Κατάθεση δύο Ελλαδιτών του πολεμικού ναυτικού στη δίκη για το Μαρί


Διαβάστε επίσης πως ξεκίνησε η κρίση και για το ρεπορτάζ της Bild αναφορικά με Λεμεσό, Ρωσίδες και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.


Στην ακροαματική διαδικασία για τη φονική έκρηξη που σημειώθηκε στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί στις 11 Ιουλίου 2011.

Ο Θωμάς Παπάς, Πλωτάρχης του πολεμικού ναυτικού της Ελλάδας, ο οποίος τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως υπεύθυνος πυρασφάλειας του στρατοπέδου στη ναυτική βάση στο Μαρί, κατέθεσε ως ο 98ος μάρτυρας και σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 20/7/2011 είπε ότι κάθε μέρα από το Νοέμβριο του 2009 γίνονταν 8 – 9 περιπολίες μόνο για οπτικό έλεγχο των εμπορευματοκιβωτίων. Ανεπίσημα γνώριζε ότι στα εμπορευματοκιβώτια υπήρχε πυρίτιδα και πρόσθεσε πως ακόμα και ο Διοικητής του ο Λάμπρος Λάμπρου δεν γνώριζε τι περιείχαν ακριβώς. Ανέφερε ότι στις 5/7/2011 ως αξιωματικός υπηρεσίας έκανε το συνηθισμένο οπτικό έλεγχο στα εμπορευματοκιβώτια και διαπίστωσε πως ένα είχε διογκωθεί. Υπήρχε μεγάλη ανησυχία στο στρατόπεδο γιατί αφού έγινε έκρηξη σε ένα τότε θα μπορούσε να γίνει έκρηξη και στα υπόλοιπα εμπορευματοκιβώτια, είπε.

Είπε ακόμα ότι είχε ενημερωθεί στις 8/7/2011 από τον Υποδιοικητή του Ναυτικού Πλωτάρχη Γιάννη Τσιανή ότι υπήρχαν οδηγίες να σταλεί στη βάση ένα πυροσβεστικό όχημα των 5 τόνων για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων και ότι όλα τα μέλη του προσωπικού, περίπου 12 άτομα είχαν εκπαιδευτεί στο συγκεκριμένο όχημα. Στις 11/7/2011 είπε ο μάρτυρας, ενημερώθηκα γύρω στις έξι το πρωί από κάποιο γνωστό μου ότι έγινε έκρηξη στα εμπορευματοκιβώτια.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας είπε ότι «δεν μας δόθηκε καμιά οδηγία για αντιμετώπιση φωτιάς ή έκρηξης στα εμπορευματοκιβώτια» και ότι «είχαμε μόνο τον οπτικό έλεγχο των εμπορευματοκιβωτίων υπό τον έλεγχο μας, δεν είχαμε κανένα άλλο έλεγχο πάνω τους. Τα είχαμε αλλά ήταν σαν να μην τα είχαμε γιατί δεν μπορούσαμε να τα διαχειριστούμε».

Ανέφερε επίσης ότι για το φορτίο των εμπορευματοκιβωτίων «δεν υπήρχε καμιά οδηγία ούτε από τον Λάμπρο Λάμπρου ούτε από τον Πλοίαρχο Ιωαννίδη. Κατά την προσωπική μου άποψη εάν είχαμε οδηγίες, θα μπορούσε να βγάλουμε τα κιβώτια με την πυρίτιδα από τα εμπορευματοκιβώτια και να τα αραιώσουμε». Σημείωσε ακόμα πως ο Πλωτάρχης Τσιανής του έδωσε οδηγίες να καταβρέξουμε τα εμπορευματοκιβώτια είτε με το δικό μας πυροσβεστικό όχημα των 2 τόνων είτε με αυτό των 5 τόνων που θα μας έστελλαν από άλλον πυροσβεστικό σταθμό. Ωστόσο, συνέχισε, του είπα ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει με τα 5 άτομα προσωπικό που είχαμε στη βάση.

