«Ποια μητέρα θα έστελνε το παιδί της μάρτυρα στο φόνο του ίδιου του πατέρα του;» – Το ερωτικό πάθος που οδήγησε στο φρικτό έγκλημα του Παγκρατίου (Εικόνες)

Τα πρωτοσέλιδα της εποχής την χαρακτήρισαν ως την «Τίγρη του Παγκρατίου».

Ας δούμε την ιστορία της γυναίκας, που οι πράξεις της ξεπέρασαν τα σενάρια ταινιών, που περιγράφουν εγκλήματα πάθους.

Η γνωριμία του ζευγαριού και τα πρώτα σύννεφα στη σχέση

Η Κάτια γνωρίστηκε με τον άντρα της, τον αστυφύλακα Χρήστο Κολιτσόπουλο σε ένα γάμο. Τότε εκείνη ήταν 16-17χρονών. Ερωτεύτηκαν, αρραβωνιάστηκαν και λίγο καιρό μετά, όταν εκείνη ήταν 18χρονών, παντρεύτηκαν. Την ευτυχία τους ολοκλήρωσε ο ερχομός του γιου τους, Αλέξανδρου.

Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πως ο γάμος αυτός δεν ήταν ακριβώς όπως τον είχαν ονειρευτεί. Τα προβλήματα έφεραν τσακωμούς και οι τσακωμοί οδήγησαν στο χωρισμό του ζευγαριού.

Ωστόσο, μετά από δέκα μήνες χωρισμού, το ζευγάρι πήρε την απόφαση να επανασυνδεθεί, χωρίς όμως να αλλάξει ουσιαστικά η κατάσταση ανάμεσά τους.

Το τρίτο πρόσωπο

Τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα στη σχέση του Χρήστου και της Κάτιας ήρθε να κάνει χειρότερα η παρουσία ενός τρίτου προσώπου. Η Κάτια δούλευε σε ένα ξενοδοχείο, όπου είχε συνάδελφο τον 27χρονο ηλεκτρολόγο Γιάννη Σγουρίδη. Η γνωριμία τους γρήγορα εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση, με τον Γιάννη να την ερωτεύεται παράφορα και να είναι ικανός για όλα.

Τότε αποφάσισε η Κάτια να βάλει σε εφαρμογή το σατανικό της σχέδιο. Να απαλλαγεί μια για πάντα από τον άντρα της Χρήστο.

Το σχέδιο δολοφονίας

Η Κάτια εκμυστηρεύτηκε στον εραστή της το σχέδιό της, ο οποίος, τυφλωμένος από έρωτα αποφάσισε να βάλει σε εφαρμογή. Εξάλλου, πως μπορούσε να κάνει αλλιώς, αφού εκείνη του είπε πως δεν αγαπούσε τον άντρα της και πως μόνο αν τον βγάλουν από την μέση, θα μπορέσουν να ζήσουν τον έρωτά τους.

Το άγριο φονικό

Ήταν Σάββατο 6 Νοεμβρίου 1982 όταν το σχέδιο μπήκε σε εφαρμογή. Η Κάτια με τον άντρα της Χρήστο, πήγανε επίσκεψη στην πεθερά της, γεγονός το οποίο παραξένεψε το Χρήστο, μιας και πεθερά και νύφη δεν είχαν καλές σχέσεις, ωστόσο ελπίζοντας σε μια ενδεχόμενη βελτίωση των σχέσεων αυτών, δέχθηκε.

Κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, ο Γιάννης Σγουρίδης θα μπει με αντικλείδια, που του είχε δώσει η Κάτια, στο διαμέρισμά τους στο Παγκράτι. Εκεί, αφού θα κάνει άνω-κάτω το σπίτι, θα κρύψει τα χρυσαφικά στο πατάρι, προκειμένου να φανεί ότι επρόκειτο για διάρρηξη και στη συνέχεια περίμενε μέχρι να επιστρέψει το ζευγάρι στο σπίτι του.
Όπως και έγινε, με μια μικρή διαφορά. Όταν πάρκαρε το αμάξι ο Χρήστος, η Κάτια, προφασιζόμενη πως θέλει να πάει να παίξει ΠΡΟ-ΠΟ και να αγοράσει μικροπράγματα, αφήνει τον άντρα της να ανέβει μόνος στο διαμέρισμα, έχοντας μαζί του τον 4χρονο γιο τους.


