι μονήρεις άντρες, μπορούν πιο εύκολα, να βρουν λύσεις στο πρόβλημα της στέγασης». Απαντώντας σε παρατήρηση ότι το Κέντρο της Κοφίνου, είναι «απομονωμένο», σχολίασε ότι «το Κέντρο, δεν είναι μακριά, είναι η νοοτροπία μας που το τοποθετεί μακριά, αφού βρίσκεται σε απόσταση 20 λεπτών από τη Λάρνακα». Είπε επίσης ότι «οι άνθρωποι στο Κέντρο, δεν θέλουν να μεταφερθούν έξω, γιατί έξω γι’ αυτούς είναι ζούγκλα – και είναι, αλήθεια. Έχουμε ανθρώπους εκτός του Κέντρου, που μας ικετεύουν να μεταφερθούν στο Κέντρο, γιατί εκεί θα έχουν ένα δωμάτιο για την οικογένειά τους, σε σύγκριση με αυτό που συμβαίνει έξω, που μένουν με άλλους. Επίσης στο Κέντρο, έχουν εξασφαλισμένο γεύμα και δείπνο, τα παιδιά δεν λιμοκτονούν και οι βασικές τους ανάγκες ικανοποιούνται».

Από αριστερά Λώρα Ιακωβίδου (Υπηρεσία Ασύλου), Γκόσια Χρυσάνθου (Caritas Κύπρου), Lambed και Χρυστάλλα Κατσαπάου (UNHCR) στην παρουσίαση της έρευνας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

Ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας Στέφανος Σπανέας, αναφέρεται στα αποτελέσματα της μελέτης.

Ο 23χρονος Γκαμπριέλ, αιτητής ασύλου από το Καμερούν, κοιμόταν για εβδομάδες, κυριολεκτικά στο δρόμο, σε παγκάκια της πλατείας Σολωμού και στον παρακείμενο δημόσιο κήπο, όπως είπε ο ίδιος στην «24» και σε λειτουργό του UNHCR, όταν τον συναντήσαμε στις 26 Απριλίου 2018…

Φωτό: Ο 25χρονος Lambed, αιτητής ασύλου από το Καμερούν, στο πάνελ της εκδήλωσης της 24ης Μαϊου 2018 στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Στο βήμα η Χρυστάλλα Κατσαπάου λειτουργός της UNHCR, που συντόνισε τη συζήτηση.