Μάλιστα, σημείωσε, κάναμε ένα «πείραμα στις 8/7/2011 παίρνοντας το πυροσβεστικό όχημα των 2 τόνων της βάσης και με τρία άτομα πήγαμε έξω από το συρματόπλεγμα που υπήρχε γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια, ανοίξαμε τις μάνικες και ρίξαμε νερό. Όλη αυτή η διαδικασία μαζί με το χρόνο που πήρε για να ξαναγεμίσουμε με νερό το όχημα, μας πήρε 45 λεπτά» είπε και πρόσθεσε πως «δεν υπήρχε περίπτωση το νερό να φτάσει σε όλο το χώρο των εμπορευματοκιβωτίων» κάτι που ανέφερε – όπως είπε – στον Πλωτάρχη Τσιανή.

«Θα χρειαζόμασταν 4 οχήματα, ένα σε κάθε γωνία, για να καταβρέξουμε όλα τα εμπορευματοκιβώτια» είπε και πρόσθεσε ότι «δεν δόθηκε καμία γραπτή οδηγία από κανένα για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων».

Αντεξεταζόμενος από τον Ευστάθιο Ευσταθίου, συνήγορο υπεράσπισης των Κώστα Παπακώστα, Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους, ο μάρτυρας είπε πως από «φήμες και κουβέντες» άκουσε ότι υπήρχαν 90 τόνοι πυρίτιδας στα εμπορευματοκιβώτια και ότι στο φάκελο στη Διοίκηση Ναυτικού δεν υπήρχε καμία αναφορά για το περιεχόμενο των εμπορευματοκιβωτίων. Είπε ακόμα ότι «οι οδηγίες που είχαμε ήταν, εμείς δεν ακουμπάμε τα εμπορευματοκιβώτια και ότι σε θέματα που αφορούσαν τα εμπορευματοκιβώτια και τη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν οδηγίες για πυρασφάλεια. Από τις 19/8/2009 που μετατέθηκα στη Ναυτική Βάση βρήκα μια κατάσταση όπου δεν θα πλησιάζαμε την περιοχή ούτε για πυρασφάλεια ούτε για οτιδήποτε άλλο, δεν εκπονήθηκε κανένα σχέδιο πυρασφάλειας και δεν εφαρμόσαμε τίποτε από αυτά που υπήρχαν στις πάγιες διαταγές του στρατού. Θα είχαμε μόνο τον οπτικό έλεγχο των εμπορευματοκιβωτίων, δεν είχαμε καμία αρμοδιότητα και δεν μιλάγαμε για τα εμπορευματοκιβώτια».

Αντεξεταζόμενος από τον Θανάση Κορφιώτη, συνήγορο υπεράσπισης του Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη, ο κ. Παπάς είπε ότι το πείραμα που έγινε στις 8/7/2011 με το πυροσβεστικό όχημα ήταν για να δούμε αν μπορεί να γίνει κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων και πόσο χρόνο χρειαζόταν. «Θεωρούσα ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για να πάμε να κάνουμε κατάβρεξη αλλά οι οδηγίες ήταν μόνο να κάνουμε κατάβρεξη» είπε.

Ο Θεόδωρος Γκρούτσης, που υπηρετεί στο πολεμικό ναυτικό της Ελλάδας και τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως επικεφαλής του τμήματος επικοινωνιών του ναυτικού και 2-3 φορές το μήνα έβγαζε υπηρεσία αξιωματικών φυλακής, κατέθεσε ως ο 99ος μάρτυρας κατηγορίας. Σε κατάθεσή του στην Αστυνομία στις 12/7/2011 την οποία ανέγνωσε στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας είπε ότι ενημερώθηκε προφορικά από παλιότερους συναδέλφους ότι υπήρχαν στη βάση 100 περίπου εμπορευματοκιβώτια που περιείχαν πυρομαχικά χωρίς όμως κανένας να γνωρίζει το είδος τους. Πρόσθεσε ότι στις 4/7/2011 ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια της καθημερινής σύσκεψης ότι υπήρχε ένα διογκωμένο εμπορευματοκιβώτιο, ότι ενημερώθηκε για το θέμα ο Διοικητής Ναυτικού και ότι θα εμπειρογνώμονες θα μετέβαιναν στη Βάση για να το δουν.

