Απάντηση στο… ύποπτο “The party is over”

 

Να σημειωθεί ότι το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή είναι η απάντηση του αγαπητού αναγνώστη Γιώργου Παναγιώτου.

 

” Αγαπητή σύνταξη,

Απευθύνω την παρούσα επιστολή, γιατί μέσα στις τελευταίες μέρες παρατηρώ μια προσπάθεια γείκευσης της ενοχής που θα πρέπει να αισθάνεται η κυπριακή κοινωνία για τη σημερινή οικονομική (και κοινωνική κρίση). Ιδιαίτερη εντύπωση μου προκάλεσε η αναδημοσίευση κείμενου που είναι γραμμένη στην κυπριακή διάλεκτο.

Ξεκινώντας συμφωνώ ότι η κοινωνική κρίση προηγήθηκε της οικονομικής και η προσέγγιση που καταγγέλνει το κυπριακό «άππωμα» και το πελατειακό κράτος, με βρίσκει σύμφωνο. Κάπου εκεί όμως σταματούν και οι συγκλίσεις μεταξύ των δικών μου σκέψεων και κειμένων που βρίθουν υπερβολών, ανακρίβειας και κακίας.

Επιχειρείται μια προσπάθεια επιβολής μιας συλλογικής ενοχικής αντίληψης των πραγμάτων  που οδήγησαν στην καταστροφή με ένα παράλληλο εξωραϊσμό της δράσης ευρωπαϊκών παραγόντων. Από μόνη της αυτή η προσπάθεια είναι επικίνδυνη, αφενός γιατί δεν αποδίδονται συγκεκριμένες ευθύνες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αλλά δημιουργείται η αίσθηση της συλλογικής ενοχής μας ολόκληρης κοινωνίας και αφετέρου γιατί παραγνωρίζει τις παραδοξότητες (στην καλύτερη περίπτωση) της στάσης των Ευρωπαίων.

Σε ότι αφορά το πρώτο κομμάτι, η προσέγγιση είναι μια έμμεση επανάληψη της ρήσης «μαζί τα φάγαμε», μέσα από δόσεις μεγάλης υπερβολής που ενίοτε μπορεί να θεωρηθεί κακεντρεχής. Συνεπώς, μαζί θα πληρώσουμε το λογαριασμό. Επιμένω ότι συμφωνώ με την καταγγελεία του πελατειακού κράτους και του αππώματος μας ως κοινωνία. Αυτό διαφέρει ωστόσο κατά πολύ από τις συγκεκριμένες ενέργειες εχόντων την ευθύνη διοίκησης της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των διοικήσεων των τραπεζών. Το αίτημα θα πρέπει να είναι η διεξοδική έρευνα, η δίκη και εάν τεκμηριώνονται οι καταγγελείες η καταδίκη των υπευθύνων και όχι το… μέρισμα της ευθύνης σε όλη την κοινωνία. Είναι, δε, αξιοπερίεργη η αποφυγή αναφοράς, στο κείμενο που αναδημοσιεύεται, στη δικαιοσύνη και ειδικότερα τον Γενικό Εισαγγελέα.

Στις, δε, αναφορές των καλών και εργατικών Ευρωπαίων έναντι των κακομαθημένων Κυπραίων, υπάρχει και πάλι μια έντονη δόσης υπερβολής και κακίας. Επιχειρείται εκ νέου η δημιουργία ενοχών και τύψεων γιατί ένα μικρό διαμέρισμα στον Πρωταρά (ή στη Λάρνακα ή σε άλλες περιοχές) δεν ήταν πανάκριβο και ως εκ τούτου κάποιες οικογένειες της μεσσαίας αστικής τάξης είχαν πρόσβαση. Με τρόπο ισοπεδωτικό κρίνεται ότι σε σχέση με τους Ευρωπαίους οι μισθοί στην Κύπρο είναι υψηλοί! Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να καταδείξει την ασχετοσύνη του κειμένου με την κυπριακή πραγματικότητα, σε ότι αφορά τη μεγάλη μάζα της κυπριακής κοινωνίας.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει επίσης να σχολιαστεί πως οι Ευρωπαίοι επέβαλαν στην κυπριακή κυβέρνηση τη ληστεία έναντι των πολιτών της, παραβιάζοντας θεμελιώδη δικαιώματα όπως αυτό της ιδιοκτησίας; Δεν είναι η ίδια η ΕΕ που αντέδρασε στις εθνικοποιήσεις του Τσιάβες και πιο πρόσφατα της Αργεντινής; Πως νομιμοποιείται και ηθικά πλέον να προβαίνει η ίδια σε εθνικοποίηση ιδιωτικής περιουσίας στο όνομα του γενικού συμφέροντος; Πως διαφέρουν οι δύο πράξεις;