Το θύμο, Χρήστος Κολιτσόπουλος

Ο Χρήστος ανυποψίαστος, πήρε το παιδί και δύο τσάντες με πράγματα και ανεβαίνει στο σπίτι τους στον 3ο όροφο, όπου τον περιμένει ο δολοφόνος του και εραστής της γυναίκας του. Κρατώντας στην αγκαλιά του τον 4χρονο Αλέξανδρο, σκύβει να ακουμπήσει κάτι τσάντες και εκείνη την ώρα, ο Γιάννης του επιτίθεται με ένα μαχαίρι και του κόβει την καρωτίδα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του παιδιού του. Στη συνέχεια εξαφανίζεται..
Το αίμα ξεχύνεται πάνω στον Χρήστο και στο μικρό Αλέξανδρο. Ήταν τέτοιο το πάθος, που είχε τυφλώσει το δολοφόνο, που δε σεβάστηκε καν το γεγονός ότι ο Χρήστος κρατούσε τον μικρό στην αγκαλιά του.

Ο δολοφόνος Γιάννης Σγουρίδης φεύγει τρέχοντας από την πολυκατοικία. Μερικά μέτρα πιο κάτω θα πετάξει τα αντικλείδια και το φονικό όπλο. Στη συνέχεια θα επιστρέψει με λεωφορείο στο σπίτι του.

Ο Χρήστος, βαριά τραυματισμένος και αιμόφυρτος, καταφέρνει να κατέβει τις σκάλες και να χτυπήσει το κουδούνι του γείτονά του στον κάτω όροφο. Ο γείτονας του ανοίγει την πόρτα και τον ρωτά έκπληκτος «Τί έχεις; Τί έπαθες; Τί σου συμβαίνει;» και ο Χρήστος προλαβαίνει μόνο να του πει «Πάρε τηλέφωνο το 100». Στη συνέχεια ξεψυχά, μπροστά στον 4χρονο γιο του και στο γείτονα.

Ο γείτονάς τους κ.Δημοσθένης Βλάχος θα καταθέσει αργότερα: «Είδα τον Χρήστο πνιγμένο στο αίμα. Χτυπούσε την πόρτα με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε το λαιμό του, όπου είχε μια μεγάλη πληγή. Πίσω του, ο 4χρονος γιος είχε πάθει σοκ».

Η καλύτερη «ηθοποιός»

Οι γείτονες τηλεφωνούν στην Αστυνομία, ενώ μια κυρία από την πολυκατοικία παίρνει το παιδί αγκαλιά και πηγαίνει προς το περίπτερο, όπου βρίσκονταν η Κάτια.

Ο μικρός Αλέξανδρος, μόλις είδε τη μητέρα του, έτρεξε κλαίγοντας στην αγκαλιά της.
Γυρνάνε μαζί στο σπίτι, όπου η Κάτια αντικρίζει τον άντρα της νεκρό. Αρχίζει να κλαίει και να ουρλιάζει, σα να μην έχει ιδέα για το φονικό, ενώ μονολογούσε «Τί κακό είναι αυτό που μας βρήκε; Ποιός σκότωσε τον άντρα μου; Αφήστε με, θα πεθάνω!».

Ο ρόλος της Αστυνομίας και το λάθος του δολοφόνου

Στο σημείο σπεύδει και η Αστυνομία, η οποία ξεκινάει τις απαραίτητες έρευνες. Ο τρόπος που έγινε το έγκλημα, το ανάστατο σπίτι, καθώς και το γεγονός ότι έλειπαν τα χρυσαφικά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ληστεία.

Οι περαιτέρω έρευνες, όμως, εντός της πολυκατοικίας, έδειξαν κάτι άλλο. Από την επεξεργασία των δακτυλικών αποτυπωμάτων προέκυψε, πως το δακτυλικό αποτύπωμα του Γιάννη, υπήρχε στο κουμπί του ανελκυστήρα.

