«Ευθύνη του κράτους», η αυτοκτονία νεαρού χρήστη

Η τελική αγόρευση του δικηγόρου Μ. Παρασκευά, μετά από δέκα μήνες θανατικής ανάκρισης

Τoυ Μάριου Δημητρίου

«Εστιάζω στην ευθύνη, πρώτα του κράτους, μέσω των δομών του και της θεσμικής υποχρέωσης που πρέπει να εκπληρώνει, για την προστασία της ανθρώπινης ζωής», είπε ο δικηγόρος Μιχάλης Παρασκευάς στην τελική αγόρευσή του, την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018, ενώπιον του Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Χρίστου Ρασπόπουλου, ως θανατικού ανακριτή στη θανατική ανάκριση για τις συνθήκες της αυτοκτονίας του 23χρονου Α. Β. από τη Λευκωσία, ψυχωσικού χρήστη σκληρών ναρκωτικών, που στις 15 Ιουνίου 2015, ανέβηκε στην ταράτσα πολυόροφης πολυκατοικίας στη λεωφόρο Δημοσθένη Σεβέρη στη Λευκωσία και έπεσε στο κενό, βρίσκοντας ακαριαίο θάνατο. Ο κ. Παρασκευάς μίλησε επίσης για «παραλείψεις, αμέλεια και ανεπάρκεια», των πέντε κυβερνητικών ψυχίατρων στο νοσοκομείο Αθαλάσσας και στις Κεντρικές Φυλακές, Μαρίας Πίττα, Ανδρέα Κουδουνά, Γιώργου Μικελλίδη, Μαριάννας Ταντελέ και Αγάθης Βαλανίδου. Αναφέρθηκε ακόμα και σε «μιας μορφής συνωμοσία», μεταξύ των πέντε γιατρών, «με σκοπό την προστασία και εξυπηρέτηση μέλους μιας ομάδας». Ο 23χρονος αυτόχειρας, που ήταν παιδί χωρισμένων γονιών, είχε νοσηλευτεί στο ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθαλάσσας, μετά από έκδοση Διατάγματος Υποχρεωτικής Νοσηλείας, με ψύχωση συνδεδεμένη με τη χρήση ναρκωτικών, πέντε φορές, σε διάφορες χρονικές περιόδου – πρώτη φορά τον Μάιο 2012 και αργότερα, στις 11 – 23 Ιουνίου 2014, στις 4 – 19 Αυγούστου 2014, στις 18 – 27 Σεπτεμβρίου 2014 και στις 14 – 15 Απριλίου 2015. Τις τελευταίες τρεις βδομάδες πριν τον θάνατό του, διέμενε με τη γιαγιά του, μητέρα του πατέρα του, στην περιοχή Λυκαβητού. Μερικές μέρες πριν την αυτοκτονία του, ήταν κρατούμενος για τρεις μέρες στις Κεντρικές Φυλακές, (8 – 10 Ιουνίου 2015), για απλήρωτες τροχαίες παραβάσεις, αφού προηγήθηκε αίτημα της μητέρας του προς το ΤΑΕ Αρχηγείου Αστυνομίας, «να συλληφθεί, ώστε να εξασκηθεί πίεση να πάει σε πρόγραμμα απεξάρτησης, αφού δεν του παρεχόταν νοσηλεία στο Ψυχιατρείο», σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας, σε γραπτή μαρτυρία της, που ανέγνωσε στο Δικαστήριο στις 2 Ιουλίου 2018, στην παρουσία του πρώην συζύγου της, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης από τον Νοέμβριο 2017, θανατικής ανάκρισης. Από τις εξετάσεις στο αίμα του, ανιχνεύθηκαν ναρκωτικές ουσίες. Ήταν χρήστης παράνομων ψυχοδραστικών ουσιών από τα 17 του χρόνια και σύμφωνα με ψυχιατρικές εκθέσεις, «παρουσίαζε ψυχωσικά συμπτώματα και υπό το κράτος στερητικών, γινόταν απειλητικός, αυτοκαταστροφικός ή ετεροκαταστροφικός, ενώ η κατάσταση του, επιδεινώθηκε τον τελευταίο μήνα πριν την αυτοκτονία του».