Πρόσθεσε ότι στις 10/7/2011 είχε υπηρεσία από τις 09.00 το πρωί και στις 04.00 της 11/7/2011 ενημερώθηκε ότι εντοπίστηκε φωτιά στα εμπορευματοκιβώτια οπότε με το δικό του αυτοκίνητο πήγε στην περιοχή για να εκτιμήσει την κατάσταση. «Είδα στην περιοχή λάμψεις περίπου 5 μέτρα ύψος και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι οι σπίθες που ήταν πορτοκαλοκόκκινες εκτινάσσονταν από την πάνω στοίβα των εμπορευματοκιβωτίων. Δεν έβλεπα φωτιά με φλόγες αλλά εκτίναξη σπιθών» είπε. Αμέσως πήρε τηλέφωνο τον Διοικητή του Ναυτικού Ανδρέα Ιωαννίδη στον οποίο και ανέφερε ότι «βλέπω σπίθες από τα εμπορευματοκιβώτια, δεν έχει χτυπήσει κανένας. Η κατάσταση είναι ελεγχόμενη, ενημερώθηκε και η Πυροσβεστική». Τότε ο Ιωαννίδης του είπε «μείνε ψύχραιμος, πρόσεξε την ασφάλεια του κόσμου, έρχομαι μέσα».

Ο μάρτυρας είπε ακόμα ότι γύρω στις 04.30 πήγε προς την πύλη της βάσης και είδε 2 πυροσβεστικά οχήματα και αρκετό κόσμο ενώ ο αρχικελευστής Κλεάνθης Κλεάνθους με τον Ανδρέα Παπαδόπουλο, επικεφαλής των πυροσβεστών, με αυτοκίνητο της Εθνικής Φρουράς πήγαν για εκτίμηση της κατάστασης. Γύρω στις 04.50 ενημερώθηκε για την άφιξη του Διοικητή του Ναυτικού, ο οποίος με το υπηρεσιακό όχημα και τον οδηγό του μετέβησαν στο φυλάκιο 3, που βρισκόταν πάνω από τα εμπορευματοκιβώτια. Πρόσθεσε ότι γύρω στις 05.15 ο Ανδρέας Ιωαννίδης βρισκόταν ακόμα στο φυλάκιο 3 ενώ τα δύο πυροσβεστικά οχήματα με τα πληρώματα τους ήταν στην κεντρική πύλη.

Γύρω στις 05.20, ανέφερε ο μάρτυρας, πήγα με ένα αστυνομικό από τον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου που μετέβη στη Βάση, στο φυλάκιο 3 όπου εντόπισε τον κ. Ιωαννίδη που μιλούσε στο τηλέφωνο με τον Αρχηγό του ΓΕΕΦ και του έλεγε πως «η φωτιά μεγαλώνει, στείλτε 2 ελικόπτερα για πυρόσβεση γιατί θα καούμε». Μετά από αυτό, συνέχισε ο μάρτυρας, είπα στον Ιωαννίδη ότι «η πυρίτιδα δεν σβήνει με νερό. Πάμε να φύγουμε» και τότε εκείνος μου είπε «Φύγε εσύ, θα συντονίζω εγώ. Κάνε ανάκληση προσωπικού, συνέχισε να πιέζεις τη Διοίκηση για ελικόπτερα και πρόσεχε την ασφάλεια του προσωπικού». Μετά από εισήγηση του μάρτυρα, από το φυλάκιο 3, έφυγε μαζί του και με τον αστυνομικό και ο οδηγός του Ιωαννίδη.

