Είσαι εγγυητής; Μάθε όλα τα δικαιώματα σου!

Τι πρέπει να γνωρίζεις πριν και αφού υπογράψεις ως εγγυητής

Tης Αλεξίας Καφετζή

Ο Χρίστος Παρασκευάς είναι Δικηγόρος – Νομικός Σύμβουλος στο Δικηγορικό Γραφείο Χρίστος Παρασκευάς Δ.Ε.Π.Ε. και είναι εξειδικευμένος σε θέματα Τραπεζικού Δικαίου και έχει χειριστεί με επιτυχία αρκετές υποθέσεις στον πιο πάνω τομέα Δικαίου. Με τον κ. Παρασκευά συζητήσαμε το μείζον θέμα των υποχρεώσεων των εγγυητών και ποια είναι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στους εγγυητές βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.

Ποια δικαιώματα παρέχει ο Νόμος στους εγγυητές; Πως επηρεάζονται χιλιάδες συμπολίτες μας; Ποια τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν;

Τι είναι ακριβώς μία σύμβαση εγγύησης και πώς αυτή λειτουργεί σε σχέση με εγγυήσεις που δίνονται προς τις Τράπεζες;

«Η σύμβαση εγγύησης είναι μια συνήθης σύμβαση που ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εγγυητή και με την οποία ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης του ποσού ή μέρους του ποσού, το οποίο έλαβε και οφείλει ο πρωτοφειλέτης σε τρίτο πρόσωπο, που καλείται πιστωτής.

Τέτοια συμφωνία εγγύησης μπορεί να παραχωρηθεί από τον εγγυητή προς την Τράπεζα, ώστε ο ίδιος ο εγγυητής να αναλάβει ότι θα εξοφλήσει ο ίδιος, όταν απαιτηθεί, το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου ή άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης που έλαβε ο πρωτοφειλέτης από την Τράπεζα.

Συνεπώς, εφόσον ο πρωτοφειλέτης παραλείπει να εκπληρώσει τις συμφωνημένες υποχρεώσεις του προς την τράπεζα και εφόσον το ποσό αυτό γίνει απαιτητό από την Τράπεζα, τότε ο εγγυητής καθίσταται και ο ίδιος υπεύθυνος μαζί με τον πρωτοφειλέτη, για την αποπληρωμή του χρέους. Ο εγγυητής καθίσταται υπεύθυνος, τόσο για το κεφάλαιο του δανείου του πρωτοφειλέτη όσο και για το επιτόκιο και τα έξοδα με το οποίο αυτό επιβαρύνεται.»

Υπάρχει κάποια διάκριση μεταξύ συμφωνιών εγγύησης;

«Υπάρχουν πολλών ειδών εγγυήσεις, οι όροι των οποίων όπως επίσης και η έκταση που καλύπτουν, καθορίζονται από την ίδια την συμφωνία εγγύησης που υπογράφει ο εγγυητής με την Τράπεζα. Η κυριότερη όμως διάκριση μεταξύ των συμφωνιών εγγύησης είναι μεταξύ αυτών που ονομάζονται συνεχείς εγγυήσεις (continuing guarantees) σε αντιδιαστολή με τις εγγυήσεις που είναι συγκριμένες (specific guarantees)».

Δηλαδή;

«Συνεχής εγγύηση καλείται αυτή η οποία εκτείνεται σε σειρά δανείων ή πιστώσεων που παραχωρούνται από την Τράπεζα προς τον πρωτοφειλέτη ενώ συγκεκριμένη εγγύηση είναι η εγγύηση που επεκτείνεται σε συγκεκριμένο δάνειο ή πίστωση που δίνεται από την Τράπεζα προς τον πρωτοφειλέτη.

Θα πρέπει να αναφερθεί, ότι σε περίπτωση συνεχούς εγγύησης, ο εγγυητής έχει το δικαίωμα να ανακαλέσει την εγγύηση του οποτεδήποτε αυτός το επιθυμεί αλλά η ανάκληση αυτή επενεργεί μόνο σε ό,τι αφορά μελλοντικές πιστώσεις από την Τράπεζα προς τον εγγυητή και όχι πιστώσεις που ήδη έχουν δοθεί».

