Μια μάχη ενάντια στον καρκίνο και μια…συνεδρία κανναβίωσης

Του Μάριου Δημητρίου

Ενώ το Υπουργείο Υγείας έστειλε πριν λίγες εβδομάδες την πρώτη παραγγελία για νόμιμη εισαγωγή ιατρικής κάνναβης από το εξωτερικό στην Κύπρο, σε μορφή κανναβινέλαιου, που θα χορηγηθεί μόνο σε καρκινοπαθείς στο τελικό στάδιο της ασθένειάς τους, οι οποίοι έχουν λάβει σχετική άδεια από το Υπουργείο, ένα ενδιαφέρον άρθρο για τη «ψυχοδηλωτική» χρήση κανναβινέλαιου από ηλικιωμένη ετοιμοθάνατη καρκινοπαθή, δημοσίευσε αυτή τη βδομάδα στην ιστοσελίδα του Σωματείου «Φίλοι της Κάνναβης», ο εκπαιδευτικός Σόλων Αντάρτης, δάσκαλος σε δημοτικό σχολείο της Λευκωσίας και ιδρυτικό μέλος του Σωματείου.

Ο κ. Αντάρτης δήλωσε στην «24» ότι «προς τιμή του ο Υπουργός Γιώργος Παμπορίδης έδωσε αυτή την άδεια, αλλά δεν ήρθε ακόμα στην Κύπρο καμιά ποσότητα νόμιμου κανναβινέλαιου, λόγω της γραφειοκρατίας και παρά τις προσπάθειες άξιων λειτουργών του Υπουργείου, ενώ οι ασθενείς αναγκάζονται να παραγγέλλουν και να προμηθεύονται ιατρική κάνναβη, μέσα από γκρίζες ζώνες».

Περί ψύχωσης και άλλων προβλημάτων

«Μια πλήρη ψυχοδηλωτική εμπειρία, με όλες τις πιθανές δυσκολίες που φέρνει, με τη χρήση κανναβινέλαιου, μιας ουσίας ακίνδυνης και ωφέλιμης», χαρακτήρισε ο Σ. Αντάρτης σε συνομιλία μας, τη λήψη μεγάλης δόσης κανναβινέλαιου από την καρκινοπαθή γυναίκα. «Να θυμόμαστε ότι μιλούμε για μια αβλαβή ουσία, η οποία δεν έχει κάνει ζημιά σε κανένα», πρόσθεσε ο κ. Αντάρτης. Προφανώς διαφορετική, για τη χρήση της κάνναβης, είναι η άποψη του Προέδρου και του Επιστημονικού Διευθυντή του ΚΕΝΘΕΑ Μητροπολίτη Ησαϊα και Δρα Κυριάκου Βερεσιέ, όπως καταγράφεται σε άλλο ρεπορτάζ στην παρούσα έκδοση της εφημερίδας, σε σχέση, «με την αύξηση των ατόμων που λαμβάνουν κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη», αλλά και «με την εισαγωγή νέων γενετικά τροποποιημένων ποικιλιών ινδικής κάνναβης», ότι «αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των ατόμων που παρουσιάζουν ψύχωση και άλλα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, λόγω της χρήσης».

Σχετικό με αυτό, είναι και το πόρισμα της Ομάδας Εργασίας που συστάθηκε στην Αθήνα, με σκοπό την αποτίμηση της σύγχρονης εμπειρίας και της υφιστάμενης νομοθεσίας, αναφορικά με την ιατρική χρήση της κάνναβης και την κατάθεση προτάσεων για τη δημιουργία κανονιστικού πλαισίου που θα ρυθμίζει το ζήτημα, στην Ελλάδα. Το πόρισμα, που παραδόθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2017 στον Έλληνα Υπουργό Υγείας, Ανδρέα Ξανθό, χαρακτηρίζεται σε άλλο άρθρο των «Φίλων της Κάνναβης» στην Κύπρο, που υπογράφεται από τον Πέτρο Ευδόκα, «απαράδεκτο, γεμάτο ψέματα και προκαταλήψεις, που ποζάρουν με επιστημονικοφάνεια. Για παράδειγμα το πόρισμα ψευδώς ισχυρίζεται ότι η κάνναβη «προκαλεί εξάρτηση» και ζωγραφίζεται ως αιτία για ψύχωση, σχιζοφρένεια, κοκ. Μαζί με αυτές, αναφέρει και ένα σωρό άλλες παθήσεις και ασθένειες που τάχα «προκαλεί» η κάνναβη».

