Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Υπό προϋποθέσεις το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ


Διαβάστε επίσης, “Woolworth και Ermes τέλος από Debenhams Avenue!” και “Εφημερίδες: “Κωλύματα στη στήριξη””.


Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από τη σημερινή απάντηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε προδικαστικό ερώτημα του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας, σχετικά με το αν η διατήρηση του μονοπωλίου του ΟΠΑΠ παραβιάζει ή όχι την κοινοτική νομοθεσία και ειδικότερα τις αρχές περί θεμελιωδών ελευθεριών (ελεύθερη εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών).

Το Δικαστήριο αναθέτει στο εθνικό δικαστήριο, δηλαδή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, να καθορίσει τους κανόνες βάσει προϋποθέσεων.

Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οργάνωση και λειτουργία των τυχερών παιγνίων και των δελτίων στοιχημάτων έχουν ανατεθεί  για χρονικό διάστημα είκοσι ετών (μέχρι το 2020) στον ΟΠΑΠ. Το Ελληνικό Δημόσιο εγκρίνει τους σχετικούς με τις δραστηριότητες του ΟΠΑΠ κανονισμούς και παρακολουθεί τη διαδικασία διεξαγωγής των παιγνίων, αν και είναι σήμερα μειοψηφών μέτοχος (34%). Ο ΟΠΑΠ καθορίζει το μέγιστο ποσό στοιχηματισμού και κέρδους ανά δελτίο (και όχι ανά παίκτη) και έχει δικαίωμα δωρεάν χρήσεως έως και 10 % των προορισμένων για διαφημίσεις χώρων των σταδίων και γυμναστηρίων. Έχει επίσης επεκτείνει τις δραστηριότητές του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Κύπρο.

Οι εταιρίες Stanleybet, William Hill και Sportingbet που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο άσκησαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αιτήσεις ακύρωσης των σιωπηρών απορρίψεων των αιτήσεών τους να τους παρασχεθεί η άδεια οργανώσεως αθλητικών στοιχημάτων στην Ελλάδα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επισημαίνει κατ’ αρχήν ότι η εθνική ρύθμιση που θεσπίζει το μονοπώλιο του ΟΠΑΠ και απαγορεύει στους εγκατεστημένους εντός άλλου κράτους μέλους ανταγωνιστές να παρέχουν τα ίδια παίγνια εντός της ελληνικής επικράτειας συνεπάγεται περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Ως εκ τούτου, εξετάζει κατά πόσον ένας τέτοιος περιορισμός μπορεί να γίνει δεκτός κατά παρέκκλιση, για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας ή για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η κανονιστική ρύθμιση των τυχερών παιγνίων περιλαμβάνεται μεταξύ των τομέων εκείνων στους οποίους υπάρχουν σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσης μεταξύ των κρατών μελών και, ελλείψει κοινοτικής εναρμόνισης, κάθε κράτος μέλος μπορεί να εκτιμήσει, σύμφωνα με τη δική του κλίμακα αξιών, τις απαιτήσεις που συνεπάγεται η προστασία των διακυβευομένων συμφερόντων. Υπενθυμίζει και προηγούμενη νομολογία του, σύμφωνα με την οποία ο περιορισμός της προσφοράς των τυχερών παιγνίων και η καταπολέμηση της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εντούτοις ότι οι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλουν τα κράτη μέλη πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Συνεπώς, συνεχίζει η απόφαση, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ελέγξει αν η εθνική κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει πράγματι τον σκοπό της μειώσεως των δυνατοτήτων συμμετοχής σε παίγνια και της καταπολεμήσεως της συναφούς προς τα παίγνια αυτά εγκληματικότητας.

Οι Ευρωπαίοι δικαστές υποδεικνύουν στο εθνικό δικαστήριο να λάβει υπόψη του, τα διάφορα στοιχεία του ρυθμιστικού πλαισίου και της πρακτικής λειτουργίας του ΟΠΑΠ, όπως είναι τα δικαιώματα και τα προνόμια που διαθέτει για τη διαφήμιση των παιγνίων και ο καθορισμός του μέγιστου ποσού στοιχηματισμού ανά δελτίο (και όχι ανά παίκτη). Το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει επίσης αν υφίσταται πράγματι ο κρατικός έλεγχος, λαμβανομένου υπόψη ότι ένα τόσο περιοριστικό μέτρο όπως το μονοπώλιο πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο, ενώ στην περίπτωση του ΟΠΑΠ, ο οποίος είναι ανώνυμη εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο, το Ελληνικό Δημόσιο έχει διατηρήσει ψήγματα μόνον εποπτείας.

Συνοψίζοντας το Δικαστήριο αναφέρει ότι στο πλαίσιο αυτής της ασύμβατης προς το δίκαιο της Ένωσης κατάστασης, η Ελληνική Δημοκρατία έχει δύο δυνατότητες. Αν εκτιμά ότι η ελευθέρωση της αγοράς των τυχερών παιγνίων αντιβαίνει στο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και της κοινωνικής τάξης μπορεί να περιοριστεί στη μεταρρύθμιση του υφισταμένου μονοπωλίου και στην υποβολή του σε αποτελεσματικό και αυστηρό έλεγχο εκ μέρους των δημοσίων αρχών. Αντιθέτως, αν το κράτος μέλος επιλέξει την ελευθέρωση της αγοράς –η οποία δεν του επιβάλλεται κατ’ ανάγκην από το δίκαιο της Ένωσης– οφείλει να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και την υποχρέωση διαφάνειας.

Πηγή: KYΠΕ