Μπορείτε να μας αναφέρετε συγκεκριμένα παραδείγματα;

«Για παράδειγμα, η εγγύηση θα είναι συγκεκριμένη όταν αυτή καλύπτει ένα μόνο δάνειο που λαμβάνει ο πρωτοφειλέτης από την Τράπεζα.

Συνεχής εγγύηση από την άλλη θα είναι η εγγύηση που καλύπτει οποιεσδήποτε πιστώσεις, λαμβάνει ή θα λάβει μελλοντικά ο πρωτοφειλέτης από την Τράπεζα. Σε περίπτωση συνεχούς εγγύησης, ο εγγυητής που εγγυάται αρχικά μόνο ένα δάνειο που έλαβε ο πρωτοφειλέτης μπορεί, στο τέλος, να ευθύνεται και για άλλα μεταγενέστερα δάνεια ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις όπως π.χ. όριο τρεχούμενου ή όριο σε πιστωτική κάρτα που δυνατόν να παραχωρηθούν μελλοντικά στον πρωτοφειλέτη από την Τράπεζα.

Συνεπώς είναι εξαιρετικά σημαντικό, όπως ο εγγυητής πριν προχωρήσει στην υπογραφή συνεχούς εγγύησης να αντιλαμβάνεται πλήρως το περιεχόμενο και τους όρους της συμφωνίας που υπογράφει και ότι αυτή πιθανόν να καλύπτει και μελλοντικές πιστωτικές διευκολύνσεις που θα δοθούν από την Τράπεζα προς τον πρωτοφειλέτη ώστε να αποφεύγονται δυσάρεστες συνέπειες για αυτόν.»

Υπάρχει συγκεκριμένη Νομοθεσία που ρυθμίζει τις συμφωνίες εγγύησης;

«Οι κυριότερες Νομοθεσίες που ρυθμίζουν τις συμφωνίες εγγύησης είναι αφενός ο περι Συμβάσεων Νόμος ο οποίος ρυθμίζει γενικά όλες τις συμφωνίες εγγυήσεως όπως επίσης και ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197(1)/2003 ο οποίος όμως διέπει μόνο συγκεκριμένες συμφωνίες εγγυήσεως και βάσει του οποίου παρέχονται συγκεκριμένα δικαιώματα στους εγγυητές προς προστασία τους.

Ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο και ως εκ τούτου δεν έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπου εγγυητής είναι εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο. Επίσης οι πρόνοιες του, δεν έχουν εφαρμογή αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διευθυντή του πρωτοφειλέτη – νομικού προσώπου.»

Ποια είναι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στους εγγυητές βάσει των εν λόγω Νομοθεσιών;

«Στο περί Συμβάσεων Νόμο, που όπως προαναφέραμε, έχουν εφαρμογή όλες οι συμφωνίες εγγύησης, καθορίζονται μεταξύ άλλων, οι περιπτώσεις στις οποίες ο οποιεσδήποτε εγγυητής απαλλάσσεται από την εγγύηση που έχει δώσει.

Ο εγγυητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη, εφόσον η Τράπεζα προχωρήσει στην σύναψη συμφωνίας με τον πρωτοφειλέτη, με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης, ή η Τράπεζα προβεί σε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη.

Επίσης, σε περιπτώσεις όπου η Τράπεζα προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης προς τον πρωτοφειλέτη ή προβαίνει σε συμφωνία να μην ενάγει τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής μπορεί να απαλλαχθεί από την εγγύηση του, αν τα πιο πάνω γίνουν χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του. Όπως όμως αναφέρεται στο Νόμο, απλή αποχή ή καθυστέρηση της Τράπεζας για την έγερση αγωγής κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή.

Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί, ότι σε περιπτώσεις όπου κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης εγγύησης, η Τράπεζα γνώριζε κάποιο ουσιαστικό γεγονός που πιθανόν να παραβλάψει τα δικαιώματα του εγγυητή όπως π.χ. αναφορικά με την φερεγγυότητα του πρωτοφειλέτη και το απέκρυψε εν γνώσει της από τον εγγυητή, τότε η εγγύηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως άκυρη για τον εγγυητή. Όπως όμως έχει αποφασιστεί από την Νομολογία για το πιο πάνω ζήτημα, η Τράπεζα έχει υποχρέωση να αποκαλύψει πληροφορίες και γεγονότα προς τον εγγυητή που αφορούν τον πρωτοφειλέτη, μόνο εφόσον, αυτά είναι κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων μη αναμενόμενα. Εφόσον τα γεγονότα τα οποία γνωρίζει η Τράπεζα δεν μπορούν να θεωρηθούν μη αναμενόμενα, η Τράπεζα έχει την υποχρεώση να αποκαλύψει τις πληροφορίες μόνο εφόσον ο ίδιος ο εγγυητής λάβει την πρωτοβουλία και υποβάλει ερωτήσεις για το θέμα αυτό στην Τράπεζα.»

Ποια είναι τα δικαιώματα που παρέχει ο περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών στους εγγυητές;

«Στον εν λόγω Νόμο, προβλέπεται αρχικά το δικαίωμα πληροφόρησης του εγγυητή από την Τράπεζα πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης.

Συγκεκριμένα, ως αναφέρεται στον Νόμο, για την παραχώρηση δανείων ή άλλων πιστώσεων πέραν των £5.000 (€8.543), η Τράπεζα οφείλει να προσκομίζει στον εγγυητή, πριν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, επιστολή με τα πιο κάτω στοιχεία:

• το ποσό και τα επιτόκια του δανείου, τον τρόπο και το χρόνο αποπληρωμής του δανείου από τον πρωτοφειλέτη,

• το ποσό έκαστης δόσης και την ημερομηνία αποπληρωμής αυτής,

• το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται σε περίπτωση υπερημερίας ή αθέτησης οιασδήποτε υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη,

• σε περίπτωση συνεγγυητών: τα ονόματα αυτών και αν εγγυούνται μέρος ή ολόκληρο το ποσό.

Επίσης η Τράπεζα έχει την υποχρέωση να παραδώσει προς τον εγγυητή «Δήλωση της Περιουσιακής Κατάστασης του πρωτοφειλέτη» ώστε ο εγγυητής να γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη που θα εγγυηθεί. Την κατάσταση αυτή την ετοιμάζει ο ίδιος ο προτιθέμενος πρωτοφειλέτης και σε αυτή δηλώνονται τα περιουσιακά στοιχεία του όπως επίσης και όλες οι υποχρεώσεις του.

Μετά την σύναψη της συμφωνίας εγγυήσεως, η Τράπεζα έχει επίσης την υποχρέωση να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων δυνάμει της συμφωνίας δανείου, από μέρους του πρωτοφειλέτη. Παράλειψη της Τράπεζας να ενεργήσει με τον πιο πάνω τρόπο μπορεί να απαλλάξει τον εγγυητή σε περίπτωση όπου συνεπεία αυτής της παράλειψης, παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη ενώ η παράλειψη αυτή της Τράπεζας συνιστά επίσης παράβαση της σύμβασης εγγύησης από την Τράπεζα.»

Ποια άλλα δικαιώματα παρέχει ο Νόμος στους εγγυητές;

«Ο εν λόγω νόμος παρέχει επίσης δικλείδες ασφαλείας προς τον εγγυητή, ούτως ώστε να προστατεύεται σε περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλέτης μεταβιβάζει περιουσία του σε τρίτα πρόσωπα για να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από την δική του περιουσία.