Με πρωτοβουλία του γιου της

«Πριν από λίγο καιρό επικοινώνησε μαζί μου ο παιδικός μου φίλος Θεόδουλος με τον οποίο μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και με ενημέρωσε ότι η μητέρα του κυρία Ανδρονίκη, πάσχει από καρκίνο στον πνεύμονα, με μεταστάσεις στο συκώτι και τα οστά και ότι οι θεράποντες ιατροί δεν της δίνουν πολύ χρόνο ζωής», έγραψε στο άρθρο του ο Σόλων Αντάρτης και συνέχισε: «Ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία σε συνεννόηση με την μητέρα του, να χορηγήσει σε αυτή λάδι κάνναβης το οποίο έφερε στην Κύπρο από χώρα της ΕΕ στην οποία πωλείται νόμιμα και στην οποία ο ίδιος σπούδασε. Η καταφυγή στην θεραπευτική δράση του φυτού, ήταν όπως μου περίγραψε, η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια για κάποια βελτίωση της υγείας της ή τουλάχιστον ανακούφισης από τους αβάστακτους πόνους από τους οποίους υπέφερε. Ο Θεόδουλος δοκίμασε την θεραπεία με κάνναβη υψηλής περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC), καθοδηγούμενος μόνον από την αγάπη του προς την μητέρα του και χωρίς την στοιχειώδη βοήθεια από οποιονδήποτε ιατρό στην Κύπρο. Με όσους μίλησε για το θέμα, αντιλήφθηκε ότι είτε δεν έχουν ιδέα για την θεραπεία και τα πρωτόκολλα θεραπευτικής χρήσης της κάνναβης, είτε φοβούνται να συνταγογραφήσουν την ουσία, είτε και τα δύο. Έτσι όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην καταδιωκόμενη κοινότητα μας, αφιέρωσε χρόνο για να μελετήσει ο ίδιος – κάτι που ελάχιστοι ιατροί πράττουν – και να αρχίσει την χορήγηση του ελαίου στην μητέρα του. Παρά το ότι σχεδόν άμεσα το φυτό έδωσε ανακούφιση από τον πόνο και επέτρεψε στην κυρία Ανδρονίκη να κοιμάται ήσυχα και να τρώει με όρεξη μετά από πολλούς μήνες ταλαιπωρίας, μου είπε ότι πολύ σύντομα και με την αύξηση των δόσεων, η μητέρα του άρχισε να βιώνει μία αλλοίωση της πραγματικότητας με την οποία άρχισε να αισθάνεται άβολα και να φοβάται. Τα λόγια του ακριβώς ήταν:
«Η μητέρα μου νιώθει ότι διαλύεται σε μικρά πολύχρωμα κομματάκια και ότι ολόκληρο το σώμα της είναι σαν να αποτελείται από τις κεφαλές καρφιτσών, κάτι που την κάνει να τρομάζει και να περνά ώρες σε πολύ δύσκολη κατάσταση – σαν να ζει έναν εφιάλτη – σε βαθμό που σκέφτεται να σταματήσει τη θεραπεία». Σκέφτηκε λοιπόν να ζητήσει την βοήθεια μου, εάν υπάρχει κάτι που μπορεί να γίνει. Του εξήγησα ότι δεν έχω αρκετή γνώση και εμπειρία από θεραπευτικά πρωτόκολλα για καρκινοπαθείς, αλλά πως θα βοηθούσα, αν μπορούσα, με ευχαρίστηση, μέσα από την γνώση και τη εμπειρία μου ως ένας ψυχοναύτης που έχει πάρει στη ζωή του διάφορες ψυχοδηλωτικές ουσίες, συμπεριλαμβανόμενης της κάνναβης, σε χώρες όπου η χρήση της δεν διώκεται».

