H προσφυγή Σταυρινάκη κατά του Προέδρου


Εγγραφείτε στο Newsletter του 24Η και οι σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας θα έρχονται στο e-mail σας 

Ακολουθήστε μας στο facebook και στο twitter 


Οι δικηγόροι του Σταυρινάκη υποστηρίζουν ότι η ανάκληση του διορισμού του από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη δεν συνιστά “διοικητική πράξη ή απόφαση”, αλλά “κυβερνητική πράξη” που μπορεί να ελεγχθεί μόνον με προσφυγή, συμφώνως του Άρθρου 139 του Συντάγματος.

Παράλληλα με την προσφυγή, ο κ. Σταυρινάκης κατέθεσε και Αίτηση  στο Ανώτατο για έκδοση προσωρινού διατάγματος επιστροφής στα καθήκοντά του, μέχρις ότου εκδικασθεί η προσφυγή, η ακρόαση της οποίας πραγματοποιήθηκε σήμερα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστή Κώστα Παμπαλλή, που αναμένεται να εκδώσει την απόφασή του εντός των προσεχών εβδομάδων.

Η προσφυγή στρέφεται κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, τον οποίο στην παρούσα υπόθεση εκπροσωπεί ο δικηγόρος Κώστας Βελάρης και ο οποίος, στη διάρκειας τριών περίπου ωρών σημερινής ακρόασης, αντέκρουσε τα επιχειρήματα των δικηγόρων του κ. Σταυρινάκη, δηλώνοντας ότι ο διορισμός που έγινε στις 4 Φεβρουαρίου 2013 από τον τότε Πρόεδρο Χριστόφια ήταν αντισυνταγματικός και ότι δεν υπήρξε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη στις 9 Απριλίου 2013 “παύσις” του τέως Υποδιοικητή αλλά “ανάκληση διορισμού”.

Επρόκειτο, δηλαδή, για μια διοικητική πράξη, είπε ο κ. Βελάρης, η οποία δεν προκαλεί σύγκρουση εξουσιών ή αμφισβήτηση δικαιοδοσίας, δεν επηρεάζεται οιοσδήποτε θεσμός ή Αρχή, επομένως δεν εμπίπτει στο Άρθρο 139 του Συντάγματος και ούτε υπέστη ζημιά η Κεντρική Τράπεζα από την πράξη αυτή, επομένως η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί και, εάν ο κ. Σταυρινάκης επιδιώκει κάποια αποζημίωση, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο ζητώντας “θεραπεία” για τη ζημιά που υπέστη.

Οι προσφυγές δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος είναι δικαιοδοσία της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου και η παρούσα υπόθεση είναι προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 139, είπε, μεταξύ άλλων, ο κ. Λαδάς παραθέτοντας παραδείγματα άλλων δικαστικών αποφάσεων, όπως το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση του Δήμου Αγίου Αθανασίου εναντίον Υπουργικού Συμβουλίου (2001 – 2002), καθώς και της υπόθεσης της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης εναντίον του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και της Εκκλησίας Κύπρου εναντίον της Βουλής (1990) και Προέδρου Δημοκρατίας εναντίον Βουλής (1985) ή και Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου εναντίον Υπουργικού (1996).

Η φράση “κέκτηται αρμοδιότητα να αποφασίζει οριστικώς και αμετακλήτως” στο Άρθρο 139.1 του Συντάγματος, είπε ο κ. Λαδάς παραπέμπει σαφώς σε πρόθεση του νομοθέτη να είναι τελεσίδικη η απόφαση.

Επομένως, συνέχισε, δεν μπορεί η δικαιοδοσία να είναι πρωτοβάθμια, ενώ υποθέσεις που εκδικάζονται από Μονομελές Δικαστήριο υπόκεινται σε έφεση και άρα δεν είναι τελεσίδικες.

Όπως είπε ο κ.  Λαδάς, η παρούσα υπόθεση είναι προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος και δικαιοδοσία για την εκδίκαση τέτοιων προσφυγών έχει η πλήρης ολομέλεια του Ανωτάτου, που θα κρίνει όλα τα εγειρόμενα θέματα, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών που αφορούν τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας.

Ο κ. Λαδάς ζήτησε, επίσης, όπως επιτρέψει το Δικαστήριο να κατατεθεί σήμερα συμπληρωματική ένορκος δήλωση του κ. Σταυρινάκη, προκειμένου να γίνει γνωστή στο Δικαστήριο απαντητική επιστολή που έλαβε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δύο ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής του στο Ανώτατο. Αντίγραφα της επιστολής εδόθησαν τόσο στον κ. Βελάρη όσο και στον κ. Παμπαλλή.

Η θέση του κ. Σταυρινάκη ως Αιτητή είπε ο κ. Λαδάς είναι ότι η θέση του ως Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας συνιστά όργανο ή Αρχή της Δημοκρατίας και ότι υπάρχει σύγκρουση, ή αμφισβήτηση εξουσίας, ή αρμοδιότητας με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την αμφισβήτηση από τον Αιτητή της εξουσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας να προβαίνει σε ανάκληση ή τερματισμό του διορισμού του, ή να τον παύει, ή να διαγιγνώσκει κατά πόσο ο εν λόγω διορισμός εδικαιολογείτο ή όχι, με την επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης.

