Το μεταλλείο του Αμιάντου: Περιβαλλοντική καταστροφή μιας άλλης εποχής (pics)


Κάνε τα ψώνια σου άνετα, γρήγορα, εύκολα στο Odelo! Κέρδισε 20€ στις πρώτες σου αγορές!

Της Έλενας Γιάνγκου

Η Κύπρος στην αρχαιότητα ήταν φημισμένη για τον ορυκτό της πλούτο, με το ενδιαφέρον να στρέφεται στις πλούσιες φλέβες χρυσοτιλικού αμιάντου στην περιοχή του ανατολικού Τροόδους, κατάλληλο για οικονομική εκμετάλλευση. Το 1963 λειτουργούσε μέχρι και εννιαόροφο εργοστάσιο διαχωρισμού των μεταλλευμάτων και αυτό είχε ως επακόλουθο τη μείωση του εργατικού δυναμικού, που ξεπέρασε σε κάποια φάση τις δέκα χιλιάδες και τη σταδιακή εγκατάλειψη και ερήμωση της κοινότητας, που είχε αναπτυχθεί στον ευρύτερο χώρο του μεταλλείου. Οι ανοιχτές πληγές που άφησε το μεταλλείο στην καρδιά του δάσους Τροόδους, επουλώνονται με τη φύτευση χιλιάδων δέντρων και θάμνων, στο μεγαλύτερο έργο περιβαλλοντικής αποκατάστασης που εξελίσσεται στη χώρα μας.

Ο αμίαντος λόγω της χαρακτηριστικής ινώδους δομής του, προκάλεσε από νωρίς το ενδιαφέρον των ανθρώπων και γρήγορα βρέθηκαν χρήσεις που αξιοποιούσαν τις χαρακτηριστικές φυσικές του ιδιότητες. Στην αρχαία εποχή, ιδιαίτερα κατά την Κλασική και Ρωμαϊκή Περίοδο, χρησιμοποιείτο για την κατασκευή σεντονιών αποτέφρωσης νεκρών, υποδημάτων, θρυαλλίδων για λυχνίες και άλλους σκοπούς. Η νεότερη ιστορία εκμετάλλευσης του αμιάντου αρχίζει στις αρχές του 20ου αιώνα όταν ο χρυσοτιλικός τύπος αμιάντου άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία αμιαντοπλακών, τούβλων θερμικών μονώσεων, σωλήνων και φρένων κυρίως τρένων. 

Η ιστορία του μεγαλύτερου μεταλλείου της Κύπρου 

Η Κύπρος, μέχρι πρόσφατα, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς χρυσολιτικού αμιάντου στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα στην έκταση της περιοχής Αμίαντου να εκγρυζώθουν 220 εκτάρια κρατικού δάσους, να απομακρυνθεί μια ποσότητα εδάφους (πέτρες και χώματα) 130 εκατομμύριων τόννων με αποτέλεσμα κάθε λογής φυσικής ζωής να καταστραφεί. Η πρώτη άδεια εξόρυξης αμιάντου στο νησί μας, δόθηκε από την αποικιοκρατική κυβέρνηση της Αγγλίας το 1904 σε ορισμένα χωριά στις πλαγιές του Τροόδους. Ακολούθησε σειρά μεταβιβάσεων του δικαιώματος εκμετάλλευσης σε διάφορες ξένες εταιρείες και τελικά περιήλθε στην κυριότητα της εταιρείας «Κυπριακά Αμιαντωρυχεία Λτδ», στην οποία παραχωρήθηκε το 1934 μεταλλευτική μίσθωση διάρκειας 99 χρόνων. Από το 1904 μέχρι και το κλείσιμο του μεταλλείου το 1988 υπολογίζεται ότι παρήχθησαν ένα εκατομμύριο τόννοι ινών αμιάντου. Συμφώνα με τις ετήσιες μετρήσεις η παραγωγή του αμιάντου κυμαινόταν από 20,000 μέχρι 40,000 τόνους ανά έτος. Σύμφωνα με τα στοιχεία η ποσότητα που παράχθηκε και πωλήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες απέφερε έσοδα στην εταιρεία «Κυπριακά Αμιαντωρυχεία Λτδ» γύρω στις 75.000 κυπριακές λίρες.