Ένα απόγευμα στον προσφυγικό συνοικισμό

Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι συνάντησε την κυρία Ανδρονίκη στο σπίτι που διαμένει σε προσφυγικό συνοικισμό της Λευκωσίας, ότι μίλησε μαζί της «για ώρες» και ότι «μόνο την τελευταία ώρα της συνάντησης μας, η κουβέντα έφερε στην επιφάνεια την πάλη της και την αγωνία της για το μέλλον. Μιλήσαμε για λίγο για τις εμπειρίες της και μοιράστηκα μαζί της κάποιες κοινές εμπειρίες, με τα όσα την βασάνιζαν και την επισκέπτονταν, στις πρόσφατες βυθίσεις στην κανναβίωση. Στην αγαθότητα της, αναγνώρισα την δυνατότητα της απρόσκοπτης βύθισης στο ταξίδι με το φυτό, αλλά και την αντίστασή της στα όσα «φριχτά» μυστήρια άγγιζε η συνείδηση της και για τα οποία, καμία απολύτως παιδεία και καμία ενημέρωση δεν είχε. Μαζί με αυτά και η απέραντη αγωνία των όσων είχε ακούσει και στα όσα είχε εκτεθεί, μέσα από τη δαιμονοποίηση του φυτού από τα ΜΜΕ και τους διάφορους αισχρούς διώκτες. Της θύμισα ότι ανήκε στην τελευταία γενιά στο νησί, που είχε εκτεθεί στην αληθινή παρουσία του φυτού και την χρήση του μέσα στην καθημερινότητα. Το πρόσωπο της έλαμψε και μου είπε ότι θυμόταν την μητέρα της να μιλά για την χρήση του φυτού μέσα στο γάλα, «για να κοιμούνται τα μωρά». Πρόσφερα τον εαυτό μου ως συνοδοιπόρο της αν επιθυμεί, σε μία εμπειρία και της σύστησα αν θέλει να είμαι δίπλα της, καθ’ όλη τη διάρκεια της. Της πρότεινα επίσης να δοκιμάσουμε μία πιο μεγάλη δόση από αυτήν με την οποία βασανιζόταν, έχοντας εμπιστοσύνη στη δυνατότητα του φυτού να λιώσει την επίπλαστη θωράκιση της και στην υπερχειλίζουσα δική της καλοσύνη. Συμφωνήσαμε να το σκεφτεί και εάν αισθάνεται άνετα, να το προγραμματίσουμε. Επικοινώνησε η ίδια μαζί μου και συναντηθήκαμε στο σπίτι τις γύρω στις 3 ένα απόγευμα της περασμένης εβδομάδας, αφού συμφωνήσαμε να κάνει νηστεία απέχοντας από το φαγητό, ή να φάει νωρίς το πρωί, κάτι ελαφρύ».

Η ευχή της κυρίας Ανδρονίκης

Όπως έγραψε ο Σόλων Αντάρτης, η αφήγησή του, «είναι η καταγραφή της εμπειρίας της κυρίας Ανδρονίκης» και ότι «την μοιράστηκε με την άδεια της και με την ευχή της να αποτελέσει και ένα χάρτη προς ψυχοδηλωτικά ναυτιλομένους, στα άδυτα των αδύτων και στην άβυσσο της προσωπικής αυτογνωσίας των ασθενών που λαμβάνουν παρόμοιες δόσεις του φυτού, στην προσπάθεια τους για ανακούφιση και θεραπεία. Μέσα από τα βάθη της ψυχής μου την ευγνωμονώ για την εμπιστοσύνη και την γενναιότητα της και της εύχομαι ανώδυνες, όμορφες και συνειδητές όλες τις μέρες της ζωής της, πριν από το Μεγάλο Ταξίδι. Και μακάρι να είναι όσες πιο πολλές γίνεται!». Συνέχισε γράφοντας ότι «στις 3 μ.μ το απόγευμα, η κυρία Ανδρονίκη πήρε μία τεράστια δόση κανναβινέλαιου, τετραπλάσια από την θεραπευτική δόση στην οποία βρισκόταν, με βάση το πρωτόκολλο που ακολουθούσε. Ακολούθησε μία χρονική περίοδος στην οποία, προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν συνέβαινε απολύτως τίποτε. Γύρω στην μία ώρα, η ίδια μου περίγραψε ότι οι σκέψεις της άρχισαν να καθαρίζουν και ότι μπορούσε καθαρά να βλέπει τις σκέψεις της σε εικόνες και να τις παρακολουθεί να ρέουν χωρίς κανένα εμπόδιο. Της συνέστησα να αφεθεί στην εμπειρία και ότι θα ήμουν εκεί, αν υπάρχει κάτι σημαντικό που θέλει να μοιραστεί. Της θύμισα ότι η εμπειρία είναι δική της και ότι δεν είναι ανάγκη να νιώθει υπόλογη, για οτιδήποτε προκύψει. Πρέπει να ομολογήσω ότι σε αυτή τη φάση άρχισα να ανησυχώ ότι η ποιότητα του ελαίου δεν ήταν πιθανώς καλή και ότι η εμπειρία μπορεί να μην είχε την ποιότητα που ανέμενα, σε σχέση με τη δόση που είχε πάρει».

