Μία startup για όσους “μισούν” τις πιστωτικές κάρτες

{loadposition ba_textlink}

Η χειρότερη χρονιά του, θυμάται ο Μαξ Λέβτσιν, ήταν το 2002 – αν και η λογική υπαγορεύει ότι θα έπρεπε να ήταν η καλύτερή του. Μόλις στα 27 του είχε ήδη γίνει εκατομμυριούχος, πουλώντας στο eBay το μερίδιό του στο PayPal, του οποίου ήταν συνιδρυτής.

Όμως η περίοδος της επιχειρηματικής ραστώνης που ακολούθησε ήταν γι’ αυτόν βασανιστική, υποστηρίζει – αν και σε αυτό, ομολογεί, συνέβαλε και το γεγονός ότι τον παράτησε η σύντροφός του. «Κυριολεκτικά, είχα αρχίσει να ακούω φωνές», εξιστορεί στο Time.

Mέχρι που το 2004 του ήλθε η επόμενη φαεινή ιδέα και ξαναπήρε μπρος. Έφτιαξε τη Slide -ένα λογισμικό photo sharing- την οποία έξι χρόνια αργότερα την πούλησε στην Google κι έγινε κατά 182 εκατ. δολάρια πλουσιότερος. Στο μεσοδιάστημα, η σύντροφός του επέτρεψε, παντρεύτηκαν κι έκαναν δυο παιδιά.

Τώρα, ο Μαξ Λέβτσιν ασχολείται με το επόμενο επιχειρηματικό εγχείρημά του, που ακούει στο όνομα Affirm.

Σήμερα στα γραφεία της στο Σαν Φρανσίσκο απασχολούνται 32 υπάλληλοι, δουλεύοντας εντατικά πάνω σε ένα project που θα μπορούσε να φέρει τα πάνω-κάτω στο εμπόριο και στον τραπεζικό τομέα.

Μέσες άκρες, η Affirm απευθύνεται κυρίως στους νεαρούς Αμερικανούς, που δείχνουν να απεχθάνονται το πλαστικό χρήμα. Τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι πλέον 6 στους 10 κάτω των 30 ετών δεν έχουν κι ούτε σκοπεύουν να αποκτήσουν ποτέ πιστωτική κάρτα. Τάση, που ολοένα κι ενισχύεται μετά τη διεθνή οικονομική κρίση του 2008 και μετά.

«Εάν ζεις τσίμα-τσίμα κάθε μήνα δεν πρόκειται να βελτιώσεις το βιωτικό σου επίπεδο και δεν θα αναβαθμιστείς», παρατηρεί ο Μαξ, δίνοντας το στίγμα της νέας του startup. Πρακτικά προσφέρει στους εγγεγραμμένους χρήστες της τη δυνατότητα δόσεων στην αποπληρωμή των αγορών τους, μέσα από ένα ολοένα και διευρυνόμενο δίκτυο συμβεβλημένων επιχειρήσεων στον κλάδο του λιανεμπορίου.

Θεωρητικά λοιπόν μπορεί καθένας να λάβει από την εταιρεία του Μαξ ένα μικρό δάνειο, απλά γράφοντας τον τηλεφωνικό του αριθμό στην αρχική σελίδα. Αλλά αυτό είναι μόνον η αρχή σε μία μακρά διαδικασία, που θα μπορούσε να περιγραφεί ως… τεχνολογικά γραφειοκρατική.

Με βάση τον τηλεφωνικό αριθμό, η Affirm κάνει πλήρη έλεγχο του οικονομικού προφίλ του εκάστοτε αιτούντα. Τα πάντα «σκανάρονται»: από το καταναλωτικό ιστορικό, μέχρι και η παραμικρή πληροφορία που είναι διαθέσιμη στα social media. Και κάπως έτσι προκύπτει η τελική αξιολόγηση, με κύριο γνώμονα τις πιθανότητες και δυνατότητες αποπληρωμής του εκάστοτε δανείου.

Κοντολογίς, η Affirm επιχειρεί να δανείζει με τα κατάλληλα επιτόκια τους κατάλληλους ανθρώπους, ανοίγοντας έτσι σε αρκετούς έναν δίαυλο ρευστότητας, με διαδικασίες και όρους δελεαστικότερους από αυτές των τραπεζών.

Μετά την έγκριση του δανείου και των μηνιαίων δόσεων, η εταιρία φροντίζει να στέλνει έγκαιρα ειδοποίηση στον δανειολήπτη για την καταβολής της δόσης, υπενθυμίζοντας πάντα και τα τέλη επιβάρυνσης, σε περίπτωση καθυστέρησης της αποπληρωμής.

Μέχρι στιγμής, η τακτική αυτή δείχνει να πιάνει. Σε κάθε περίπτωση, τονίζει το Time, η Affirm έχει στη διάθεσή της 45 εκατομμύρια δολάρια ως επενδυτικό κεφάλαιο για να τεστάρει σε βάθος χρόνου τη δική της θεωρία περί δανεισμού.

Πηγή: news247.gr,επίσημο συνεργάτη της ιστοσελίδας μας.