Στην κατάθεσή του ο μάρτυρας είπε ακόμα πως όταν ξαναπήγε στην πύλη της ναυτικής βάσης «χωρίς να ξέρω με ποιου τις οδηγίες, είδα τα δύο πυροσβεστικά οχήματα που κινήθηκαν προς τα εμπορευματοκιβώτια. Το ένα όχημα με τους διδύμους πήρε την ανηφόρα προς το φυλάκιο 3 ενώ το άλλο πήγε κατηφορικά προς το νότο προς τον κυκλικό κόμβο».  Ανέφερε ότι γύρω στις 05.40 πήγε στο Κέντρο Διοίκησης Ναυτικού που βρισκόταν σε υπόγειο χώρο εντός της ναυτικής βάσης και έδωσε οδηγίες για ανάκληση προσωπικού. Ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο με το ΓΕΕΦ, «έγινε η μεγάλη έκρηξη που ήταν σαν σεισμός 8 Ρίχτερ και για αρκετή ώρα δεν είχαμε επικοινωνία με κανένα. Συνέχεια αναζητούσαμε τον Διοικητή του Ναυτικού αλλά δεν απαντούσε στο τηλέφωνο» είπε.

Απαντώντας σε ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, ο κ. Γκρούτσης είπε ότι «εμπειρικά γνώριζα ότι καιγόταν πυρίτιδα. Ουδέποτε έμαθα οτιδήποτε για το περιεχόμενο των εμπορευματοκιβωτίων από επίσημο έγγραφο. Δεν είχα δει κάτι γραπτώς, ούτε κάποιο επίσημο έγγραφο για να ραντίζονται με νερό τα εμπορευματοκιβώτια». Είπε ακόμα ότι οι σπίθες έβγαιναν από τη δεξιά πλευρά της στοιβάδας, δηλαδή από την πλευρά του διογκωμένου εμπορευματοκιβωτίου.

Ανέφερε επίσης πως «η φωτιά επεκτεινόταν στα 4-5 εμπορευματοκιβώτια και υπήρχε αυξημένη θερμότητα» ενώ απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι «μίλησα με κάποιους πυροσβέστες στην πύλη της βάσης λίγο πριν την έκρηξη και με ρώτησαν ποια ήταν η κατάσταση. Είπα ότι πήραν φωτιά τα εμπορευματοκιβώτια και με ρωτούσαν τι περιείχαν αυτά. Τους απάντησα ότι δεν ήξερα αλλά από προσωπική μου πείρα τους είπα ότι υπήρχε καύση πυρίτιδας».  

Αντεξεταζόμενος από τον Θανάση Κορφιώτη, συνήγορο υπεράσπισης του Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη, ο μάρτυρας είπε πως είχε οπτική επαφή με τις λάμψεις και αναφλέξεις από τα εμπορευματοκιβώτια μέχρι και ένα λεπτό προτού εισέλθει στο Κέντρο Επιχειρήσεων. Σε σχετική ερώτηση, απάντησε πως «η φωτιά αρχικά ήταν γύρω στα 4-5 μέτρα ύψος. Γύρω στις 05.30 καίγονταν τα μισά εμπορευματοκιβώτια ενώ η φωτιά έφτανε τα 30 – 40 μέτρα ύψος» είπε και πρόσθεσε πως «ούτε οι πυροσβέστες ούτε οι στρατιωτικοί ήξεραν ακριβώς τι περιείχαν τα εμπορευματοκιβώτια».

Η δίκη θα συνεχιστεί αύριο 14/01 στις 09.00 το πρωί με την κατάθεση τριών άλλων μαρτύρων ενώ έχουν απομείνει περίπου 33 μάρτυρες κατηγορίας.

ΠΗΓΗ:ΚΥΠΕ