«Ό,τι βιώνεις είναι δικό σου»

Σύμφωνα με το άρθρο, η γυναίκα «εντελώς απροσδόκητα, αναπάντεχα και χωρίς καμία προειδοποίηση στις 2 ώρες ακριβώς από την λήψη του ελαίου, η μητέρα του φίλου μου, εκτοξεύτηκε… Πρόλαβε να αρθρώσει τη φράση «Σόλωνα διαλύομαι» και πρόλαβα να της πω με όση τρυφερότητα αισθανόμουν για την απέραντη γενναιότητα μίας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι δική μου μάνα: «Καλό ταξίδι». Για δύο σχεδόν ώρες, η κυρία Ανδρονίκη έπαψε να υπάρχει. Η μάνα, η γυναίκα, η Κύπρια, η κυρία, όποια ιδιότητα είναι επικολλημένη στο Εγώ, έλιωσε και έδωσε τη θέση της στην μαγεία της αυθύπαρκτης ύπαρξης και της δόνησης μέσα στο φως. Η κυρία Ανδρονίκη έβλεπε και δεν έβλεπε, τα μάτια της, όταν τα άνοιγε ήταν τα μάτια ενός πλάσματος που υπάρχει και δεν υπάρχει, πλημμυρισμένα από το φως που βίωνε και την πλήρη αποδοχή εντός του. Έβλεπα αυτή την βασανισμένη μάνα στο κρεββάτι της να ταξιδεύει και δάκρυζα συνεχώς. «Δεν θέλω να έρθω πίσω», ήταν τα πρώτα λόγια που βγήκαν από το στόμα της. «Σόλωνα, είναι τόσον όμορφα» μου είπε και τα μάτια της άρχισαν να κλαίνε. «Δεν θέλω να έρθω πίσω, φοούμαι!». Παίρνοντας μία βαθιά εισπνοή, η οποία έμοιαζε να κρατά ολόκληρα λεπτά, βγήκε από τον φόβο.

«Θέλω νερό» μου είπε και της έδωσα αμέσως ένα ποτήρι. Ήπιε μόνο μερικές γουλιές και αμέσως γαλήνεψε. «Ξέρεις», είπε, «φοούμαι, φοούμαι τζιαι ντρέπουμαι…». «Τί φοάσαι κυρία Ανδρονίκη; Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι», ήταν η ανταπόκριση μου. «Θέλω να σε θυμίσω ότι ό,τι βιώνεις είναι δικό σου, δεν υπάρχει λόγος να μοιραστείς οτιδήποτε, με το οποίο νιώθεις άβολα. Απλά βίωσε το». «Δεν καταλαβαίνεις Σόλωνα, θέλω να φκουν τα λόγια». Βούρκωσα στο άκουσμα των λόγων της. Καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε. Το γνώριζα μέσα από την άβυσσο των συναισθημάτων που πλημμυρίζουν την ύπαρξη πολλών από εμάς, κάθε φορά που παίρνουμε μία ψυχοδηλωτική ουσία. Η αμφισβήτηση του εαυτού και των εμπειριών μας, είναι τόσο συνυφασμένη με την ύπαρξη μας στο νησί, που κάποτε είναι η απαραίτητη η παρουσία κάποιου άλλου, ο οποίος ως ακροατής και ως καθρέφτης, προσδίδει εγκυρότητα στη δική μας εμπειρία. Και η κυρία Ανδρονίκη άρχισε να μιλά ακατάσχετα. Είναι απίστευτη η δυνατότητα του λόγου να αρθρώνεται με τόση ταχύτητα όση και η σκέψη. Η δυνατότητα μας να μιλούμε ανεμπόδιστα, χωρίς τους «ηθικούς» και κοινωνικούς φραγμούς που μας επιβάλλονται και τους οποίους δεν διαλέξαμε. Όλοι αυτοί οι ττάπποι (φελλοί) απομακρύνθηκαν και η κυρία Ανδρονίκη μοιράστηκε μαζί μου συναισθήματα και αγωνίες της για την ζωή, πολλά από όσα κρατούσε επτασφράγιστα μέσα της και για τα οποία πάλευε μία ζωή να συγκρατήσει μέσα από μία σιδηρόφρακτη δέσμευση που πάνω της γράφει, «τι θα πει ο κόσμος».

«Ου Παναγία μου, εξέχασα ότι έχω καρκίνο!»

«Δεν αντέχω, θέλω να κάμω εμετό, βασανίζουμαι».