Η ομολογία

Ο Γιάννης καλείται στην Αστυνομία για ανακριτική εξέταση. Στην αρχή αρνείται όλες τις κατηγορίες, στη συνέχεια όμως ομολογεί τη φρικτή αλήθεια. Ο ίδιος τα έκανε όλα για χάρη του έρωτά του και ονοματίζει σαν ηθικό αυτουργό την Κάτια, ενώ ήταν εκείνη, που του έδωσε τα κλειδιά για να μπει στο διαμέρισμα.

Την επόμενη μέρα έγινε η αναπαράσταση του εγκλήματος, ενώ ο δράστης επαναλάμβανε για την Κάτια «Την αγαπώ, δε θέλω να της κάνετε κακό..».

Το «άδειασμα»

Η Κάτια έρχεται στην Ασφάλεια, μετά τις αποκαλύψεις, όμως αρνείται τα πάντα. Στις κατηγορίες του εραστή της, αρνήθηκε τα πάντα, απαντώντας ψύχραιμα «Ποια μητέρα θα έστελνε το παιδί της μάρτυρα στο φόνο του ίδιου του πατέρα του;».

Η δίκη και η απόφαση «καταπέλτης»

Η δίκη έγινε κάτω από ένα ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα. Η Κάτια απειλήθηκε με λιντσάρισμα, ενώ απειλές για τη ζωή τους δέχθηκαν και οι γονείς της. Τα επεισόδια έλαβαν τέτοια έκταση, ώστε προκάλεσαν μέχρι και την επέμβαση του τότε Υπ.Δικαιοσύνης κ.Γ.Α.Μαγκάκη.


Στιγμιότυπο από τη δίκη

Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αναφέρονται στην Κάτια με χαρακτηρισμούς όπως «Η Τίγρης του Παγκρατίου», «Η Μαινάδα», «Η Μοιραία γυναίκα», ενώ μαζί με τον Σγουρίδη ήταν «Το σατανικό ζευγάρι».


Πρωτοσέλιδο της εποχής

Πρώτος απολογήθηκε ο Γιάννης, με την απολογία του να είναι επεισοδιακή, αφού κατά τη διάρκειά της είχε ρινορραγίες και έκλαιγε πολλές φορές. Επιπλέον, συγγενείς του θύματος τον αποδοκίμαζαν συχνά. Περιέγραψε το πως οργανώθηκε και έγινε το έγκλημα, με όλες τις λεπτομέρειες. Η Κάτια τα είχε οργανώσει όλα, ενώ εκείνος έκανε ό,τι του είπε, επειδή την αγαπούσε.


Ο Γιάννης Σγουρίδης

Η Κάτια συνέχισε να αρνείται τα πάντα περί συμμετοχής της στη δολοφονία. Και η δική της απολογία ήταν επεισοδιακή, αφού έκλαιγε και λιποθυμούσε κατά τη διάρκειά της.

Παραδέχθηκε ότι υπήρχαν προβλήματα στο γάμο της, ότι η σχέση της με το Χρήστο ήταν πλέον συμβατική και πως συγκατοικούσαν απλά για χάρη του παιδιού. Συγκεκριμένα είχε αναφέρει: «Αχ, κύριε Πρόεδρε, δε μου μίλαγε σαν άνθρωπος, δε μου φερόταν τρυφερά..».

Αρνήθηκε ακόμα και τη σχέση της με τον Γιάννη Σγουρίδη. Όταν ερωτήθηκε σχετικώς είχε πει: «Εγώ σαν άνθρωπο μόνο τον αγαπούσα… Αφού είχα παιδί!». Επιπλέον, επανέλαβε το επιχείρημα που είχε πει και στις Αρχές, το ότι δηλαδή δε θα έστελνε το παιδί της μάρτυρα στο φόνο του ίδιου του πατέρα του.


Η Κάτια Κολιτσοπούλου

Όσον αφορά το πως βρέθηκαν τα κλειδιά του σπιτιού της στα χέρια του δράστη, όταν ρωτήθηκε είπε: «Τα’ χα δώσει από παλιά. Μου τα ζήτησε έτσι γι’ αστείο στο ξενοδοχείο και μετά δεν μου τα’ δινε πίσω. Ε, τα άφησα κι εγώ».

Δεν έγινε πιστευτή. Ο Εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του Γιάννη για ανθρωποκτονία και εναντίον της Κάτιας για ηθική αυτουργία στην «ιδιαζόντως απεχθή» ανθρωποκτονία.

