Δίκη Μαρί: “Πτώματα παντού”


Διαβάστε επίσης και δείτε video γιατί Χριστόφιας και Ευρωβουλευτές είχαν έντονες αντιπαραθέσεις στο Ευρωκοινοβούλιο  και την αποκλειστική συνέντευξη του Σταύρου Μαλά στο 24Η.


Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Ιάκωβος Ιωάννου περιέγραψε στην κατάθεσή του τις στιγμές που έζησε όταν μετά την έκρηξη εισήλθε στη Ναυτική Βάση και αντίκρισε τόσο το πτώμα του Σπύρου Τταντή, που γνώριζε προσωπικά, όσο και άλλα πτώματα πυροσβεστών και ανδρών της Εθνικής Φρουράς και διαμελισμένα ανθρώπινα μέλη.

Αρχικά ενώπιον του Κακουργιοδικείου κατέθεσε ως η 100η μάρτυρας η επικελευστής Γαλάτεια Γεωργίου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως Γραμματέας του Διοικητή του Ναυτικού Ανδρέα Ιωαννίδη στη ναυτική βάση στο Μαρί. Στην κατάθεσή της στην Αστυνομία ημερομηνίας 21/7/2011, η μάρτυρας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε πληροφορηθεί χωρίς όμως να δει ότι στο χώρο της ναυτικής βάσης υπήρχε ένα διογκωμένο εμπορευματοκιβώτιο.

Ο Ανώτερος Υπαστυνόμος και Βοηθός Διευθυντής της ΑΔΕ Λάρνακας Ιάκωβος Ιωάννου κατέθεσε ως ο 101ος μάρτυρας και σε κατάθεσή του στην Αστυνομία στις 12/8/2011 ανέφερε ότι την ημέρα της έκρηξης γύρω στις 05.10 ενώ βρισκόταν σπίτι του επικοινώνησε μαζί του ο αξιωματικός υπηρεσίας της ΑΔΕ Λάρνακας και του ανέφερε ότι «υπήρχε πυρκαγιά σε εμπορευματοκιβώτια με πυρομαχικά και πυρίτιδα στη Ναυτική Βάση, ότι επί τόπου βρισκόταν η ΕΜΑΚ και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος».

Πρόσθεσε ότι μαζί με άλλους συναδέλφους του ξεκίνησαν να πάνε στη Ναυτική Βάση για να διερευνήσουν «τις συνθήκες πρόκλησης της πυρκαγιάς». Στον αυτοκινητόδρομο παρά τη Σκαρίνου πήρε τηλεφώνημα από συνάδελφο του ο οποίος τον ενημέρωσε πως «η Ναυτική Βάση εκκενώθηκε, ότι η φωτιά ήταν σε 98 εμπορευματοκιβώτια, ότι ρίχνουν νερό για να τη σβήσουν και ότι ειδοποιήθηκαν από την Εθνική Φρουρά ελικόπτερα για κατάσβεσή της. Ένα χιλιόμετρο περίπου από τη Χοιροκοιτία και γύρω στις 05.50 άκουσα υπόκωφη μεγάλη έκρηξη προς την κατεύθυνση της Ναυτικής Βάσης και μπροστά μου είδα τεράστιο μαύρο καπνό να υψώνεται σε μεγάλο ύψος σε σχήμα μανιταριού και αμέσως σκέφτηκα ότι θα έγινε κάποια έκρηξη στη Βάση».

Ο κ. Ιωάννου στην κατάθεσή του ανέφερε ακόμα ότι στην πορεία του προς τη Ναυτική Βάση η ορατότητα ήταν περιορισμένη, υπήρχε σκόνη και ομίχλη στην ατμόσφαιρα, είδε αυτοκίνητα σκονισμένα τα οποία υπέστησαν ζημιές ενώ σε όλο το δρόμο υπήρχαν κλαδιά δέντρων, μεταλλικά θραύσματα, πέτρες και χώματα. Έδωσε αμέσως οδηγίες για αποκοπή του παλαιού δρόμου ενώ στο χώρο άρχισαν να φτάνουν ασθενοφόρα, αξιωματικοί της Ε. Φ και ο υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πάμπος Χαραλάμπους. Πρόσθεσε ότι σε κάποια στιγμή είδε και τον Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη, ο οποίος του είπε πως δεν γνώριζε για την τύχη των άλλων συναδέλφων του και των στρατιωτικών που ήταν κοντά στην έκρηξη και κατά πόσον εξαρράγησαν όλα τα εμπορευματοκιβώτια.