Γέμισα το ποτήρι της δύο φορές. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το δεύτερο. Προσπάθησα να φτάσω την λεκάνη, για να της την δώσω. Δεν πρόλαβα. Άρχισε να κάνει εμετό στο πλάι του κρεββατιού, αβίαστα με ένταση και ορμή. «Παναγία μου, ποιός εν να καθαρίσει; Έκαμα τα γέρημα, αντροπή!». «Μην ανησυχείς κυρία Ανδρονίκη. Δουλειά στο σιέρι μου…». Άρχισε να γελά τρανταχτά. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Γέλιο, κλάμα, εναλλάσονταν, κυρίως όμως γέλιο, άδολο ανόθευτο γέλιο, πηγαίο. Σφουγγάριζα και την έβλεπα να με βλέπει και να γελά. «Εν τόσον αστείο, μα τόσον αστείο»…

Γελούσα και εγώ μαζί της, χωρίς λόγο, χωρίς να καταλαβαίνω, μία άλλη μορφή επικοινωνίας δια του γέλωτος. «Θέλω να φωνάξω» είπε ξαφνικά. «Ε φώναξε κυρία Ανδρονίκη» απάντησα. «Μα τι θα πει ο κόσμος;»
«Το πολύ να πει ότι επέλλανες που τον καρκίνο», της απάντησα με μία κυριολεκτικά θανατηφόρα δόση μαύρου, κατάμαυρου χιούμορ. Με κοίταξε για μια στιγμή και μετά άρχισε ξανά να γελά, να γελά, να γελά.
«Ου Παναγία μου, εξέχασα ότι έχω καρκίνο!» Και δώστου γέλιο και κλάμα. Και μετά φώναξε. Δυνατά! Άναρθρα. Στο τέλος δεν έμεινε κραυγή, να μπορεί να εξέλθει. Και μέσα στην γαλήνη, ησυχία. Τα συναισθήματα να ρέουν αβίαστα. Και η σοφία να ξεχειλίζει από το στόμα μίας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι μάνα μου: «Δεν ήθελα να παντρευτώ, δεν ήθελα να κάμω παιθκιά, δεν έζησα γιε μου…». Και άλλα πολλά που θα μπορούσε το καθένα μόνο του να αποτελέσει φιλοσοφική διατριβή. «Δεν ξέρω κανέναν προσωπικά, που ήθελε, ή ήξερε τι έκαμνε, κυρία Ανδρονίκη. Μπορεί να υπάρχουν, αλλά εγώ δεν ξέρω. Συμπεριλαμβανόμενου και του εαυτού μου. Εφέραμεν τα στον κόσμο, χωρίς να ξέρουμεν τι κάμνουμεν». «Ξέρω το γιε μου, ξέρω το». Στην προσφώνηση της, διαλύθηκα. Τούτη η ανατολίτικη προσφώνηση του γηραιότερου προς τον νεότερο, που την συναντούσα χρόνια μεγαλώνοντας, αποκτούσε μίαν άλλη σημασία στο στόμα της. Κυριολεκτικά η κυρία Ανδρονίκη ενσάρκωνε ενώπιον μου το αρχέτυπο της μητέρας και κυριολεκτικά ενώπιον της, ενσάρκωνα το αρχέτυπο του γιου. Και στην επαφή μας, μητέρα και γιος έδιναν άφεση ο ένας στον άλλο, με ένα τρόπο ανεξιχνίαστο. Δύο σχεδόν άγνωστοι μεταξύ τους, εξομολογούμενοι αλλήλοις, σήκωναν τα πέπλα και τα βάρη ο ένας στον άλλο.

«Ευχαριστώ γιε μου.» «Εγώ σε ευχαριστώ…». «Πεινώ!». Ένα κομμάτι ψωμί, ένα κομμάτι τυρί, και ελιές. Λιτός βίος, που θα έλεγε και ο Βαρουφάκης. Μία πανδαισία εκρήξεων μέσα στη γλώσσα και τον ουρανίσκο. Αναφωνήματα έκπληξης και απόλαυσης. Νέες γεύσεις, νέες αισθήσεις. Το ευτελές μετατρέπεται στο μαγικό και το ανεπανάληπτο. «Μα πώς είναι δυνατόν;». «Έν εν;». Και νέα γέλια, νέες μπουκιές…«Σόλωνα, όταν πεθάνω, θα βρεθώ μες το φως;». «Μακάρι να μπορούσα να σου απαντήσω κυρία Ανδρονίκη. Δεν ξέρω. Ελπίζω.». «Σόλωνα, δεν ήταν ερώτηση…».

Φωτό: Στιγμιότυπο από τη συνομιλία του Μάριου Δημητρίου με τον Σόλωνα Αντάρτη (δεξιά), για το «ψυχοδηλωτικό» άρθρο του δεύτερου.