Οι καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ

Μεγάλο μέρος της αγόρευσης του Μιχάλη Παρασκευά, αφιερώθηκε στην επίκληση εκ μέρους του, σωρείας καταδικαστικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), σε βάρος κρατών, που αφορούν αυτοκτονίες και θανάτους ατόμων, ενώ βρίσκονταν υπό την επίβλεψη κρατικών Αρχών. Επικαλέσθηκε επίσης την απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Χάρη Μαλαχτού στις 6 Ιουλίου 2016, στην αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκ μέρους της οικογένειας των διδύμων στρατιωτών Μίλτου και Χρίστου Χριστοφόρου, ότι  φέρει ευθύνη η Δημοκρατία για τον θάνατο τους, από την έκρηξη των εμπορευματοκιβωτίων στο Μαρί. Ιδιαίτερη αναφορά, έκανε σε απόφαση «καταλύτη», όπως τη χαρακτήρισε, του ΕΔΑΔ, που αφορά την αυτοκτονία νεαρού ψυχικά ασθενούς το 2000, σε κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο στην Πορτογαλία, το προσωπικό του οποίου, «δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη του θανάτου». Σύμφωνα με τον Μ. Παρασκευά, «η υπόθεση αυτή, είναι συναφής με την παρούσα, αφού ο νεαρός είχε εισαχθεί σε κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο για θεραπεία, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας στις αρχές Απριλίου 2000. Στις 27 Απριλίου 2000 δραπέτευσε και στη συνέχεια αυτοκτόνησε, πηδώντας μπροστά από ένα κινούμενο τραίνο. Είχε ήδη νοσηλευθεί πολλές φορές στο ίδιο κρατικό ψυχιατρικό νοσοκομείο, λόγω ψυχικής αναπηρίας, η οποία επιδεινώθηκε από τον εθισμό του στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ενώ το προσωπικό, είχε λάβει γνώση των προηγούμενων αποπειρών αυτοκτονίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το προσωπικό του νοσοκομείου, έχοντας υπόψη το ιστορικό του παιδιού αυτού και ειδικότερα το γεγονός ότι είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει τρεις εβδομάδες νωρίτερα, είχε κάθε λόγο να περιμένει ότι θα μπορούσε να προσπαθήσει να διαπράξει αυτοκτονία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ήταν ενήμερο ως προς την ενδεδειγμένη τάση, κατά την παροχή ψυχικής θεραπείας, υπό το καθεστώς των ανοικτών θυρών, για τα άτομα με ψυχικές διαταραχές. Δηλαδή δεν υπήρχε υποχρέωση εγκλεισμού αυτών των ατόμων, ακριβώς όπως στη δική μας περίπτωση. Ωστόσο – και αυτό είναι το πλέον σημαντικό – η ψυχική θεραπεία αυτού του είδους, δεν απαλλάσσει το κράτος από τις υποχρεώσεις του για την προστασία των ψυχικά ασθενών, σχετικά με τους κινδύνους που δημιουργούν για τον εαυτό τους. Ακριβώς όπως στην περίπτωσή μας κύριε Πρόεδρε, δεν υπάρχει υποχρέωση εγκλεισμού, όμως θα πρέπει το κράτος να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, σύμφωνα με τη θεσμική υποχρέωση που έχει για την ειδική παρακολούθηση των ψυχικά ασθενών με έντονες τάσεις αυτοκτονίας».

Υπογραμμίζεται ότι στο σημείο αυτό, ο Δικαστής Χρίστος Ρασπόπουλος παρενέβη χαρακτηρίζοντας «ενδιαφέρουσα», τη συγκεκριμένη απόφαση του ΕΔΑΔ και διευκρινίζοντας περαιτέρω, σε σχέση με το πόρισμα που θα εκδώσει για την υπόθεση, ότι «ο θανατικός ανακριτής διερευνά τα αίτια θανάτου ενός προσώπου, αλλά δεν έχει εξουσία να καθορίσει κατά πόσο ευθύνεται το κράτος ή οποιοσδήποτε άλλος». Πρόσθεσε ότι «απ’ εκεί και πέρα, αν εγείρονται θέματα αστικών αγωγών εναντίον του κράτους από την οικογένεια, είναι άλλο θέμα. Ναι – κατέληξε – ένα Δικαστήριο πολιτικής δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να εξετάσει και να αποδώσει ευθύνες».