Ο μάρτυρας είπε ακόμα ότι γύρω στις 06.30 έφτασε επί τόπου ο τέως αρχηγός της Ε.Φ. αντιστράτηγος Πέτρος Τσαλικίδης και εισήλθαν μαζί με πυροτεχνουργούς της Αστυνομίας στη Ναυτική Βάση, όπου στον ανηφορικό χωματόδρομο αριστερά της εισόδου είδαν ένα αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας με σοβαρές ζημιές. Λίγο παρακάτω σε μικρή απόσταση είδαν ένα κατεστραμμένο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και πιο κάτω «το πτώμα ενός ανδρός της Πυροσβεστικής, το οποίο αναγνώρισα ως τον Σπύρο Τταντή, τον οποίο γνώριζα. Πιο κάτω από τον Τταντή υπήρχαν διαμελισμένα ανθρώπινα μέλη, ένα άλλο κατεστραμμένο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής και στο γύρω χώρο του τέσσερα αρτιμελή πτώματα ανδρών της Ε.Φ και δύο ανθρώπινα κάτω άκρα διαμελισμένα από τους μηρούς. Κάτω από το ύψωμα υπήρχε άλλο κατεστραμμένο αυτοκίνητο της Πυροσβεστικής, στη θέση του οδηγού ένα καμένο πτώμα, σε ένα χωράφι άλλα τρία πτώματα ανδρών και ένα κατεστραμμένο αυτοκίνητο της Ε. Φ».

Στην κατάθεσή του ο κ. Ιωάννου αναφέρθηκε και στη στιγμή που ο Υπαστυνόμος Ανδρέας Θεοφίλου μετέβη στη Ναυτική Βάση και ζητούσε πληροφορίες για το γιο του που υπηρετούσε στην ΕΜΑΚ, ήταν καθήκον κατά το χρόνο της έκρηξης και δεν γνώριζε τίποτε για την τύχη του.

Απαντώντας στη συνέχεια σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας είπε πως από το πρώτο τηλεφώνημα που πήρε όταν βρισκόταν στο σπίτι του αντιλήφθηκε πως «η φωτιά ήταν υπό τον έλεγχο της ΕΜΑΚ, ότι δεν υπήρχε κίνδυνος και πως η φωτιά είχε σβήσει και θα πηγαίναμε να διερευνήσουμε τα αίτια της. Ωστόσο όταν φτάσαμε στη Ναυτική Βάση αντιλήφθηκε ότι τελικά δεν είχε γίνει εκκένωση αφού είδα αρκετούς στρατιώτες να βρίσκονται κοντά στην πύλη της Βάσης».

Ο Διονύσης Διονυσίου, που κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Γ2 του Υπουργείου Εξωτερικών που αφορά θέματα Μέσης Ανατολής και Αφρικής, κατέθεσε ως ο 102ος μάρτυρας κατηγορίας. Σε κατάθεσή του στην Αστυνομία που έδωσε στις 10/9/2011 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ενημερώθηκε για το πλοίο από τα ΜΜΕ και ότι λόγω της διαβάθμισης του θέματος δεν ενημερώθηκε επίσημα για το φορτίο του πλοίου. Ο μάρτυρας είπε πως το θέμα του πλοίου συζητήθηκε κατά τη διάρκεια δύο συναντήσεων που είχε στη Δαμασκό από το 2009 – 2010, ο τότε ΥΠΕΞ Μάρκος Κυπριανού με τον ομόλογο του και τον Πρόεδρο της Συρίας. Αναφέρθηκε επίσης στη σύσκεψη που έγινε στο Υπουργείο Εξωτερικών τον Αύγουστο του 2009 όπου συζητήθηκε το μέλλον του φορτίου του πλοίου.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο κ. Διονυσίου είπε ότι η πρώτη του επαφή με την υπόθεση ήταν το Μάρτιο του 2009 όταν κλήθηκε από τον Πρέσβη Κορνήλιο Κορνηλίου να κρατήσει τα πρακτικά σε συνάντηση που είχε με τον Πρέσβη του Ιράν στην Κύπρο. Για τη σύσκεψη του Αυγούστου του 2009, ο μάρτυρας είπε πως η προσωπική του αντίληψη ήταν «η ανησυχία της Ε.Φ. και του ΥΠΑΜ για την ασφάλεια της φύλαξης του φορτίου, από πλευράς τρομοκρατικής επίθεσης, αποσταθεροποίησης της πυρίτιδας και για τον τρόπο φύλαξης, με την Εθνική Φρουρά να αναφέρει ότι δεν υπήρχε αρκετός κόσμος για τέτοια καθήκοντα. Επίσης αντιλήφθηκα την ετοιμότητα και δυνατότητα της Ε. Φ. να καταστρέψει το επικίνδυνο μέρος του φορτίου».

