Πλήρη ιδιωτικοποίηση των ημικρατικών, ευνοεί το ΣΕΟ

 Το ΣΕΟ εισηγείται γρήγορη προώθηση των διαδικασιών ιδιωτικοποίησης της Cyta, της διαχείρισης των λιμανιών, καθώς και μερικών μικρότερων οργανισμών (π.χ. Οργανισμού Ανάπτυξης Γης), κάτι που θα αποφέρει “σημαντικά έσοδα, θα επιδείξει την αποφασιστικότητα της Κύπρου να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και θα ικανοποιήσει τις σχετικές πρόνοιες του μνημονίου” και παράλληλη προώθηση των διαδικασιών “για τις πιο δύσκολες ιδιωτικοποιήσεις όπως αυτή της ΑΗΚ, που θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο προετοιμασίας”.

Το Συμβούλιο υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης και ενδυνάμωσης των εποπτικών Αρχών όπως της ΓΕΡΗΕΤ και ΡΑΕΚ, αλλά και τη δημιουργία νέων αρχών ή και τη μετατροπή της Αρχής Λιμένων Κύπρου (ΑΛΚ) σε εποπτική Αρχή.

Στο κείμενό του το ΣΕΟ αντιμετωπίζει ξεχωριστά το θέμα ιδιωτικοποίησης για τους τρεις ημικρατικούς οργανισμούς, Cyta, ΑΗΚ, και ΑΛΚ.

Στις γενικές κατευθυντήριες γραμμές, το ΣΕΟ θεωρεί ότι “θα πρέπει να επιδιωχθεί πλήρης ιδιωτικοποίηση όπου αυτό είναι δυνατό” και επικαλείται τρεις λόγους. Το ότι θα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί το ποσό των €1,4 δις διαφορετικά και το ότι η πλήρης ιδιωτικοποίηση θα προκαλέσει μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον· μισή ιδιωτικοποίηση θα αποφέρει λιγότερο από τα μισά έσοδα. Τέλος σημειώνει ότι με την πλήρη ιδιωτικοποίηση “λύνεται οριστικά το πρόβλημα των πολιτικών παρεμβάσεων και περιορίζεται το πεδίο δράσης κομματικών συμφερόντων”.

Σύμφωνα με το ΣΕΟ, σε περιπτώσεις όπου η πλήρης ιδιωτικοποίηση δεν είναι δυνατή, ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιοριστεί στα απολύτως απαραίτητα θέματα εθνικού συμφέροντος, ενώ ο ιδιώτης επενδυτής πρέπει να έχει πλήρη ελευθερία κινήσεων στη διαχείριση της εταιρείας.

Επίσης, προτείνεται η αναδιάρθρωση των οργανισμών πριν την ιδιωτικοποίηση.

Στις αγορές όπου υπάρχει δίκτυο διανομής (τηλεπικοινωνίες, ενέργεια), το ΣΕΟ εισηγείται όπως να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο διάσπασης των οργανισμών σε δύο μέρη, με το ένα μέρος να διαχειρίζεται το δίκτυο και θα αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και το άλλο μέρος να παρέχει υπηρεσίες και θα ανταγωνίζεται άλλους ιδιώτες παρόχους.

Σημειώνοντας ότι η Τρόικα θεωρεί το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων ιδιαίτερα σημαντικό και θα θεωρήσει την επίδοσή μας σε αυτό τον τομέα ως ένδειξη της αποφασιστικότητας μας να προχωρήσουμε σε πολιτικά δύσκολες μεταρρυθμίσεις που έπονται, το ΣΕΟ τονίζει πως “είναι σημαντικό η κυβέρνηση να προχωρήσει αποφασιστικά για να δώσει τα σωστά μηνύματα”.

Σε σχέση με τις εκτιμώμενες πιέσεις για αντισταθμιστικά μέτρα προς τους υπαλλήλους των ημικρατικών, το ΣΕΟ θεωρεί ότι “είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι οποιεσδήποτε παραχωρήσεις, όπως (χαριστικές αποζημιώσεις, υποσχέσεις για διατήρηση του προσωπικού) προς τους εργαζομένους στους υπό ιδιωτικοποίηση οργανισμούς θα χρηματοδοτηθούν από τους υπόλοιπους πολίτες”.

Ευνοεί, επίσης, την προσέλκυση μεγάλης διεθνούς εταιρείας, κάτι που θα φέρει στην Κύπρο καινούρια τεχνολογία και τεχνογνωσία, ενώ αυτό “περιορίζει επίσης το φαινόμενο της συσσώρευσης υπερβολικής ισχύος σε μικρό αριθμό Κυπρίων επιχειρηματιών που κυριαρχούν σε πολλούς τομείς της οικονομίας”.

Σύμφωνα με το ΣΕΟ, το κύριο όφελος από τις ιδιωτικοποιήσεις είναι τα έσοδα που θα αποφέρουν στο δημόσιο, αλλά πέραν αυτού μπορούν να έχουν και άλλες θετικές επιπτώσεις όπως: Τη μείωση των πολιτικών και κομματικών παρεμβάσεων, την καταπολέμηση της αναξιοκρατίας, την αύξηση της παραγωγικότητας, τη βελτίωση της τεχνολογίας και την ενίσχυση των τοπικών αγορών κεφαλαίου.