Σημειώνουμε ότι ο Μιχάλης Παρασκευάς, αναφέρθηκε και σε άλλες καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΑΔ από προσφυγές πολιτών, κυρίως εναντίον της Τουρκίας, αλλά και της Γαλλίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Ελλάδας, για το θάνατο νεαρών ατόμων στη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας, ή στη διάρκεια νοσηλείας τους σε κρατικά νοσοκομεία. Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευά, αυτές οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ στέλνουν το μήνυμα ότι «το κράτος, πρέπει να δημιουργεί τις κατάλληλες δομές σε νοσοκομεία και φυλακές, ώστε να υπάρχει δίκτυ προστασίας, με συνεργασία των δημόσιων λειτουργών, γιατρών ή αστυνομικών και άλλων, για αποτροπή παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βέβαια του δικαιώματος στη ζωή».

«Υπήρξε μιας μορφής συνωμοσία»…

Ο δικηγόρος Μ. Παρασκευά, κατέληξε λέγοντας ότι «ενώ όλοι οι ιδιώτες, αλλά και οι πλείστοι κυβερνητικοί ψυχίατροι, έκριναν ότι η χρήση σκληρών ουσιών, είχε προκαλέσει και σοβαρής μορφής ψυχικές διαταραχές στον Α.Β., οι μόνοι που θεωρούσαν ότι το πρόβλημα ήταν απλά και μόνο η χρήση και ότι η διακοπή της, μέσω προγράμματος απεξάρτησης, ήταν η μοναδική ενδεδειγμένη θεραπεία που θα θεράπευε τις σοβαρές ψυχικές διαταραχές του, ήταν οι πέντε γιατροί που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, στη διάρκεια αυτής της θανατικής ανάκρισης, ως μάρτυρες. Τα πέντε αυτά άτομα σχετίζονται μεταξύ τους επαγγελματικά, είναι όλοι κυβερνητικοί ψυχίατροι και οι δύο από αυτούς, Γιώργος Μικελλίδης και Μαριάννα Ταντελέ, είναι ζευγάρι. Είναι η θέση της οικογένειας, ότι αυτά τα πέντε άτομα έχουν το κίνητρο να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες και τρόπον τινά να καλύψουν ο ένας τον άλλο, σε σχέση με τις παραλείψεις τους. Και είναι γι’ αυτό τον λόγο που ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου, παρουσίασαν την κατάσταση, πολύ διαφορετική από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Υπήρξε θα λέγαμε, μιας μορφής συνωμοσία, με σκοπό την προστασία και εξυπηρέτηση μέλους μιας ομάδας. Η Δρ Μαρία Πίττα, κατηγορήθηκε από τη μητέρα ότι δεν προέβηκε στις κατάλληλες ενέργειες για τον γιο της Α., που ήταν ασθενής με σοβαρής μορφής ψυχική διαταραχή. Η κατάθεση της κυρίας Πίττα, περιέχει πολλές αντιφάσεις σε σχέση με τις πράξεις της, κατά τη διάρκεια της εξέτασης του Α., αλλά και τις επόμενες μέρες και εβδομάδες που ακολούθησαν ακόμα και μετά το θάνατό του. Ο γιατρός Μικελλίδης, επίσης διορίστηκε