Αναστολή της διαγραφής μετοχών

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου διέταξε σήμερα όπως στην προσφυγή της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ανασταλεί και δια του παρόντος αναστέλλεται η ισχύς και/ή εκτέλεση και/ή εφαρμογή της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και των Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Υπουργού Οικονομικών ως προς την πώληση εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ., η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25/3/2013.

Οι συνήγοροι της Κεντρικής Τράπεζας και των Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Υπουργού Οικονομικών, καλούνται να εμφανιστούν ενώπιον του Ανωτάτου στις 5 Απριλίου 2013 και ώρα 8.30 π.μ. και να δείξουν γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει.

Σύμφωνα με την υπόθεση, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ήταν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εκδομένες μετοχές 1.795.141.547, ονομαστικής αξίας 0,50 έκαστη, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες και τύγχαναν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.

Για βελτίωση των αναγκαίων για την πολυσχιδή αποστολή της πόρων, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου διαχρονικά και κατά διάφορες ημερομηνίες, επένδυε σε μετοχές της εν λόγω τράπεζας διάφορα ποσά, με αποτέλεσμα μέχρι την ημερομηνία των προσβαλλόμενων πράξεων να ήταν ιδιοκτήτρια και κάτοχος 11.598.739 μετοχών έναντι συνολικού κόστους κτήσης 18.518.871,25 ευρώ.

Η αξία των εν λόγω μετοχών κατά ή περί την ημερομηνία της προσβαλλόμενης πράξης, ήταν 2.319.747,80 (0,20 ανά μετοχή).

Η κλιμακούμενη κατά τους τελευταίους μήνες οικονομική δυσπραγία, οδήγησε στην προσφυγή της χώρας στους μηχανισμούς στήριξης της ΕΕ, απότοκο της οποίας υπήρξε η απόφαση του Γιούρογκρουπ στις 25/3/2013.

Με το διάταγμα, διαγράφονται ή και καταργούνται ολοσχερώς όλες οι μετοχές της Αρχιεπισκοπής καθώς και οποιαδήποτε δικαιώματα τους στην ιδιοκτησία τους χωρίς την σύμφωνη γνώμη τους, γεγονός που η αιτήτρια Αρχιεπισκοπή θεωρεί την πράξη, άκυρη, αντισυνταγματική που στερείται οιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος.

Σύμφωνα με τους συνηγόρους της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Κώστα Βελάρη και Αλέκο Μαρκίδη, η επίδικη πράξη ή και απόφαση είναι παράνομη γιατί συνιστά κατάφωρη παραβίαση του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, όπως αυτό προστατεύεται από τα Αρθρα 23.1, 23.2 και 23.4 του Συντάγματος.

Είναι παράνομη επίσης, γιατί συνιστά κατάφωρη παραβίαση του ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας όπως αυτό προστατεύεται από το Αρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης περί Προασπίσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και η οποία έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 39/62.

Είναι ακόμη, σύμφωνα με τους συνηγόρους της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, παράνομη ή και αντισυνταγματική ως προσκρούουσα στο Αρθρο 23.9 του Συντάγματος και εκδόθηκε κατά παράβαση της εξουσίας που παρέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλων Ιδρυμάτων Νόμος.

Πηγή ΚΥΠΕ