Σύμφωνα με αυτήν, ο δράστης είχε σχεδιάσει τη δολοφονία μαζί με τη σύζυγο του αστυνομικού, η οποία και γνώριζε πότε και πως θα γίνει το έγκλημα και είχε δώσει στον εραστή της τα κλειδιά του σπιτιού. Η παρουσία του παιδιού, την ώρα που διαπράχθηκε το έγκλημα, θεωρήθηκε απόδειξη της σκληρότητας και όχι της αθωότητας.

Το Μάρτιο του 1984 το Κακουργιοδικείο καταδίκασε κατά πλειοψηφία και οι δυο σε ισόβια κάθειρξη. Επιπλέον, στην Κάτια απαγορεύτηκε να ξαναδεί το παιδί της, μιας και όπως έγραφε η απόφαση του δικαστηρίου: «Η μητέρα που ολοσχερώς και ανεπανόρθωτα κατέστρεψε τον ψυχικό κόσμο του παιδιού της, για να ικανοποιήσει το ερωτικό της πάθος, δεν έχει κανένα δικαίωμα να επικαλείται συναισθήματα στις σχέσεις της με το παιδί της». Στο πλευρό της στάθηκαν φεμινιστικές οργανώσεις, που θεώρησαν τη συμπεριφορά του κόσμου και τις αποφάσεις της δικαιοσύνης απόδειξη των διακρίσεων εις βάρος των γυναικών.


Στιγμιότυπο από τη δίκη 

Μετά από έφεση που ασκήθηκε κατά της απόφασης του Κακουργιοδικείου, το Μάρτιο του 1986 ξεκίνησε η δίκη σε δεύτερο βαθμό, αλλά δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, λόγω των επεισοδίων, που προκάλεσαν συγγενείς και συνάδελφοι του θύματος. Η δίκη επαναλήφθηκε και ολοκληρώθηκε το Νοέμβρη του 1986, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των γυναικείων φυλακών και με έντονη παρουσία αστυνομικών δυνάμεων για λόγους ασφαλείας. Στους ενόχους επιβλήθηκε (ομόφωνα αυτή τη φορά) η ίδια ποινή, δηλαδή ισόβια κάθειρξη, χωρίς κανένα ελαφρυντικό.

Η απόφαση του δικαστηρίου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «οι πράξεις των κατηγορουμένων τελέσθηκαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση», «δεν συντρέχουν ελαφρυντικά πρότερου έντιμου βίου για την κατηγορούμενη ή κατάσταση βρασμού ψυχής». Στον Γιάννη Σγουρίδη επιβλήθηκαν επιπλέον 4 χρόνια φυλάκισης για οπλοφορία και οπλοχρησία.

Η ζωή στη φυλακή και η αποφυλάκιση

Η Κάτια μπήκε στη φυλακή, ζήτησε να δώσει εξετάσεις στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και παρακολούθησε κάποια μαθήματα. Αργότερα εξέδωσε και ποιητική συλλογή. Τα πιο τρυφερά ποιήματα τα αφιέρωσε στο γιο της Αλέξη.

Σύμφωνα με τα όσα είπε ο πρώην διευθυντής των Γυναικείων Φυλακών Κορυδαλλού, ο οποίος είχε ζητήσει να μη δημοσιευθεί το όνομά του, σε συνέντευξη στα ”ΝΕΑ” η Κάτια δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «εύκολη κρατούμενη». Ειδικά τα πρώτα χρόνια της φυλάκισής της: «Ήταν απελπισμένη και αντιδρούσε με βίαιο τρόπο απέναντι στις συγκρατούμενές της».

Ο ίδιος, προσπαθώντας να εξηγήσει τη συμπεριφορά της, ισχυρίζεται ότι οφειλόταν στο γεγονός ότι της είχαν απαγορεύσει να βλέπει το παιδί της. «Αυτό την είχε σκοτώσει…Την έκανε επιθετική, αφού είχε χάσει κάθε ελπίδα. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ποινή που της επιβλήθηκε ήταν πολύ μεγάλη».