στο νοσοκομείο Αθαλάσσας τον ίδιο καιρό περίπου, με τη Διευθύντρια Μαρία Πίττα και είναι η θέση της οικογένειας ότι ο Δρ Μικελλίδης, δημοσίως τάσσεται υπέρ της εναλλακτικής, μη παρεμβατικής  θεραπείας χωρίς φαρμακευτική αγωγή. Αυτή η θεραπεία είναι σε πειραματικό στάδιο και σε καμιά περίπτωση δεν έχει αποδειχτεί η αποτελεσματικότητά της. Ταυτόχρονα, παραμένει το γεγονός ότι ο γιατρός έκρινε σωστό να σταματήσει απότομα και να μη χορηγήσει άλλη φαρμακευτική αγωγή ή θεραπεία σε ασθενή με ιστορικό μακρόχρονης χορήγησης ελεγχόμενων ψυχοφαρμάκων με συνταγογράφηση και παρακολούθηση από ψυχίατρο. Ίσως οι πεποιθήσεις του αυτές, να έπαιξαν ρόλο στη μεταχείριση του ασθενούς, θέλοντας να πειραματιστεί με εναλλακτικής μορφής θεραπεία – με το πείραμα, να έχει αποτύχει παταγωδώς. Το λιγότερο που θα έπρεπε να είχε πράξει ο κ. Μικελλίδης, ήταν να διατηρήσει σε ισχύ, το ένταλμα για συνέχιση της παραμονής του Α., στο ψυχιατρικό ίδρυμα, όπως ήταν και η διάγνωση της Δρα Ειρήνης Γεωργίου, έστω για κάποιες μέρες. Μια άλλη επιλογή, θα ήταν να του χορηγηθεί άδεια, με υποχρέωση να παρουσιάζεται στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, κάθε μερικές μέρες για έλεγχο. Είναι θέση της οικογένειας, ότι η γιατρός Μαριάννα Ταντελέ, βολικά δεν ενημέρωσε το Δικαστήριο, για τη σχέση που έχει με τον κύριο Μικελλίδη, με τον οποίο είναι ζευγάρι. Και τέλος η Δρ Βαλανίδου, είχε υποχρέωση ως ψυχίατρος των Κεντρικών Φυλακών, να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας ότι είδε τον Α. ως ασθενή στις Κεντρικές Φυλακές. Η θέση της οικογένειας, είναι ότι αυτό που θα έπρεπε να κάνει η κυρία Βαλανίδου, ήταν να ενημερώσει και τη Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, ότι ο Α., ήταν άτομο με ιστορικό αυτοκτονικού ιδεασμού, με προηγούμενες απόπειρες, που ήταν χειριστικός και αρνιόταν αυτοκτονικό ιδεασμό. Είναι αδιανόητο, να είχε συνταγογραφήσει ψυχοφάρμακα και να μην έχει σημειώσει ποιο φάρμακο, με ποιο τρόπο και πότε χορηγήθηκε. Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι η φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στον Α., δεν έπαιξε ρόλο στη ψυχολογία του και στην αυτοκτονία; Ως ψυχίατρος με μακρόχρονη εργασία στις Ψυχικές Υπηρεσίες, ως πρώην Διευθύντρια στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, μέχρι και τη μετακίνησή της στις Φυλακές και την αντικατάστασή της από την κυρία Πίττα, η γιατρός Βαλανίδου είχε στενή και πολύχρονη συνεργασία με τον Α. και γνώριζε την περίπτωσή του και θα έπρεπε να δείξει περισσότερη ευαισθησία».

