Τα τεστ αντοχής και οι δικές μας αντοχές

Ανακούφιση γιατί οι τράπεζες δεν θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια από το κράτος για να καλύψουν τις ανάγκες τους, πλην της Ελληνικής. Και προβληματισμό διότι τα αναλυτικά αποτελέσματα των τραπεζών δείχνουν ότι ο τραπεζικός τομέας στην Κύπρο αδυνατεί να χρηματοδοτήσει την πραγματική οικονομία και επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα καταγράφει τις μεγαλύτερες ζημιές μετά την άσκηση, ως ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του, από όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Αν οι τράπεζες έχουν λάβει θετικό βαθμό είναι γιατί κατάφεραν εντός του 2014 να βρουν πρόσθετα κεφάλαια. Κεφάλαια όμως που κάλυψαν τις ζημιές που προκύπτουν με βάση την κατάσταση των τραπεζών στο τέλος του 2013. Εκεί δηλαδή που σταμάτησε ο έλεγχος της ΕΚΤ.

Οι νέες ζημιές για την Τράπεζα Κύπρου, που καλύφθηκαν οριακά από την εκ νέου έκδοση €1 δις κεφαλαίου το καλοκαίρι, προέκυψαν αφού είχε ήδη επιβληθεί το κούρεμα καταθέσεων. Θυμίζω τις δημόσιες διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης ότι ο τραπεζικός τομέας μετά το κούρεμα θα ήταν επαρκώς ανακεφαλαιοποιημένος και ικανός να χρηματοδοτήσει την οικονομία. Σήμερα βέβαια δεν υπήρξε από κανένα η παραδοχή ότι το κούρεμα όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα αλλά αντίθετα το επιδείνωσε.

Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι το κόστος που έχει επωμιστεί η κοινωνία είναι τεράστιο για να μπορέσουν οι τράπεζες να ανταποκριθούν στα τεστ αντοχής. Θυμίζω ότι στην Κύπρο διατηρούμε τα ψηλότερα δανειστικά επιτόκια αλλά και τη μεγαλύτερη διαφορά καταθετικού και δανειστικού επιτοκίου. Και στην Κύπρο αλλά και πανευρωπαϊκά το μεγαλύτερο μέρος των κακών δανείων δεν είναι στα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά στον κατασκευαστικό τομέα και τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Έτσι, παρά την εικόνα που διακαώς επιθυμεί να δώσει η Κυβέρνηση για το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου και τα βήματα που έχει κάνει, το βασικό συμπέρασμα που εξάγεται από τα συνολικά αποτελέσματα είναι ότι από τις χώρες της Ευρωζώνης η Κύπρος, Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα στον τραπεζικό τους τομέα. Τρεις εξ αυτών «τυγχάνει» να βρίσκονται και σε μνημόνιο, γεγονός που αναδεικνύει το φαύλο κύκλο λιτότητας – ύφεσης στην οικονομία.

Επομένως όσοι σήμερα αναφέρονται σε οφέλη θα πρέπει να λένε και για ποιόν τα οφέλη αναφέρονται. Αν αναφέρονται στα οφέλη που θα προκύψουν για τους μετόχους, θα πρέπει να υπενθυμίζουν ότι στην πλειονότητα τους αυτοί είναι ξένα κεφάλαια. Αν αναφέρονται σε οφέλη προς την κοινωνία τότε θα πρέπει να αξιολογήσουμε την πολιτική που ακολουθούν σήμερα οι τράπεζες. Και αυτό είναι και το πιο σημαντικό της αξιολόγησης. Το πώς δηλαδή θα επηρεάσουν τα τεστ την πολιτική των τραπεζών.

Θα αποκτήσουν ουσιαστική αξία, εφόσον η πολιτική που ακολουθούν μέχρι σήμερα οι τράπεζες και το Κυβερνητικό επιτελείο αλλάξει ώστε:
α) να βελτιωθεί η παροχή ρευστότητας στην οικονομία
β) να υπάρξουν θαρραλέες αναδιαρθρώσεις που να ανταποκρίνονται στις σημερινές οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
γ) να υπάρξει ουσιαστική μείωση των δανειστικών επιτοκίων και να περιοριστεί το χάσμα μεταξύ δανειστικών και καταθετικών επιτοκίων, το μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη και
δ) να διασφαλιστεί η προστασία της κύριας κατοικίας και της μικρής επαγγελματικής στέγης, μακριά από τις μαζικές εκποιήσεις και το ξεπούλημα πακέτων δανείων στα επιθετικά επενδυτικά κεφάλαια.

Σε διαφορετική περίπτωση τα σημερινά τεστ αντοχής θα έχουν την ίδια κατάληξη με τα προηγούμενα τεστ που πέρασαν οι κυπριακές τράπεζες το καλοκαίρι του 2011. Θα απαξιωθούν από τα πραγματικά αποτελέσματα που επέφερε η τραπεζική κρίση στην οικονομία και την κοινωνία.

Χάρης Πολυκάρπου
Γραφείο Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών Κ.Ε. ΑΚΕΛ