Είπε ακόμα ότι το αντικείμενο της σύσκεψης ήταν το μέλλον του φορτίου του πλοίου, ενώ το Τμήμα Τελωνείων είχε μια νομική προσέγγιση ως προς την κυριότητα του φορτίου, να δημευθεί ή να εκποιηθεί το φορτίο και να γίνει διαχωρισμός των επικίνδυνων από τα ακίνδυνα υλικά. Πρόσθεσε επίσης πως το ΥΠΑΜ, η Ε.Φ. και το Τμήμα Τελωνείων πήγαν στη σύσκεψη για να λάβουν συγκεκριμένες οδηγίες για το μέλλον του φορτίου και γινόταν διάλογος με εισηγήσεις και επιλογές. Η θέση του Γ.Δ. του ΥΠΕΞ, ανέφερε ο μάρτυρας, ήταν πως επιθυμία του Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν να παραμείνει η κατάσταση ως έχει μέχρι τον Οκτώβρη του 2009, όταν θα πραγματοποιούσε επίσκεψη στη Συρία και θα μετέβαινε στη Νέα Υόρκη για την καθιερωμένη ομιλία του ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

Σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής για τη δική του εκτίμηση αναφορικά με το χειρισμό του θέματος, ο κ. Διονυσίου είπε ότι «προσωπική μου άποψη ήταν ότι θέλαμε να παραπέμψουμε το θέμα στο διηνεκές, στις ελληνικές καλένδες».

Αντεξεταζόμενος από τον Γιώργο Γεωργίου, συνήγορο υπεράσπισης  των Μάρκου Κυπριανού και Σάββα Αργυρού, ο μάρτυρας είπε πως στη σύσκεψη του Αυγούστου του 2009 το ΥΠΕΞ, η Ε.Φ. και το ΥΠΑΜ εξέφραζαν τη δυνατότητα και ετοιμότητά τους για καταστροφή του φορτίου.

Είπε ακόμα ότι συμπέρασμα της σύσκεψης και προσωπική του εκτίμηση ήταν πως «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη συνάντηση που θα είχε με τον Πρόεδρο της Συρίας δεν θα υπέβαλε συγκεκριμένη πρόταση ως προς το μέλλον του φορτίου,  δηλαδή ‘εκλωτσήσαμε τη μάππα παρακάτω’ », όπως είπε χαρακτηριστικά.

Σε σχετική ερώτηση του κ. Γεωργίου, ο μάρτυρας παραδέχθηκε πως λόγω της τεταμένης κατάστασης που υπήρχε στις σχέσεις Κύπρου– Συρίας, ουσιαστικά ο Υπουργός Εξωτερικών κατά το ταξίδι του στη Δαμασκό «θα άκουγε τα παράπονα και τις φωνές από τον Πρόεδρο και τους αξιωματούχους της χώρας». Μετά από αυτό, πρόσθεσε, «θα ακολουθούσε η επίσκεψη στη Συρία του Προέδρου της Δημοκρατίας ο οποίος θα εύρισκε μια ομαλή κατάσταση».

Η δίκη θα συνεχιστεί αύριο Τετάρτη (16/01) στις 09.00 το πρωί.

Πηγή: ΚΥΠΕ