«Σπασμωδικές κινήσεις, βιασύνη, αδιαφορία»

«Η θέση της οικογένειας, κύριε Πρόεδρε», είπε ο Μ. Παρασκευάς απευθυνόμενος στον Δικαστή Ρασπόπουλο,  «είναι ότι οι παραλείψεις και η αμέλεια των πρώτων δύο γιατρών στη διάρκεια της εξέτασης, οι σπασμωδικές κινήσεις στις 15 Απριλίου 2015 για κάλυψη της αρχικής αμέλειας κατά την πρώτη εξέταση, η βιασύνη του κυρίου Μικελλίδη να απολύσει τον Α. από το νοσοκομείο Αθαλάσσας, μετά από παραμονή λίγων ωρών και χωρίς φαρμακευτική αγωγή, αλλά και η αμέλεια-παραλείψεις της γιατρού Βαλανίδου και η παντελής αδιαφορία όλων, προς τις εκκλήσεις της μητέρας για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, συνέβαλαν τα μέγιστα, στο να στερηθεί ένα παιδί 22 χρόνων τη ζωή του, με αυτό τον τραγικό τρόπο και να χάσει μια οικογένεια τον γιο της, τόσο σύντομα και τόσο άδικα. Η θέση μας κύριε Πρόεδρε, είναι ότι ενώπιον σας αποκαλύφθηκε μια ανεπάρκεια γιατρών και το σεβαστό Δικαστήριο πρέπει να προβεί στα κατάλληλα βήματα που θα βοηθήσουν στην κάλυψη των κενών. Ο μάρτυρας της οικογένειας έμπειρος ψυχίατρος Δρ Αργύρης Αργυρίου (σ. σ. κλήθηκε εκ μέρους της μητέρας και στις 4 Ιουνίου 2018, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας, για το θέμα της υποχρεωτικής νοσηλείας ψυχωσικών χρηστών σκληρών ναρκωτικών, όπως το crystal meth), είπε όντως ότι δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα, ώστε το κράτος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του να προστατεύει τις ζωές των πολιτών. Όμως αυτό που συμβαίνει τώρα, είναι ότι σε καμιά περίπτωση, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του. Υπάρχει σύνδεση μεταξύ του γεγονότος ότι γνώριζαν οι γιατροί που τον εξέτασαν – η κυρία Πίττα μαζί με τον κ. Κουδουνά και ο κ. Μικελλίδης μαζί με την κυρία Ταντελέ – ότι αυτό το παιδί είχε αυτοκτονικές τάσεις. Τι έπρεπε να πράξουν; Δεν είμαστε ειδικοί, κάνουμε εισηγήσεις. Πρέπει το κράτος να δει τι έφταιξε για να οδηγηθεί αυτό το παιδί στην αυτοκτονία, τι θα μπορούσε να γίνει για να προληφθεί αυτό το τραγικό συμβάν. Είναι έκκληση της οικογένειας κύριε Πρόεδρε, να δοθούν απαντήσεις σε σχέση με τα γεγονότα που εξιστορήθηκαν ενώπιον σας».

Ο Δικαστής Χρίστος Ρασπόπουλος, είπε στο τέλος της διαδικασίας,  ότι «η έκδοση του πορίσματός του για την υπόθεση, θα πάρει κάποιο χρονικό διάστημα, λόγω του όγκου του μαρτυρικού υλικού που έχει ενώπιον του».

«Μια ακόμα μάχη για τον γιο μου»

«Είμαι σήμερα εδώ για να δώσω μια ακόμα μάχη για τον γιο μου, έστω και μετά θάνατον», είπε στις 2 Ιουλίου 2018 από το εδώλιο του μάρτυρα, η Λ. Κ. μητέρα του 23χρονου αυτόχειρα. «Έχασα τον γιό μου πριν ακριβώς 3 χρόνια», είπε, «όταν στις 14 προς 15 Ιουνίου 2015 και τέσσερις μέρες μετά που η Ψυχίατρος των Κεντρικών Φυλακών, έγραψε κατά τη λήψη ιστορικού, ότι ο γιος μου αρνείται αυτοκτονικό ή ετερο-καταστροφικό ιδεασμό και ότι μπορεί να τοποθετηθεί σε κελί, πήδηξε από μια πολυκατοικία 10 ορόφων στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη στην Λευκωσία και σκοτώθηκε. Και με αυτό τον τρόπο, πραγματοποίησε αυτό που πολλές φορές απείλησε να κάνει και που είχε προσπαθήσει ξανά στο παρελθόν, σε περισσότερες από μια, περιπτώσεις. Μόνο που αυτή την φορά, τα κατάφερε. Ο γιος μου, σήμερα πολύ πιθανόν να ζούσε, εάν δινόταν περισσότερη  σημασία στο σοβαρό ιστορικό του και αν δεν του έκλειναν όλες τις πόρτες, μια προς μια. Με την, κατά την άποψη μου, επιπόλαιη συμπεριφορά που επέδειξαν οι γιατροί του δημοσίου που τον εξέτασαν – στη βάση εντάλματος υποχρεωτικής εξέτασης από κυβερνητικό ψυχίατρο – δηλαδή χωρίς να προβούν σε ενέργειες για να εξασφαλίσουν τον φάκελο και το καταγεγραμμένο ιστορικό του και χωρίς να λάβουν υπόψη τις δικές μου εκκλήσεις και άποψη για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, στην ουσία υπέγραψαν την θανατική του καταδίκη. Από εκείνη τη στιγμή, η πορεία προς τον θάνατο ήταν προδιαγεγραμμένη και αυτό προσπαθούσα να τους κάνω να δουν. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους μου».