Εύλογα επίσης ερωτηματικά εγείρει το γεγονός ότι οι κυπριακές τράπεζες αγόραζαν ομόλογα στη δευτερογενή αγορά που τα ξεφορτώνονταν οι γερμανικές τράπεζες. Συνεπώς το ερώτημα είναι γιατί να μην συγκεκριμενοποιηθούν οι ευθύνες όσων προέβαιναν στις αγορές αυτές; Έναντι ποιων ανταλλαγμάτων και ποιων πιέσεων ή δέλεαρ (πολιτικών ή οικονομικών) γίνονται αυτές οι αγορές; Η απλουστευμένη απάντηση ότι οι έξυπνοι Ευρωπαίοι πουλούσαν και οι χαζοί Κυπραίοι αγόραζαν είναι εξαιρετικά αφελής και συνάμα επικίνδυνη, καθώς δεν επιτρέπει να αποκαλυφθεί μέχρι τέλους η διαπλοκή τραπεζών – πολιτικής που ξεπερνά, κατά την εκτίμηση μου, τα γεωγραφικά όρια της Κύπρου.

Είναι προφανές ότι το κείμενο έχει σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό. Τα υπόλοιπα στοιχεία (που επαναλαμβάνω είναι γεματά υπερβολές, αστοχίες, ανακρίβειες και ίσως κακία) είναι απλώς τα τεχνικά μέσα για το κύριο επιχείρημα. Η Ευρώπη είναι ο παράδεισος και αν πρέπει να περάσουμε από τη νηστεία θα πρέπει να το κάνουμε με ταπεινότητα και δέος προς τους Θεούς της Ευρώπης. Αντιθέτως, μας περιμένει η κόλαση της Μέσης Ανατολής.

Πέραν από τον ειδεχθή ρατσισμό που όζει η εν λόγω αναφορά, θα πρέπει να προβούμε σε μία υπενθύμιση και μια πρόβλεψη. Πρώτον, όταν η Κύπρος υπέφερε μετά την τουρκική εισβολή είναι κυρίως χρήματα Αράβων που ανοικοδόμησαν την Κύπρο. Αρχικά με τη μετανάστευση Κυπρίων στη Μέση Ανατολή για εργασία και ακολούθως από τον Λίβανο και τις χώρες του Κόλπου (κυρίως το Κουβέιτ) λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Το Κουβέιτ μάλιστα είναι αυτό που χρηματοδότησε με χαμηλότοκα δάνεια  μεγάλα έργα υποδομής στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένου και του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας – Λεμεσού! Σήμερα ας ερωτηθούν όσοι ασχολούνται με το τομέα των κατασκευών και των υπηρεσιών, εκτός από τη Ρωσία, ποιες άλλες αγορές φέρνουν εισόδημα στην Κύπρο; Είναι οι επιχειρηματικές κοινότητες των «άλουτων» που αναζητούν ασφαλέστερες έδρες για τις επιχειρήσεις τους από τη Συρία του εμφυλίου και τις χώρες που διέρχονται δημοκρατικών μεταβατικών περιόδων. Η πρόβλεψη είναι ότι σύντομα θα έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη τους Άραβες γείτονες μας και εκεί θα στραφούμε για στήριξη, οικονομική και πολιτική.

 

Με εκτίμηση 

Γιώργος Παναγιώτου “