Ανώτατο: Γάγγραινα οι καθυστερήσεις στις αποφάσεις

 Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση που υπογράφει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πέτρος Αρτέμης, την έκθεση ετοίμασαν οι Δικαστές Α. Κραμβής, Ε. Παπαδοπούλου και Γ. Ερωτοκρίτου, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο «συναισθανόμενο τα σοβαρά προβλήματα που ταλανίζουν τη Δικαστική Υπηρεσία και προ του κινδύνου να καταρρεύσει η απονομή της δικαιοσύνης στην Κύπρο» τους ανέθεσε να μελετήσουν το θέμα και να καταγράψουν τις λειτουργικές ανάγκες των Δικαστηρίων, τις ελλείψεις τους και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, τόσο οι Δικαστές, όσο και οι δικηγόροι και το προσωπικό των Δικαστηρίων που αντανακλούν στους πολίτες που προσφεύγουν στα Δικαστήρια.


Διαβάστε επίσης, άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου τις τράπεζες.


Γίνεται επίσης αναφορά στους παράγοντες, οι οποίοι, κατά την κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου, αποδυναμώνουν το σύστημα. Παράλληλα εκτίθενεται με συντομία, σκέψεις και εισηγήσεις που αφορούν στους τρόπους βελτίωσης της κατάστασης.

Μεταξύ άλλων γίνονται εισηγήσεις για αντιμετώπιση του προβλήματος των καθυστερήσεων με την αύξηση του αριθμού των δικαστών των επαρχιακών και άλλων πρωτόδικων δικαστηρίων με βάση τις διαπιστωμένες άμεσες και μεσοπρόθεσμες ανάγκες, δημιουργία πρωτόδικων διοικητικών δικαστηρίων, και εισαγωγή του συστήματος της στενοτύπισης για την τήρηση των πρακτικών σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες.

Εξάλλου αναφέρεται πως σύμφωνα με το Σύνταγμα σε καμιά περίπτωση επιτρέπεται η ανάμιξη ή η εμπλοκή οποιουδήποτε προσώπου, αρχής ή οργάνου σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά στο διορισμό δικαστή ούτε και επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβολή της αντιμισθίας ή των λοιπών όρων υπηρεσίας των δικαστών προς το δυσμενέστερο.

«Οποιαδήποτε πράξη περί του αντιθέτου, ανεξαρτήτως αιτίας ή προελεύσεως, δυνατό να ισοδυναμεί με μορφή επιρροής κατά της δικαιοσύνης ως αντιβαίνουσα προς τη θεσμική κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των δικαστών», προστίθεται.

Ο κ. Αρτέμης υπογραμμίζει  πως η Επιτροπή μελέτησε τα θέματα και ετοίμασε έκθεση, με στόχο την «αφύπνιση από το λήθαργο ώστε το συντομότερο να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις για αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης προτού είναι αργά». Προσθέτει πως η έκθεση αυτή τέθηκε ενώπιον της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία και την ενέκρινε.

«Αντιλαμβανόμαστε ότι οι εισηγήσεις που περιέχονται στην έκθεση συνεπάγονται και οικονομικό κόστος, αλλά θεωρούμε πως, παρόλη την κρίση που διέρχεται ο τόπος, αν δεν ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα εγκαίρως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η κατάρρευση του συστήματος», προσθέτει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου.       

Μεταξύ άλλων στην έκθεση αναφέρεται πως «το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα των καθυστερήσεων στην εκδίκαση πολιτικών και ποινικών υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα των δικαστηρίων».

«Το φαινόμενο δεν είναι ενδημικό αφού παρόμοιες καταστάσεις απαντώνται σε πλείστες χώρες της Ευρώπης. Διεθνή συνέδρια και οργανισμοί ασχολούνται συχνά με το θέμα αναζητώντας τρόπους αναχαίτισης των καθυστερήσεων και ταχύτερης εκδίκασης των υποθέσεων», σημειώνεται.

Προστίθεται πως «η αύξηση του χρόνου των καθυστερήσεων άρχισε τελευταίως να προσλαμβάνει ανησυχητικές διστάσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στη βάση καθιερωμένου συστήματος παρακολούθησης, ελέγχει την πορεία εκδίκασης πολιτικών και ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των επαρχιακών και των άλλων πρωτόδικων δικαστηρίων και κατ΄ εφαρμογή καθορισμένων κριτηρίων παρεμβαίνει διορθωτικά», αναφέρεται στην έκθεση.

 Υπογραμμίζεται πως «οι δικαστές, στη μεγάλη τους πλειονότητα, εργάζονται ευσυνείδητα, στο δικαστήριο και στο σπίτι, εκτελώντας πιστά το καθήκον τους. Εκ περιτροπής εκτελούν καθήκοντα καθόλο το εικοσιτετράωρο, Σαββατοκυρίακα και αργίες χωρίς να λαμβάνουν οποιοδήποτε επίδομα, όπως συνήθως συμβαίνει σε άλλους τομείς της κρατικής μηχανής».

Ωστόσο, η προσπάθεια για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων, σφαιρικά ιδωμένη, αποβαίνει εν πολλοίς ατελέσφορη επειδή γνωστοί κατά το πλείστον  παράγοντες, λειτουργούν ανασταλτικά. Οι ραγδαίως μεταβαλλόμενες συνθήκες σε ζωτικούς τομείς της ζωής δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη λειτουργία των δικαστηρίων, γεγονός το οποίο καθιστά απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό των δικαστηρίων έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία τους, προστίθεται.