Η κοινότητα των αμιαντορύχων

Από το 1904 μέχρι το 1950 οι εργασίες γίνονταν σε μεγάλο βαθμό χειρωνακτικά με τη χρήση αξίνας και φτυαριού. Χιλιάδες εργάτες από κάθε γωνιά του νησιού, ιδιαίτερα από φτωχές περιοχές, απασχολούνταν με την επεξεργασία του διαχωρισμού των ινών αμιάντου από το πέτρωμα χωρίς τη λήψη προσωπικών μέτρων ασφάλειας, με αποτέλεσμα τα συχνά εργατικά ατυχήματα. Στο μεταλλείο δημιουργήθηκε μια μεγάλη κοινότητα ο Πάνω Αμίαντος, με σχολείο, σύγχρονα εξοπλισμένο νοσοκομείο, αρτοποιείο, κινηματογράφο, αστυνομικό σταθμό και καταστήματα. Τη δεκαετία 1920-1930, όταν το μεταλλείο πρόσφερε στην οικονομία του τόπου περισσότερο από κάθε άλλη επιχείρηση στο νησί, ο αριθμός των εργαζομένων στο μεταλλείο μαζί με αυτούς που επάνδρωναν διαφορές υπηρεσίες ξεπερνούσε τις 10.000! Οι περισσότεροι από τους εργαζόμενους διέμεναν σε πρόχειρα ή προσωρινά καταλύματα γύρω από το χώρο του μεταλλείου, που σταδιακά μετεξελίχθηκαν σε μόνιμες κατοικίες αναπτύσσοντας έτσι μια κοινότητα με σχολεία, νοσοκομείο και καταστήματα. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 15.000 εργαζόμενοι είχαν εκτεθεί σε αμίαντο. Με απόφαση της Κυβέρνησης ο Πάνω Αμίαντος έσβησε από τον χάρτη και πλέον ολόκληρη η περιοχή ονομάζεται Αμίαντος. 

Εργάτριες στο μεταλλείο Αμιάντου το 1913 βγάζουν το ψωμί μην γνωρίζοντας του κινδύνους για την υγεία τους και εισπνέοντας καθημερινά την θανατηφόρα σκόνη αμίαντου

Ο «εναέριος» σιδηρόδρομος και το μεταλλείο Αμιάντου

Στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του μεταλλείου, από το 1923 μέχρι το 1943 περίπου, το επεξεργασμένο μετάλλευμα μεταφερόταν με εναέρια γραμμή που συνέδεε το μεταλλείο με τη Λεμεσό και εθεωρείτο, ως ο μεγαλύτερος εναέριος σε όλο τον κόσμο. Ο αμίαντος φορτωνόταν σε βαγόνια 1,5 τόνου που σπρώχνονταν από τους εργάτες πάνω σε ράγες προς τους μύλους. Στην επιστροφή μετέφερε αλεύρι για παρασκευή ψωμιών από τους σύγχρονους φούρνους του μεταλλείου. Αυτή η διαδρομή από τον Πάνω Αμίαντο μέχρι την αποθήκη στην παραλία ήταν περίπου 30-35 χιλιόμετρα. Στο μήκος όλης της διαδρομής του εναέριου υπήρχαν δύο υποσταθμοί, ένας πολύ σημαντικός στο χωριό Σπιτάλλι και ένας μικρότερος στο χωριό Άγιος. Η χρονική διάρκεια που χρειαζόταν να φθάσει κάθε βαγόνι από το ορυχείο του Πάνω Αμιάντου μέχρι την παραλιακή αποθήκη, εκεί που βρίσκεται η σημερινή αποβάθρα του «Εναέριου» στη Λεμεσό, ήταν περίπου 2 ώρες. Το ίδιο χρειαζόταν για να επιστρέψει πίσω στο ορυχείο. Ο εναέριος σιδηρόδρομος κατασκευάστηκε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο από Ιταλούς τεχνικούς περί το 1920 και μετά την παύση των εργασιών του άρχισαν να τον ξηλώνουν, μεταφέροντας όλα τα κομμάτια του στο εξωτερικό. Έμειναν μόνο τα κτήρια στον Πάνω Αμίαντο, και στο Σπιτάλλι, καθώς επίσης και οι κούγκρινες βάσεις των σιδηρόπυργων σ’ όλη τη διαδρομή του μέσα στα βουνά.

Ο «εναέριος» σιδηρόδρομος στην Λεμεσό που συνέδεε το μεταλλείο 

Οικονομικά προβλήματα και κλείσιμο μεταλλωρυχείου 

Τα Κυπριακά Αμιαντωρυχεία λειτούργησαν κερδοφόρα μέχρι το 1982, όταν η διεθνής εκστρατεία εναντίον της χρήσης του αμιάντου προκάλεσε την κατακόρυφη μείωση στη ζήτηση και τις τιμές του αμιάντου και η εταιρεία άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Η εταιρεία του αμιάντου ήταν δεσμευμένη στην Κυπριακή κυβέρνηση για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος μετά την αποπεράτωση των εργασιών της, ωστόσο όταν ήταν πλέον ασύμφορη η εξόρυξη του μεταλλεύματος, το διόρισε στην μητρόπολη Λεμεσού του τέως μητροπολίτη Χρύσανθου με την σύμφωνο γνώμη της Κυπριακής κυβέρνησης. Το μεταλλείο λειτούργησε κάτω από την διοίκηση της μητρόπολης για μερικά χρόνια, ώσπου το 1988 χρεοκόπησε. Σήμερα είναι αναγκασμένο το δημόσιο λόγω των χειρισμών που έτυχαν από την τότε κυβέρνηση και μητρόπολη να πλήρωση για την επαναφορά του φυσικού περιβάλλοντος που ήταν υποχρέωση αυτών που εκμεταλλεύτηκαν το ορυκτό πλούτο της Κύπρου για περισσότερο από 80 χρόνια.

