Η παγκόσμια οικονομική ανισότητα εγκυμονεί κινδύνους


 

Εγγραφείτε στο Newsletter του 24Η και οι σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας θα έρχονται στο email σας

Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter


Όσες οικονομίες ήταν σχετικά πλούσιες στην αυγή του 20ου αιώνα, είδαν τον πλούτο και την υλική τους ευημερία σε γενικές γραμμές να απογειώνονται. Οι οικονομίες που ήταν σχετικά φτωχές έχουν πλουτίσει, αλλά, ως επί το πλείστον, με αργούς ρυθμούς. Το χάσμα ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες οικονομίες σταθερά διευρυνόταν κατά τον περασμένο αιώνα. 

Στις μέρες μας το χάσμα αυτό είναι ευρύτερο από ποτέ ή τουλάχιστον από τότε που μόνο ελάχιστες φυλές ήξεραν να χρησιμοποιούν τη φωτιά. 

Το χάσμα υπάρχει σε κάθε τομέα: στο πόσο καταναλώνουν οι άνθρωποι, πόσο διαβάζουν, τι εργαλεία χρησιμοποιούν και πώς βγάζουν τα προς το ζην. 

Μπορεί να δει κανείς το ποτήρι ή μισοάδειο ή μισογεμάτο. Το ποτήρι είναι μισοάδειο: Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι ο δεύτερος πιο άνισος όλων των εποχών. Μόνο η εποχή των δεκαετιών του ’70 και του ’80 ήταν πιο άνιση, με το βιοτικό επίπεδο στην Κίνα να καταπιέζεται από την κληρονομιά του Μάο και στην Ινδία να καταπιέζεται (σε μικρότερο βαθμό) από τη γραφειοκρατία της δυναστείας των Νεχρού. 

Το ποτήρι είναι μισογεμάτο: οι περισσότερες χώρες έχουν ολοκληρώσει τη μετάβαση στην αειφόρο οικονομική ανάπτυξη. Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε οικονομίες που (αν και φτωχότερες από τα μεταβιομηχανικά υπερσύγχρονα έθνη της παγκόσμιας οικονομικής ελίτ) έχουν προλάβει το «τρένο» της οικονομικής ανάπτυξης και επομένως έχουν προορισμό το μοντερνισμό. 

Η οικονομική μεταμόρφωση των περισσότερων κρατών είναι λιγότερο από έναν αιώνα πίσω από αυτήν των κορυφαίων οικονομιών. Δηλαδή, βλέποντάς το από άποψη χιλιετίας, μονάχα μια ανάσα πίσω τους. 

Ωστόσο, ο άνθρωπος κοιτάζει από την άποψη της χιλιετίας μονάχα όταν μελετά το παρελθόν-ποτέ για το παρόν ή το μέλλον.

Από την άλλη, 1,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε οικονομίες που δεν έχουν μεταβεί στην αειφόρο ανάπτυξη και έχασαν το «τρένο» που τραβά για τον μοντερνισμό. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε πως το πραγματικό εισόδημα του μέσου αφρικανού δεν έχει μεταβληθεί πολύ κατά τα τελευταία 30 χρόνια. 

Στα μάτια ενός οικονομολόγου, η ύπαρξη, η διατήρηση και το αυξανόμενο μέγεθος των χασμάτων στα επίπεδα παραγωγής και τα βιοτικά επίπεδα ανάμεσα στα έθνη μοιάζει παράξενη. Καταλαβαίνουμε το γιατί οι προβιομηχανικοί πολιτισμοί είχαν διαφορετικά επίπεδα τεχνολογίας και ευημερίας: είχαν διαφορετικές πλουτοπαραγωγικές πηγές και η μεταλαμπάδευση νέων ιδεών από πολιτισμό σε πολιτισμό γινόταν με αργούς ρυθμούς.

Όμως, αυτές οι αιτίες δεν ταιριάζουν στο σύγχρονο κόσμο. Η πηγή της υλικής ευημερίας των κορυφαίων οικονομιών δεν είναι κάτι το κρυφό. Είναι το απόθεμα των τεχνολογικών δυνατοτήτων που εφευρίσκονται από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά. Το απόθεμα αυτό δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι ανοιχτό σε οποιονδήποτε γνωρίζει γραφή και ανάγνωση. Το υπόλοιπο είναι διαθέσιμο σε οποιονδήποτε μπορεί να αποκτήσει πτυχίο στη μηχανική. 

Χάρη στις σύγχρονες τηλεπικοινωνίες, οι ιδέες στις μέρες μας διαδίδονται με την ταχύτητα του φωτός. Στις φτωχές οικονομίες, οι κυβερνήσεις, οι επιχειρηματίες και οι ιδιώτες θα έπρεπε ήδη να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια (ή θα έπρεπε να το έχουν κάνει εδώ και χρόνια) προκειμένου να κάνουν ό,τι έκανε η Ιαπωνία στα μέσα του 19ου αιώνα: να αποκτήσουν και να εφαρμόσουν όλο το απόθεμα των τεχνολογικών δυνατοτήτων της ανθρωπότητας. 

Αυτή η αντίθεση στα επίπεδα ζωής και παραγωγικότητας είναι άλλο ένα βασικό στοιχείο της οικονομικής ιστορίας του 20ου αιώνα: οι οικονομίες, σχεδόν από κάθε άποψη, έχουν περισσότερες διαφορές μεταξύ τους τώρα παρά έναν αιώνα πριν, παρόλο που μεσολάβησαν εκατό χρόνια επαναστάσεων στις μεταφορές και τις τηλεπικοινωνίες. Επιπρόσθετα, μάλλον έχουμε κάθε λόγο να ανησυχούμε ότι το χάσμα ανάμεσα στα επίπεδα ζωής και παραγωγικότητας θα συνεχίσει να διευρύνεται στο μέλλον. 

Η οικονομική ανάπτυξη των φτωχών χωρών έχει καθυστερήσει εξαιτίας μιας σειράς παραγόντων: υψηλοί ρυθμοί αύξησης του πληθυσμού που εμποδίζουν την αύξηση της σχέσης κεφάλαιο/απόδοση, υψηλές τιμές κεφαλαιουχικών αγαθών που εμποδίζουν τις επενδύσεις, κυβερνήσεις που δε βλέπουν σε βάθος χρόνου προκειμένου να διατηρηθούν στην εξουσία και παραδοσιακές ελίτ (θρησκευτικές και πολιτιστικές) που θεωρούν πως θα βγουν χαμένοι από τη συναλλαγή με μια πιο ανεπτυγμένη και πιο πλούσια χώρα. Αυτοί οι παράγοντες είναι ακόμα σε ισχύ, και πιθανόν να εξακολουθήσουν να είναι και στο μέλλον. 

Αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλο κίνδυνο, επειδή ο σύγχρονος κόσμος είναι τόσο αλληλοεξαρτημένος, πολιτικά, στρατιωτικά, οικολογικά, που για να μεταβούμε σε έναν πραγματικά ανθρώπινο κόσμο, θα πρέπει όλοι να φτάσουμε εκεί την ίδια σχεδόν στιγμή.

 

Πηγή: newsbeast.gr