Σημειώνεται εξάλλου πως «οι υποθέσεις που καταχωρούνται παρουσιάζουν αυξητική τάξη. Η αύξηση του αριθμού των προσφυγών και των αιτήσεων για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στην εύκολη πρόσβαση κυπρίων και αλλοδαπών που απολαμβάνουν του προνομίου της νομικής αρωγής στο Ανώτατο Δικαστήριο» 

Σημειώνεται πως «οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό μεγάλου αριθμού προσφυγών ενώ ο χρόνος αυτός θα μπορούσε να χρησιμοποιείται παραγωγικά για την εκδίκαση ποινικών, πολιτικών και αναθεωρητικών εφέσεων καθώς και άλλων υποθέσεων σημαντικής δικαιοδοσίας όπως αρμόζει σε κάθε Ανώτατο Δικαστήριο». 

Όπως προστίθεται «η εισήγηση για εγκαθίδρυση πρωτόδικου διοικητικού δικαστηρίου, ως το πλέον ορθό υπό τις περιστάσεις μέτρο ουδέποτε συζητήθηκε ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική πρόταση. Η δημιουργία διοικητικών δικαστηρίων θα επιφέρει πολλαπλά και σημαντικά οφέλη. Υπολογίζεται ότι ο χρόνος εκδίκασης των εφέσεων θα μειωθεί αισθητά, η δε αποκλειστική ενασχόληση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την εκδίκαση των εφέσεων θα συμβάλει στη βεβαιότητα της νομολογίας».

Στην έκθεση τονίζεται πως το πρόβλημα των καθυστερήσεων μπορεί να αντιμετωπιστεί με καλή πιθανότητα επιτυχίας μόνο αν ληφθούν συντόμως τα πιο κάτω μέτρα:  

(α) αύξηση του αριθμού των δικαστών των επαρχιακών και άλλων πρωτόδικων δικαστηρίων με βάση τις διαπιστωμένες άμεσες και μεσοπρόθεσμες ανάγκες,

(β) δημιουργία πρωτόδικων διοικητικών δικαστηρίων,

(γ) εισαγωγή του συστήματος της στενοτύπισης για την τήρηση των πρακτικών σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες.

Το γνωστό απόφθεγμα «καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά άρνηση της» ας ηχεί συνεχώς ως κώδων κινδύνου που καλεί στη λήψη μέτρων για αναστροφή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, προστίθεται.  

Όπως αναφέρεται, υπολογίζεται ότι για την κάλυψη των βραχυπρόθεσμων αναγκών χρειάζεται να διοριστούν σταδιακά είκοσι τουλάχιστον νέοι δικαστές με ανάλογη αύξηση των υφιστάμενων οργανικών θέσεων όλων των βαθμίδων. Καθώς είναι αυτονόητο, η όποια αύξηση του αριθμού των δικαστών συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία νέων δικαστικών αιθουσών και γραφείων καθώς και τοποθετήσεις ανάλογου προσωπικού, προστίθεται.

Στην έκθεση γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στις κτηριακές ελλείψεις στα επαρχιακά δικαστήρια, καθώς και στην ανάγκη εισαγωγής συστήματος μηχανογράφησης όλου του φάσματος των υπηρεσιών των δικαστηρίων και της λειτουργίας των πρωτοκολλητείων.

Ακόμη σημειώνεται πως επείγει η εγκατάσταση συστημάτων πυρανίχνευσης, συναγερμού, θυρών ασφαλείας, ανιχνευτών μετάλλων κλπ στους χώρους των δικαστηρίων.

Εξάλλου αναφέρεται πως «παρά το γεγονός ότι η αυτοτέλεια και η ισοτιμία της δικαστικής εξουσίας είναι θεσμικά και καθολικά αναγνωρισμένη ατυχώς εξακολουθεί να διατηρείται η γνωστή ‘στρέβλωση’ που αφορά στο θέμα του πρωτοκόλλου. 

« Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι προκάτοχοί του αναγνώρισαν ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες διέπουν το θέμα του πρωτοκόλλου ουδόλως συνάδουν με τη συνταγματική τάξη και τα ευρωπαϊκά θέσμια και ότι προκύπτει ανάγκη αποκατάστασης διά τροποποιήσεως του περί του Πρωτοκόλλου της Κυπριακής Δημοκρατίας (Εσωτερική Εθιμοταξία) Νόμου του 1996. Η διατήρηση της προαναφερόμενης ανωμαλίας ουδόλως τιμά τις συνιστώσες πολιτειακές εξουσίες οι οποίες ανέχονται τη διαιώνιση της κατάστασης», σημειώνεται στην έκθεση.

Τέλος υπογραμμίζεται πως «η επαγγελματική κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών θεωρείται κεκτημένο της Ενωσης» και «ενόψει των όσων προγραμματίζονται τα επόμενα χρόνια, θα πρέπει σε εθνικό επίπεδο η Κύπρος να λάβει έγκαιρα τα μέτρα της για να εξευρεθούν διαθέσιμοι πόροι ώστε να δημιουργηθούν τα κατάλληλα προγράμματα επιμόρφωσης για τους Kύπριους δικαστές».