Συγκεκριμένα, βάσει του εν λόγω Νόμου, σε περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλετης έχει προβεί σε μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας του σε τρίτο πρόσωπο, ενόσω εξακολουθεί να οφείλει στην Τράπεζα, ο εγγυητής μπορεί να αιτηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου την ακύρωση της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη, και την μεταφορά τους στον πρωτοφειλέτη, ώστε η Τράπεζα να ικανοποιήσει την απαίτηση της από την περιουσία του πρωτοφειλέτη και όχι από τον εγγυητή.

Παρέχεται επίσης, από τον Νόμο, το δικαίωμα στον εγγυητή να ζητήσει προληπτικά, διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο να απαγορεύεται στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει οποιαδήποτε περιουσία του.

Επίσης ένα άλλο δικαίωμα που παρέχεται στον εγγυητή βάσει του Νόμου, είναι η δυνατότητα να ζητήσει από το Δικαστήριο την αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του για χρέος του πρωτοφειλέτη ώστε η Τράπεζα να μην μπορεί να προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εγγυητή, εφόσον αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσει την εξ’ αποφάσεως οφειλή του προς την Τράπεζα.»

Σε περίπτωση που ο εγγυητής πληρώσει το ποσό της εγγύησης του ποια είναι τα δικαιώματα του;

«Εγγυητής ο οποίος προέβηκε σε πληρωμή προς την Τράπεζα βάσει της σύμβασης εγγύησης, έχει κατά κανόνα δικαίωμα να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη το ποσό που έχει πληρώσει. Η πληρωμή από τον εγγυητή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, την οποία εγγυήθηκε να πληρώσει, παρέχει το δικαίωμα στον εγγυητή να ενάξει τον πρωτοφειλέτη και με τον τρόπο αυτό ο εγγυητής, γίνεται πιστωτής του πρωτοφειλέτη και κατέχει όλα τα δικαιώματα και ασφάλειες που είχε η Τράπεζα προηγουμένως ως πιστωτής.

Το ίδιο ισχύει επίσης και για κάποιο εγγυητή, ο οποίος ευθύνεται ως συνεγγυητής από κοινού (ή από κοινού ή ξεχωριστά) με άλλους εγγυητές, με αποτέλεσμα, εάν πληρώσει την οφειλή που εγγυήθηκε προς την Τράπεζα, έχει δικαίωμα να εισπράξει από τους συνεγγυητές του το μερίδιο τους σε σχέση με κάθε πληρωμή που έχει κάνει η οποία είναι περισσότερο από το δικό του μερίδιο.»

Ένα καταληκτικό σχόλιο…

«Κλείνοντας θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στους συμπολίτες μας να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί πριν προχωρήσουν στην σύναψη συμφωνιών εγγύησης. Αν αποφασίσουν τελικά όπως εγγυηθούν την οφειλή κάποιου πρωτοφειλέτη, θα πρέπει πριν την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης να είναι σε θέση να αντιληφθούν πλήρως το περιεχόμενο της συμφωνίας που υπογράφουν όπως και τις συνέπειες που πιθανόν να έχει στους ίδιους και στην περιουσία τους.

Επίσης και πλέον σημαντικό στις περιπτώσεις όπου Τράπεζα ή Συνεργατικό πιστωτικό Ίδρυμα προχωρεί με δικαστικά μέτρα ή με διαδικασία διαιτησίας εναντίον εγγυητών, θα πρέπει άμεσα, οι εγγυητές να συμβουλεύονται κάποιο δικηγόρο όσο αφορά τα δικαιώματα τους όπως αυτά προβλέπονται στην Νομοθεσία και να τα διεκδικούν ενώπιον των Δικαστηρίων ή ενώπιον της Διαιτητικής Διαδικασίας. Είναι λυπηρό πραγματικά το γεγονός, πολλοί συμπολίτες μας να παραλείπουν δυστυχώς να εμφανιστούν ή να καταχωρίσουν υπεράσπιση στις δικαστικές διαδικασίες που προχωρούν εναντίον τους ως εγγυητές, με αποτέλεσμα να εκδίδονται ερήμην τους τελεσίδικες αποφάσεις και να εκτελούνται εναντίον της περιουσίας τους ακριβώς λόγω της παράλειψης τους να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους.»