Μιχάλης Σοφοκλέους: «Η χαλαρή ομοσπονδία είναι εντός των παραμέτρων των Ηνωμένων Εθνών. Η συνομοσπονδία όχι»

«Το ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή κατάσταση μπορεί να αντέξει στο χρόνο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι και το επισημαίνει και ο ΓΓ του ΟΗΕ στην έκθεσή του. Είναι η πραγματικότητα ότι παίζουμε στις καθυστερήσεις του Κυπριακού»

Της Αλεξίας Καφετζή

Το Κυπριακό βρέθηκε άξαφνα και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. «Ο πρώτος λόγος, έχει να κάνει με τον πανικό και το «σύγκρυο» που εύλογα κατέλαβε ολόκληρη την πολιτική ηγεσία, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο να βρεθούμε με παγιωμένη την διχοτόμηση και εξασφαλισμένα τα δικαιώματα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων στην υπόλοιπη Κύπρο, όπως απορρέουν από το σύνταγμα του ’60, ακριβώς επειδή εκπέμψαμε μια εικόνα σιωπηλού συμβιβασμού με το στάτους κβο.

Ο δεύτερος λόγος, έχει να κάνει με τις εξελίξεις στην περιοχή μας, καθώς και την ενέργεια και τους υδρογονάνθρακες. Βρισκόμαστε ενόψει τεκτονικών αλλαγών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτές οι αλλαγές μπορούν να δημιουργήσουν μια εξαιρετική ευκαιρία για επίλυση του εθνικού μας θέματος, μόνο όμως εάν το Κυπριακό βρίσκεται στην ατζέντα της διεθνούς συζήτησης. Γιατί εάν δεν βρίσκεται, τότε, όπως πολλοί έχουν πλέον αντιληφθεί, το θέμα δεν θα είναι η λύση του αλλά η διαχείριση των «πραγματικοτήτων» του, με τρόπο που να μην ενοχλούνται τα πολλά και σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή μας».

Για τα πιο πάνω και για το Κυπριακό σε ευρύτερο πλαίσιο, η «24» μίλησε με τον κ. Μιχάλη Σοφοκλέους, Διευθυντή του Ιδρύματος Γλαύκος Κληρίδης και πρώην Διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου κ. Νίκου Αναστασιάδη.

Πως βρέθηκε άξαφνα το Κυπριακό και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Είναι δύο οι λόγοι πιστεύω για τους οποίους το Κυπριακό, από το δεύτερο πλάνο στο οποίο είχε ξεπέσει μετά το Κράν Μοντανά βρέθηκε όλως αιφνιδίως να μας απασχολεί ξανά και έντονα. Ο πρώτος, έχει να κάνει με τον πανικό και το «σύγκρυο» που εύλογα κατέλαβε ολόκληρη την πολιτική ηγεσία, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο να βρεθούμε με παγιωμένη την διχοτόμηση και εξασφαλισμένα τα δικαιώματα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων στην υπόλοιπη Κύπρο, όπως απορρέουν από το σύνταγμα του ’60, ακριβώς επειδή εκπέμψαμε μια εικόνα σιωπηλού συμβιβασμού με το στάτους κβο. Περάσαμε «δίπλα» από την πλήρη απαξίωση της διεθνούς κοινότητας και του ΟΗΕ, αλλά και από την αποχώρηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, εφόσον δεν είχαμε απάντηση στο βασικό ερώτημα κάθε ξένου παράγοντα που διερωτάτο «Γιατί να ασχοληθώ εγώ με το Κυπριακό από την ώρα που οι Κύπριοι δεν καίγεστε και όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε τη δουλειά μας;».

Ο δεύτερος λόγος, έχει να κάνει με τις εξελίξεις στην περιοχή μας, καθώς και την ενέργεια και τους υδρογονάνθρακες. Βρισκόμαστε ενόψει τεκτονικών αλλαγών στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αυτές οι αλλαγές μπορούν να δημιουργήσουν μια εξαιρετική ευκαιρία για επίλυση του εθνικού μας θέματος, μόνο όμως εάν το Κυπριακό βρίσκεται στην ατζέντα της διεθνούς συζήτησης. Γιατί εάν δεν βρίσκεται, τότε, όπως πολλοί έχουν πλέον αντιληφθεί, το θέμα δεν θα είναι η λύση του αλλά η διαχείριση των «πραγματικοτήτων» του, με τρόπο που να μην ενοχλούνται τα πολλά και σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή μας.