Από την καταχωρηθείσα ένσταση στην αίτηση αναστολής της σχετικής απόφασης, πρόσθεσε ο κ. Λαδάς, προκύπτει ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αμφισβητεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς, όμως δεν είναι το παρόν Δικαστήριο που θα αποφασίσει για το ποιος έχει δίκαιο, αλλά αρμόδιο Δικαστήριο είναι η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου.

Ο Υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, όπως ανέφεραν οι δικηγόροι του προσφεύγοντος, έχει εξουσίες και αρμοδιότητες που κανείς άλλος αξιωματούχος δεν έχει και, κατά συνέπεια, η θέση του Υποδιοικητή συνιστά “όργανο ή Αρχή της Δημοκρατίας”.

Η θέση, ότι, για να μπορεί να αμφισβητήσει την άσκηση κάποιας εξουσίας από τον καθ’ ου η αίτηση, ο προσφεύγων πρέπει να περιβάλλεται με την ίδια εξουσία, είναι εμφανώς λανθασμένη και δεν προκύπτει ούτε από το λεκτικό του Άρθρου139 του Συντάγματος ούτε από τη νομολογία, δήλωσε ο κ. Λαδάς.

Οι κύριοι Λαδάς και Σεραφείμ εισηγήθηκαν όπως τόσο η παρούσα προσφυγή, όσο και η αντίστοιχη προσφυγή 999 του 2013 παραπεμφθούν στην Ολομέλεια του Ανωτάτου προς εκδίκαση και μάλλον συνεκδίκαση και όπως ακολούθως δοθούν οδηγίες αναφορικά με τα διάφορα θέματα που εγείρονται, είτε σε σχέση με τις προσφυγές είτε σε σχέση με τις αιτήσεις για αναστολή της πράξης, δυνάμει προνοιών των Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου.

Ο κ. Βελάρης, αφού αναφέρθηκε στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας που αναφέρει σαφώς ότι στην Κεντρική Τράπεζα διορίζεται μέλος της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου ως Διοικητής και της τουρκικής κοινότητας ως Υποδιοικητής, δήλωσε ότι δεν επρόκειτο περί παύσεως νόμιμου διορισμού για να παραπεμφθεί στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, πλην όμως δεν ήταν παύση, αλλά ανάκληση αντισυνταγματικού διορισμού, ο οποίος δεν παρέχει δικαιώματα, δεν υπάγεται σε προστασία και θεωρείται ως ανύπαρκτος.

Αντικρούοντας επιχείρημα των δικηγόρων του προσφεύγοντος ότι κακώς ο Πρόεδρος Αναστασιάδης ανακάλεσε την πράξη διορισμού Σταυρινάκη στη θέση του Υποδιοικητή και ότι δεν είχε αρμοδιότητα για αυτό, ο κ. Βελάρης υποστήριξε την άποψη στο Δικαστήριο ότι, συμφώνως της νομολογίας, της σχετικής βιβλιογραφίας αλλά και της νομοθεσίας, το καθ` ύλην αρμόδιο όργανο να ανακαλέσει μίαν παράνομη ή αντισυνταγματική πράξη είναι το όργανο, το οποίο προέβη σε αυτή και, εν προκειμένω, αφού ο Υποδιοικητής διορίσθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (Δημήτρη Χριστόφια), το αρμοδιότερο όργανο για να ανακαλέσει το διορισμό αυτόν ήταν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 55  του σχετικού νόμου που κωδικοποιεί τις βασικές αρχές του Διοικητικού Δικαίου.

Η προσφυγή του κ. Σταυρινάκη, το σκεπτικό, τα αιτήματα και τα επιχειρήματα που τη συνοδεύουν, είπε ο κ. Βελάρης, είναι πανομοιότυπα με τα όσα κατατέθηκαν κατά την εξέταση της αντίστοιχης προσφυγής της Κεντρικής Τράπεζας.

Ο κ. Βελάρης θέλησε, όπως είπε, να ψέξει αυτού του είδους τις ενέργειες, κυρίως “σε μιαν υπόθεση η οποία έχει κάπως υψηλό προφίλ” και είναι μια “σαφής κατάχρηση” διότι καλούνται δύο διαφορετικά Δικαστήρια να εκδώσουν το ίδιο διάταγμα, με βάση τα ίδια γεγονότα και τους ίδιους ισχυρισμούς.

Προσωρινά διατάγματα, δήλωσε ο κ. Βελάρης, εκδίδονται από αυτό το Δικαστήριο μόνον σε περιπτώσεις έκδηλης παρατυπίας, ή σε περιπτώσεις ανεπανόρθωτης βλάβης, όμως τίποτε από αυτά δεν στοιχειοθετείται στην ένορκη δήλωση του κ. Σταυρινάκη.

Η προσφυγή, είπε ο κ. Βελάρης, είναι εκδήλως αβάσιμη και άμεσα απορριπτέα συμφώνως του άρθρου 134.2 του Συντάγματος και δεν πρέπει να υπάρξει συσχέτιση με το Άρθρο 139 του Συντάγματος, διότι ο αιτητής δεν είναι Αρχή ή όργανο εξουσίας εντός της εννοίας του 139 και ούτε υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησης εξουσίας εκ μέρους του αιτητή ή οποιαδήποτε σύγκρουση εξουσιών.

Όσον για το αίτημα για έκδοση διατάγματος, είπε ο κ. Βελάρης, θα πρέπει να ληφθεί υπ` όψη ότι για πανομοιότυπο αίτημα της Κεντρικής Τράπεζας έχει ασχοληθεί άλλο Δικαστήριο, του οποίου αναμένεται η έκδοση απόφασης.

ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