Άντρος Κυπριανού: “Οι οικονομικές πολιτικές της ΕΕ είναι αρνητικές για τους λαούς”

Το ΑΚΕΛ αξιολογεί ότι οι πρόσφατες αλλαγές στην οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ένα ακόμα στάδιο μεταφοράς εξουσιών και αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, «με ό, τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται για τους λαούς», σύμφωνα με τα όσα ανέφερε σήμερα ο ΓΓ της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος Άντρος Κυπριανού σε χαιρετισμό του σε ημερίδα που διοργάνωσε το ΑΚΕΛ με θέμα «Οι οικονομικές πολιτικές της ΕΕ και οι ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις».

Η ημερίδα διοργανώθηκε σε συνεργασία με το Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και σε αυτή συμμετείχε, μεταξύ άλλων, και ο πρώην Υπουργός Οικονομικών της Ισλανδίας, πρώην Πρόεδρος και βουλευτής του Κινήματος Πράσινης Αριστεράς (Left Green Movement) Στάινγκριμουρ Σίγκφουσον (Steingrímur Sigfússon) τον οποίο ο ΓΓ του ΑΚΕΛ καλωσόρισε, σημειώνοντας πως «η εδώ παρουσία του παρέχει τη δυνατότητα ανάδειξης δράσεων και αποφάσεων διαφορετικής φιλοσοφίας από τις σημερινές πολιτικές που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, στη βάση του νέου πλαισίου οικονομικής και εμπορικής διακυβέρνησης».

Στο χαιρετισμό του ο Άντρος Κυπριανού ανέφερε ότι το σημαντικότερο είναι ότι αυτές οι αλλαγές στην οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ μειώνουν ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα των κρατών μελών να σχεδιάζουν και να ασκούν τη δική τους οικονομική πολιτική. «Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει τα κράτη μέλη πιστά στην εφαρμογή μιας ενιαίας, βαθιά νεοφιλελεύθερης, οικονομικής πολιτικής. Χωρίς αποκλίσεις. Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές ιδιαιτερότητες και οι ανάγκες της κάθε κοινωνίας» είπε, αναφέροντας πως «βάση του δόγματος αυτής της πολιτικής είναι το `λιγότερο κράτος`, το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου και η εμβάθυνση της φιλελευθεροποίησης των αγορών».

Και υπέδειξε πως οι ευρωπαϊκοί λαοί δεν μπορούν να μένουν απαθείς μπροστά σε αυτές τις αρνητικές εξελίξεις, αλλά «καλούνται να αξιολογήσουν την πολιτική κατεύθυνση που δίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και να προβληματιστούν για το μέλλον της Ευρωζώνης».

Ο Άντρος Κυπριανού επέκρινε τις πολιτικές της ΕΕ που αφορούν την τραπεζική ένωση αλλά και την προσπάθεια για εμπορική συμφωνία ενοποίησης των αγορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ.

«Με την πολυδιαφημιζόμενη τραπεζική ένωση η Ευρωπαϊκή Ένωση απόκτησε τον έλεγχο των τραπεζικών ιδρυμάτων υποστηρίζοντας ότι θα βελτιώσει τις ικανότητες πρόγνωσης, πρόληψης και αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων», είπε, προσθέτοντας πως στην ουσία όμως σταδιακά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω συγκέντρωση και συγχώνευση των τραπεζών προς όφελος των μεγάλων τραπεζικών κολοσσών.

Σε ό,τι αφορά την προσπάθεια σύναψης της νέας εμπορικής και εταιρικής σχέσης μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ (TTIP) ο ΓΓ του ΑΚΕΛ σημείωσε πως «αποτελεί συνθήκη ελεύθερων συναλλαγών και επενδύσεων βασικός στόχος της οποίας είναι η άρση ρυθμιστικών `φραγμών`».

Υποδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα αυτοί οι «φραγμοί» είναι ορισμένα από τα βασικά κοινωνικά δικαιώματα στην ΕΕ, ο κ. Κυπριανού ανέφερε ότι στόχος της ΤΤΙΡ είναι η δραστική συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων, η χαλάρωση των κανονισμών στους τομείς του περιβάλλοντος και της ασφάλειας τροφίμων και η απελευθέρωση της αγοράς υπηρεσιών, όπως η υγεία, η παιδεία, το νερό και πως η εφαρμογή της «αναμένεται να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών και αμερικανικών πολυεθνικών».

Είπε ακόμη ότι λύσεις θα πρέπει να δοθούν σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, «με αποφάσεις που να ενισχύουν τις δημόσιες δαπάνες σε επενδύσεις και έργα υποδομής, με χάραξη στρατηγικής για ουσιαστική αντιμετώπιση της ανεργίας, με τη δημιουργία μόνιμων και αξιοπρεπών θέσεων εργασίας, με ενίσχυση των προσπαθειών για καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού».

«Με μελέτη και έλεγχο των ανισορροπιών μεταξύ των κρατών μελών∙ σεβόμενοι τις ιδιαιτερότητες στην οικονομική διάρθρωση του κάθε κράτους μέλους. Μακριά από ενιαίες προσεγγίσεις που στις πλείστες των περιπτώσεων αντιμετωπίζουν επιδερμικά το πρόβλημα. Με σχεδιασμό και λήψη μέτρων που έχουν ως προτεραιότητα την ποιοτική ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου των κοινωνιών και όχι μόνο την ποσοτική βελτίωση των δεικτών», όπως πρόσθεσε.