Επιχείρηση σύλληψης, για πρόγραμμα απεξάρτησης

«Συνεχίζοντας τις προσπάθειες μου, μαζί με τον πατέρα του», είπε η μάρτυρας, «στις 24 Μαρτίου 2015 είχαμε συνάντηση στα Γραφεία της ΥΚΑΝ στη Λευκωσία, με τον Στέλιο Σεργίδη και την αστυνομικό Σοφία, με σκοπό να στηθεί επιχείρηση σύλληψης του, με πληροφορίες από εμένα, με σκοπό να πιεστεί να πάει σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Στις 26 Μαρτίου, η αστυνομικός Σοφία, με ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι η ΥΚΑΝ δεν μπορούσε να αναμιχθεί, λόγω του ότι «έκρινε ότι υπήρχε κλινική εικόνα και μια τέτοια επιχείρηση, εμπεριείχε ρίσκα». Μου είπε ότι η μόνη λύση, είναι να ξανα-εκδοθεί Ένταλμα Υποχρεωτικής Εξέτασης, για να ξαναπάει στην Αθαλάσσα. Όταν επιτέλους εκτελέστηκε το Ένταλμα, η γιατρός που ήταν καθήκον και έπρεπε να εξετάσει τον γιο μου, ήταν η Δρ. Μαρία Πίττα, που τον είδε μαζί με τον ειδικευόμενο Ανδρέα Κουδουνά, στον χώρο των Πρώτων Βοηθειών, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Οι δυο γιατροί, όπως ακούσαμε και στο Δικαστήριο, δεν έκριναν ότι έπρεπε να κάνουν διαβήματα για να εξασφαλίσουν το ιατρικό ιστορικό και τον φάκελο ενός ασθενούς, ο οποίος είχε τέσσερις προηγούμενες νοσηλείες στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας, δεν ζήτησαν να πάρουν πληροφορίες απ’ οποιονδήποτε ιδιώτη γιατρό που ανέφερε ο Α. ότι τον παρακολουθούσε, δεν ζήτησαν να μιλήσουν ούτε με τον πατέρα του, η με οποιοδήποτε άλλο άτομο του οικογενειακού ή φιλικού περιβάλλοντος, δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να διαπιστώσουν κατά πόσο ήταν υπό την επήρεια, κατά την ώρα της εξέτασης, ή τι είδους ουσίες λάμβανε. Βασίστηκαν αποκλειστικά και μόνο, στη συνομιλία μαζί του, όπως ανέφεραν. Στις 13 Απριλίου 2015, Δευτέρα του Πάσχα, ο γιος μου έγινε πολύ βίαιος, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στον πάνω όροφο του σπιτιού μου. Την επομένη το πρωί, ξανα-εκδωσα Ένταλμα Υποχρεωτικής Εξέτασης. Η κυβερνητική ψυχίατρος Ειρήνη Γεωργίου, μίλησε τηλεφωνικώς με μένα και με τον πατέρα του γιού μου, κατά τη διάρκεια της εξέτασης και έκρινε ότι χρήζει νοσηλείας και εκδόθηκε Διάταγμα Υποχρεωτικής Νοσηλείας για 28 μέρες, από τον Δικαστή Αμπίζα. Ο Α. οδηγήθηκε στο Ψυχιατρείο, γυρω στις 11 το βράδυ. Στις 15 Απριλίου 2015, γύρω στις 10 το πρωί, έλαβα τηλεφώνημα από τον γιατρό Γιώργο Μικελλίδη, από τον Θάλαμο 23. Ο γιατρός Μικελλίδης, με ενημέρωσε ότι έγινε Ιατρικό Συμβούλιο, το οποίο έκρινε ότι ο γιος μου ήταν καλά, θα τον απόλυε και να πάω να τον πάρω. Εγώ τότε, με μεγάλη αγωνία, ρώτησα πώς γίνεται να είναι καλά, αφού συνεχώς χειροτερεύει και γίνεται βίαιος, όλο και πιο συχνά και αφού λίγες ώρες πριν, κρίθηκε να χρήζει νοσηλείας 28 ημερών, μετά το βίαιο επεισόδιο που προηγήθηκε και επέμενα ότι χρειάζεται νοσηλεία εκεί, επειδή δεν αντιλαμβάνεται τι κάνει. Ο γιατρός απόλυσε τον γιο μου, μετά από παραμονή λίγων ωρών, χωρίς να χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή και χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, ή να προνοήσει οποιαδήποτε άλλη παρακολούθηση του ασθενούς, βάσει του Διατάγματος που είχε εκδοθεί, μόλις λίγες ώρες πριν. Τον Μάιο 2015, μετά από ραντεβού, επισκέφθηκα τον Αστυνόμο Μαυρή, που ήταν τότε Αρχηγός ΤΑΕ Αρχηγείου και με μεγάλη απελπισία, ζήτησα βοήθεια, επειδή έπρεπε να περιοριστεί ο γιος μου, που κινδύνευε. Ζήτησα ξανά, να χρησιμοποιηθούν τα εντάλματα που εκκρεμούσαν και να συλληφθεί, ώστε να εξασκηθεί πίεση να πάει σε πρόγραμμα απεξάρτησης, αφού δεν του παρεχόταν νοσηλεία στο Ψυχιατρείο, παρόλο που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο γιος μου χρειαζόταν ψυχιατρική βοήθεια και κινδύνευε καθημερινά».