Βοτανικός Κήπος, χωματοκάλυψη και αναδάσωση της περιοχής 

Η μακρόχρονη λειτουργία του μεταλλείου με τη μέθοδο της επιφανειακής εκμετάλλευσης επηρέασε αναπόφευκτα το φυσικό περιβάλλον της περιοχής και είχε άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο ευρύτερο περιβάλλον. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το φθινόπωρο του 1995 υπό την καθοδήγηση μιας πολυκλαδικής ομάδας που απαρτίζεται από γεωλόγο, γεωτεχνικό μηχανικό, δασολόγο, μεταλλειολόγο μηχανικό, πολεοδόμο, υγειονολόγο και περιβαλλοντολόγο. Το Μάιο του 2010 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Βοτανικού Κήπου «Α.Γ. Λεβέντης», όπου δημιουργήθηκε από το Τμήμα Δασών. Με την φύτευση δέντρων, θάμνων και λουλουδιών στο προσθετό καθαρό χώμα πάνω από την γκρίζα σκόνη, το άλλοτε σεληνιακό τοπίο που χαρακτήριζε την βορειοανατολική πλαγιά της κοινότητας Αμιάντου, αρχίζει να αφομοιώνεται με το υπόλοιπο φυσικό περιβάλλον. Μέχρι το 2009 χρησιμοποιήθηκαν περί τους δέκα τόννους σπόρων – 20 διαφορετικών ειδών, που περιλαμβάνουν ημίθαμνους και πολυετή φυτά, ενώ παράλληλα έχουν φυτευτεί περί τα 130.000 δένδρα και θάμνοι από 15 αυτοφυή είδη. Σύμφωνα με το Σχέδιο Αποκατάστασης οι εργασίες σταθεροποίησης των στείρων και ανάπλασης του χώρου (3,3 km²) θα συμπληρωθούν μέχρι το 2015, ενώ οι εργασίες αναδάσωσης και αναχλύασης μέχρι το 2020. Επιπρόσθετα έργα ανάπτυξης που προγραμματίζονται στο μεταλλείο είναι και η δημιουργία τεχνητής λίμνης στον κεντρικό κρατήρα, που θα βελτιώσει την αισθητική του τοπίου και τη βιοποικιλότητα εξασφαλίζοντας, ταυτόχρονα, νερό για τις ανάγκες αποκατάστασης. Παράλληλα, θα εξελίσσεται και Σχέδιο Αξιοποίησης των κτιρίων του μεταλλείου και τα έξοδα ανέλαβε εξ ολοκλήρου το κράτος, οπου κάθε χρόνο δαπανώνται €500 χιλιάδες και αναμένεται να ολοκληρωθούν οι εργασίες το 2030 με προϋπολογιζόμενη δαπάνη γύρω στα €20 – 25 εκατομμύρια. 

Βοτανικός Κήπος πάνω από την περιοχή του μεταλλείου Αμίαντου

Επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων 

Ένα άλλο κεφάλαιο της ιστορίας του μεταλλείου που μένει καλά κλειστό χωρίς κανείς να αναλάβει ποτέ ευθύνες είναι αυτό της υγείας, των εργαζομένων, των κατοίκων της γύρω περιοχής και γενικά σ’ όσους έμμεσα ή άμεσα είχαν και έχουν επαφή με τον αμίαντο. Αγωγές δεν μπορούν να καταχωρηθούν στα δικαστήρια από παθόντες ή από οικογένειες θανόντων εξ’ αιτίας του καρκινου που προκαλεί η ίνα του αμιάντου, λόγω της χρεοκοπίας της εταιρίας «Κυπριακά Αμιαντωρυχεία λτδ» μετά που ανέλαβε τα της εταιρείας ο τέως μητροπολίτης Λεμεσού κ.κ. Χρύσανθος. Οι καρκίνοι που προκαλεί ο αμίαντος είναι πολλών ειδών: των πνευμόνων, μεσοθηλίωμα (καρκίνος του υπεζωκότος), μεσοθηλίωμα του περιτοναίου, καρκίνο του οισοφάγου, του λάρυγγα, του στομάχου, και του παχέος εντέρου. Συνήθεις ενδείξεις αμιάντωσης είναι δύσπνοια, συριγμός της αναπνοής, και κυάνωση όπου τα νύχια, το δέρμα και τα χείλη γίνονται μπλε από την έλλειψη οξυγόνου. Σχεδόν πάντα επακολουθεί θάνατος.

Συγκριτικές φωτογραφίες από το μεταλλείο Αμίαντου να αναγεννάτε μέσα από την τέφρα

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην κυριακάτικη εφημερίδα “24” στις 11/5/2014.