ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΟΠΑΠ: Περιμένοντας τον Γενικό Εισαγγελέα (Έγγραφο)

Οι εξελίξεις στη Νομική Υπηρεσία με την υπόθεση Λοϊζίδου καθυστερούν την γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα

Της Αλεξίας Καφετζή

 

To σκάνδαλο του ΟΠΑΠ για μία ακόμη φορά έχει μπει στην… αναμονή, αυτή τη φορά από τον Γενικό Εισαγγελέα, τη γνωμάτευση του οποίου περιμένουν το Υπουργείο Οικονομικών, η Ελεγκτική Υπηρεσία και οι κοινοβουλευτικές επιτροπές προκειμένου να ξεκαθαρίσουν τα επόμενα βήματα για να καταφέρει να εισπράξει η Κυπριακή Δημοκρατία τα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που καρπώθηκε ο ΟΠΑΠ από την λανθασμένη εφαρμογή της διακρατικής συμφωνίας.

Ο Υπουργός Οικονομικών, Χάρης Γεωργιάδης παρέπεμψε στον Γενικό Εισαγγελέα για να πάρει τη γνωμάτευση για τα επόμενα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκειμένου να εισπράξει τα χρήματα που χάθηκαν για το κράτος και κατέληξαν στα ταμεία του ΟΠΑΠ.

Ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ήδη γνωματεύσει για τον τρόπο εφαρμογής της Διακρατικής Συμφωνίας Ελλάδας-Κύπρου, τονίζοντας ότι δεν συνάδει με την σωστή ερμηνεία της, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Η οποιαδήποτε θεωρία ή τρόπος ερμηνείας και εφαρμογής του επίμαχου όρου της συμφωνίας του κράτους με τον ΟΠΑΠ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη το λεγόμενο «θεωρητικό» έξοδο και όχι το πραγματικά πληρωθέν, είναι ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη με βάση τόσο το λεκτικό του όρου, όσο και τον ορθό τρόπο ερμηνείας του».

Σε άλλο σημείο της γνωμάτευσής του είχε γράψει ότι: «μια τέτοια ερμηνεία όπως αυτή που υιοθετεί ο ΟΠΑΠ δεν καθιστά τις σχετικές πρόνοιες απλά ετεροβαρείς αλλά κατά την άποψη μου δεν θα μπορούσε να ευσταθεί με καμία λογική.

«Η εξήγηση που λογικά προσφέρεται για το ότι οι συμβαλλόμενοι συμπεριέλαβαν στους σχετικούς όρους κάποια καθ’ υπολογισμό ποσά είναι για να δοθεί κάποια ένδειξη ως προς τα μεγέθη αυτών των κόστων και ίσως για να θέσουν ανώτατα όρια ως προς τα ποσά εξόδων», σημειώνει.

Προστίθεται ότι, «δεν νοείται σε καμία περίπτωση, ενώ φυσιολογικά τα πραγματικά κόστη για τις προβλεπόμενες λειτουργίες θα ποικίλουν κάθε έτος, το ποσό που θα αφαιρείται να μην συναρτάται με το πραγματικό αλλά με το δυνητικό ή θεωρητικό ποσοστό».

Δεδομένης της παραπάνω γνωμάτευσης του Γενικού Εισαγγελέα, ο Χάρης Γεωργιάδης ζήτησε τη γνώμη του για τις ενέργειες που θα μπορούσε να κάνει η Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να προστατευτεί έναντι του ΟΠΑΠ και του τρόπου εφαρμογής της συμφωνίας.

Αναλυτικά η επιστολή:

«Θέμα: Διακρατική Συμφωνία μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Κύπρου για τους όρους οργάνωσης, λειτουργίας, διεξαγωγής και διαχείρισης των παιγνιδιών που διεξάγονται από τον ΟΠΑΓ Α.Ε. στην Κύπρο

Επιθυμώ να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα καθώς και στην γνωμάτευση σας με αρ. φακ. Γ.Ε,50(Α)01/Ν18/2, 93/1984/Υ316 και ημερ. 24/10/2017, η οποία απευθύνεται στον Γενικό Ελεγκτή και η οποία μου κοινοποιήθηκε από την Γενική Λογίστρια της Δημοκρατίας.

Η Γενική Λογίστρια, μετά από οδηγίες μου, έχει ετοιμάσει σχετική έκθεση με αρ, φακ. 13.35.030Ε και ημερ. 9/11/2017 την οποία και επισυνάπτω (Συνημμένο). Η έκθεση της Γενικής Λογίστριας έχει επίσης τεθεί ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου στις 15/11/17.

Λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα στοιχεία που παρατίθενται στην έκθεση της Γενικής Λογίστριας όσο και το γεγονός ότι στην γνωμάτευση σας καταλήγετε ότι η εφαρμογή της Διακρατικής Συμφωνίας από το 2003 δε συνάδει με τον τρόπο που εσείς την ερμηνεύεται, παρακαλώ όπως μας συμβουλεύσετε ως προς τα επόμενα βήματα και ενδεχόμενες ενέργειες της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Η υπόθεση Λοϊζίδου και οι καθυστερήσεις

Βέβαια, ενώ όλοι περίμεναν ότι θα είχαν ήδη λάβει την άποψη του Γενικού Εισαγγελέα μεσολάβησε το μέγα θέμα με την ηλεκτρονική αλληλογραφία της Ανώτερης Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Ελένης Λοϊζίδου με Ρώσους πελάτες και όπως είναι κατανοητό, αυτή η εξέλιξη έβαλε «φρένο» στις υπόλοιπες υποθέσεις που εξετάζει ο Γενικός Εισαγγελέας, αφού όλη η προσοχή έχει στραφεί στην διερεύνηση της υπόθεσης που έπληξε βαρύτατα το κύρος της Νομικής Υπηρεσίας και δεν αποκλείεται να δημιουργήσει και διεθνή προβλήματα για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Επομένως, ο ΟΠΑΠ κέρδισε κι άλλο χρόνο σε μία υπόθεση που θα έπρεπε να είχε απασχολήσει τους κρατικούς αξιωματούχους από το 2003 και μετά, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία άρχισε να χάνει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, ευνοώντας μία ιδιωτική πλέον εταιρεία.