Για τη Cyta, αφού σημειώνει ότι στο τομέα των τηλεπικοινωνιών υπάρχει εδώ και δέκα χρόνια ανταγωνισμός, με τη ρυθμιστική αρχή να κατέχει αρκετές εμπειρίες, το ΣΕΟ θεωρεί ότι η Cyta “είναι μια περίπτωση όπου η ιδιωτικοποίηση μπορεί να προχωρήσει χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και να αποφέρει σημαντικά έσοδα στο κράτος, δίνοντας ταυτόχρονα ισχυρό μήνυμα ότι η κυβέρνηση υλοποιεί τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει”.

Προτείνει την εξέταση του σεναρίου διαχωρισμού της Cyta σε δύο οντότητες. Η μια οντότητα θα είναι φυσικό μονοπώλιο που θα ασχολείται αποκλειστικά με την ανάπτυξη και συντήρηση του δικτύου και η δεύτερη οντότητα θα παρέχει υπηρεσίες ανταγωνιζόμενη τις ιδιωτικές εταιρείες.

Για την ΑΗΚ, το ΣΕΟ θεωρεί ότι τα πράγματα είναι “αρκετά πιο σύνθετα” λόγω της αγοράς ενέργειας που είναι υπό διαμόρφωση και τη μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την τελική μορφή της αγοράς, το ρόλο της ΑΗΚ, την διαθεσιμότητα φυσικού αερίου, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τη σύνδεση του ηλεκτρικού δικτύου με το Ισραήλ και Ελλάδα κ.λπ.

“Με αυτά τα δεδομένα, είναι αμφίβολο κατά πόσον θα επιδειχθεί ενδιαφέρον από επενδυτές ή αν θα εξασφαλιστούν τα επιθυμητά ανταλλάγματα”, αναφέρει το ΣΟΕ.

Σημειώνει δε ότι η ίδια η ΑΗΚ είναι σε δύσκολη θέση, αφού σημαντικό μέρος του παραγωγικού της δυναμικού είναι ανενεργό λόγω μειωμένης ζήτησης ένεκα της κρίσης, και ενώ η ίδια παραμένει εγκλωβισμένη στο ακριβό ντίζελ, το κόστος παραγωγής από φωτοβολταϊκά έχει πέσει κάτω από το κόστος παραγωγής της ΑΗΚ.

“Μια μετάβαση σε νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς θα είναι πιο δύσκολη και τραυματική για αυτήν παρά για τη Cyta. Αν η ΑΗΚ ιδιωτικοποιηθεί θα χρειαστεί μια ισχυρή ρυθμιστική αρχή που να ελέγξει την ιδιωτική πλέον ΑΗΚ και να διασφαλίσει τη μετάβαση σε πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον”, αναφέρει και επισημαίνει ότι είναι αμφίβολο αν η ρυθμιστική αρχή έχει σήμερα αυτή τη δυνατότητα διότι οι εμπειρίες της είναι περιορισμένες λόγω απουσίας ανταγωνισμού μέχρι τώρα, ενώ μάλλον είναι και υποστελεχωμένη.

Στην περίπτωση της ΑΗΚ, το ΣΕΟ θεωρεί ως ακόμη σημαντικό να προωθηθεί ο διαχωρισμός δικτύου και παραγωγής, καθώς με αυτό τον τρόπο το μονοπώλιο θα περιοριστεί μόνο στο σκέλος του δικτύου, ενώ η παραγωγή έχει προοπτικές να γίνει ανταγωνιστική.

Επισημαίνει ότι θα πρέπει να προωθηθεί ο εκσυγχρονισμός και αναδιάρθρωση της ΑΗΚ για να γίνει πιο αποδοτική, καθ` ότι με αυτό τον τρόπο θα εξυπηρετεί καλύτερα την κοινωνία αλλά θα είναι και πιο ελκυστική για τους δυνητικούς επενδυτές.

Τέλος, για την ΑΛΚ, το ΣΕΟ εισηγείται το διαχωρισμό της διαχείρισης και της ρύθμισης των λιμανιών, με την ΑΛΚ να αναλαμβάνει τον εποπτικό/ρυθμιστικό ρόλο, ενώ η διαχείριση των λιμανιών να περάσει σε ιδιωτική εταιρεία.

“Στα λιμάνια ασκείται εμπορική δραστηριότητα και αυτό μπορεί να γίνει καλύτερα από ιδιωτικές επιχειρήσεις παρά κρατικές”, αναφέρει .

Αναφέρεται στον έντονο ανταγωνισμό μεταξύ λιμανιών και επισημαίνει ότι ένας ιδιώτης μπορεί να αναβαθμίσει το ρόλο των λιμανιών.  

Σημαντικό είναι ότι το ΣΕΟ επισημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξει περιορισμός της δυνατότητας επιβολής ψηλότερων τελών στα λιμάνια από τον ιδιώτη.

Ο διαχωρισμός της ΑΛΚ συνδέεται και με το άνοιγμα της αγοράς εργασίας που σχετίζονται με την εκφόρτωση και μεταφορά προϊόντων αυξάνουν σημαντικά το κόστος για πολλά προϊόντα και αποφέρουν υπερκέρδη σε λίγους. “Στόχος θα πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση του κόστους που καλείται να πληρώσει ο κάθε καταναλωτής και παραγωγός για προϊόντα που διακινούνται μέσω των λιμανιών”, καταλήγει το ΣΕΟ.

Πηγή: KYΠΕ