«Τον αντιμετώπισαν ως χρήστη και όχι ως ασθενή»

«Στις 8 Ιουνίου 2015», είπε καταληκτικά η Λ. Κ. «με πήρε τηλέφωνο ο γιος μου και μου είπε ότι η Αστυνομία, τον συνέλαβε για εντάλματα και θα τον έπαιρναν στις Κεντρικές Φυλακές, αν δεν πήγαινα να πληρώσω. Εγώ, με μεγάλο πόνο ψυχής, αρνήθηκα να πάω. Εκείνη τη μέρα, τον εξέτασε και η ψυχίατρος Αγάθη Βαλανίδου στις Κεντρικές Φυλακές. Για την έλλειψη σημαντικών πληροφοριών που αφορούσαν την εξέταση του γιου μου ως κρατουμένου η κυρία Βαλανίδου, είπε στο Δικαστήριο ότι η εργασία της, είναι πενθήμερη. Ο γιος μου όμως, ήταν κρατούμενος στις Φυλακές, Δευτέρα με Τετάρτη, 8 με 10 Ιουνίου 2015, όταν έγινε διακανονισμός με πρωτοβουλία των επί καθήκοντι δεσμοφυλάκων και αφέθηκε ελεύθερος, βάσει αυτού. Τέσσερις μέρες μετά που αφέθηκε από τις Φυλακές και σχεδόν δυο μήνες μετά από την απόλυση του από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας, στις 14 προς 15 Ιουνίου 2015, έδωσε τέλος στη ζωή του και στο μαρτύριο του, πηδώντας από την πολυκατοικία. Πιστεύω ακράδαντα ότι οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του κράτους, αντιμετώπισαν τον γιο μου, ως χρήστη ουσιών και όχι ως ψυχικά ασθενή, στερώντας του το δικαίωμα της νοσηλείας/πρόσβασης σε θεραπεία, αλλά και παραλείποντας να προστατεύσουν τη ζωή του. Και το αποτέλεσμα δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους και τις αγωνίες μου…».

Σιδερόφραχτο δωμάτιο «ειδικής παρακολούθησης», στον Θάλαμο 23 του Νοσοκομείου Αθαλάσσας, όπου φιλοξενήθηκε κατά διαστήματα ο Α. Β. Εδώ διαμένουν και παρακολουθούνται από το προσωπικό σε 24ωρη βάση, αυτοκτονικοί, ή «υψηλού κινδύνου» ασθενείς, αλλά και κατάδικοι των Κεντρικών Φυλακών με ψυχιατρικά προβλήματα.

Φώτο: Η μητέρα του νεαρού αυτόχειρα, μαζί με τον δικηγόρο της Μιχάλη Παρασκευά, στην τελική αγόρευση της 12ης Σεπτεμβρίου 2018.