Ο Γιάννης Σγουρίδης μέσα στη φυλακή συνέχισε να δουλεύει. Έφτιαξε τις ηλεκτρικές κλειδαριές των φυλακών της Πάτρας, διόρθωσε διάφορα άλλα πράγματα, ενώ όπως ο ίδιος είχε πει «προσπάθησα με κάθε τρόπο να αξιοποιήσω τον χρόνο μου».

Αναφερόμενος στην Κάτια σε συνέντευξή του στα ”ΝΕΑ” είχε πει μετά την αποφυλάκισή του: «Όταν έχεις προδωθεί από κάποιον που έχεις αγαπήσει, δεν μπορείς να αισθανθείς μίσος, γιατί το μίσος έχει σχέση και με την αγάπη. Σιχαίνομαι ακόμα και να ακούω γι’ αυτή…», ενώ είχε συμπληρώσει για τα φρικτά εκείνα γεγονότα «Η Κολιτσοπούλου έψαχνε ένα άλλοθι για να απαλλαγεί από τον άνδρα της και το βρήκε στο ερωτικό μου πάθος. Ήμουν το όπλο που χρησιμοποίησε και όταν δεν της χρειαζόταν πλέον, το πέταξε. Δεν ένιωθε απολύτως τίποτα για μένα. Ουσιαστικά με απείλησε ότι θα διακόψουμε αν δεν το κάνω. Και εγώ τυφλωμένος από το πάθος μου το έκανα. Μετά κατάλαβα ότι όλα ήταν ένα σχέδιο.»

Τελικά και ο Γιάννης και η Κάτια, 15 χρόνια μετά, δηλαδή το 1999 αποφυλακίστηκαν λόγω καλής διαγωγής.

Πρώτος αποφυλακίσθηκε ο Γιάννης Σγουρίδης και λίγους μήνες μετά η Κάτια Κολιτσοπούλου. Εκείνος προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του, αν και αντιμετώπιζε δυσκολίες στην εύρεση δουλειάς.

Όταν έμαθε ότι αποφυλακίστηκε και η Κάτια, σε συνέντευξή του στα ”ΝΕΑ” είχε πει: «Δε θα ευχόμουν ούτε στον χειρότερο εχθρό μου να μείνει στη φυλακή. Δεν αισθάνθηκα άσχημα που έμαθα ότι βγαίνει. Άλλωστε υπάρχει χειρότερη τιμωρία από το να σε τιμωρεί το ίδιο σου το παιδί με την περιφρόνησή του;».

Ένα επιπλέον θύμα

Πολλοί νόμιζαν ότι η ιστορία έκλεισε εδώ, όμως η ιστορία αυτή είχε άλλο ένα θύμα.. Τον μικρό Αλέξανδρο, ο οποίος είδε τον πατέρα του να δολοφονείται μπροστά του και μεγαλώνοντας έμαθε την αλήθεια, ότι δηλαδή η μητέρα του ήταν ο ηθικός αυτουργός σε αυτή τη δολοφονία.

Ο Αλέξανδρος «έχασε» και τους δυο του τους γονείς. Τον μεγάλωσε η θεία του, όμως το δράμα δεν τελείωσε εκεί.

Αρκετά χρόνια μετά, στις 2 Οκτωβρίου 2009 ο Αλέξανδρος ήταν πλέον 31 χρόνων και είχε πάει για να ψηφίσει στις εκλογές στην περιοχή της Αρκαδίας, στη γενέτειρα του πατέρα του. Εκεί εξαφανίστηκε μπρος στα μάτια της θείας του.

Η δημοσιογράφος Αγγελική Νικολούλη, μέσω της τηλεοπτικής εκπομπής της “Φως στο Τούνελ” αναζήτησε τον Αλέξανδρο Κολιτσόπουλο, δυστυχώς όμως χωρίς αποτέλεσμα. Τα ίχνη του Αλέξανδρου χάθηκαν.. και κανείς δε ξέρει αν έχει απομονωθεί κάπου ή αν έβαλε τέλος στη ζωή του…

– – – – – – – – – – – – –

Με πληροφορίες από: tanea.gr, athensmagazine.gr, Volvipress.gr, βιβλίο του δημοσιογράφου Πάνου Σόμπολου: “Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα”, Τηλεοπτική εκπομπή Αγγελικής Νικολούλη ”Φως στο Τούνελ”