Δεν είναι άδικο να πιστεύει κάποιος ότι η δική μας πλευρά δεν ενδιαφέρεται για τη λύση;

Είναι σωστός ο προβληματισμός σας, αλλά αυτό που έχει περισσότερη σημασία δεν είναι ποιο είναι το δίκαιο και πιο το άδικο αλλά ποιες είναι οι εντυπώσεις που δημιουργούνται. Στην μεν δική μας πλευρά, πέραν των προεδρικών εκλογών δείξαμε ότι προχωρούμε τις ζωές μας, που πλέον βελτιώνονται, αλλά και τις περιφερειακές συνεργασίες και τους ενεργειακούς σχεδιασμούς μας, με σθεναρές – προς το παρόν – πλάτες. Για το Κυπριακό δεν αναλάβαμε καμία πρωτοβουλία. Την ίδια στιγμή, τα κατεχόμενα εξισλαμίζονται ραγδαία, όπως ραγδαία είναι η ανάπτυξη στις κατεχόμενες περιουσίες μας. Το κοσμοπολίτικο Τουρκοκυπριακό στοιχείο βρίσκεται υπό καθαρή απειλή. Ο διεθνής παράγοντας έχει πολύ πιο επείγοντα προβλήματα να θέσει ως προτεραιότητα, παρά να ξαναμπεί στην περιπέτεια ενός ζητήματος, του οποίου σήμερα οι εντάσεις δείχνουν «ελεγχόμενες». Δημιουργήθηκε έτσι ένα σκηνικό με βάση το οποίο όλοι φαίνονται να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους, παρακάμπτοντας τον «βραχνά» του Κυπριακού.

Τι άλλαξε όμως σήμερα σε σχέση με ένα χρόνο πριν και το Κραν Μοντανά;

Αυτό που έχει αλλάξει δραματικά είναι η διεθνής συγκυρία. Προσωπικά, πίστευα από πριν το Κράν Μοντανά ότι η χρονική στιγμή δεν ήταν καθόλου η κατάλληλη. Ιδιαίτερα από την ώρα που η Τουρκία την συγκεκριμένη περίοδο είχε αποκόψει κάθε γέφυρα επικοινωνίας τόσο με τις ΗΠΑ, όσο και με την ΕΕ. Δεν μιλούσαν καν εκείνη την περίοδο. Και από την ώρα που δεν μιλούσαν, ποιος ήταν εκείνος που θα πίεζε την Τουρκία να υποχωρήσει και στη βάση ποιου ευρύτερου πλαισίου;

Σήμερα όμως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Οι δυτικοί έχουν γονατίσει οικονομικά την Τουρκία. Ο Ερτογάν ήδη κάνει την «κωλοτούμπα» για να τα βρει μαζί τους, προβαίνοντας ακόμη και σε συμβολικές κινήσεις όπως την επίσκεψη στη Γερμανία και Ολλανδία, την απελευθέρωση του πάστορα και τον χειρισμό της στυγνής δολοφονίας του Κασόγκι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα παραγνωρίσουν ποτέ τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας και θέλουν διακαώς να αντιστρέψουν τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Από την άλλη όμως, η έλλειψη εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε τους έχει οδηγήσει στην ανάγκη δημιουργίας ενός εναλλακτικού άξονα που θα ξεκινά από τα Δυτικά Βαλκάνια, θα περνά από την Ελλάδα και την Κύπρο και θα καταλήγει στο Ισραήλ. Η Ευρώπη επιζητά εναγωνίως την μερική απεξάρτηση από την Ρωσική ενέργεια. Την ίδια ώρα το θέμα της Συρίας, έφθασε η στιγμή που με κάποιο τρόπο να επιλυθεί.

Σε αυτή την εξίσωση μπορούμε πλέον να μπούμε και εμείς με αιχμή του δόρατος τις περιφερειακές συμμαχίες που έχουμε κτίσει με πολύ κόπο. Και είναι γι’ αυτό που πιστεύω ότι τώρα να είναι η στιγμή της επίλυσης του Κυπριακού. Φτάνει βέβαια να ξέρουμε και τι θέλουμε. Διότι πολλές φορές δίνουμε την εντύπωση ότι δεν ξέρουμε…

Πως μπορεί ο πολίτης να επιθυμεί μια μορφή λύσης από την ώρα που η ίδια η ηγεσία του δείχνει να μην συμφωνεί ούτε στα βασικά;

Έχετε απόλυτο δίκαιο σε αυτό που με ρωτάτε και πολύ περισσότερο δίκιο έχουν οι πολίτες που παρακολουθούν με αγανάκτηση την πολιτική ηγεσία να εκπέμπει την εικόνα ότι βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση για το τι επιδιώκουμε. Μια εικόνα που γίνεται ακόμη πιο δραματική λόγω της κατάστασης του Εθνικού Συμβουλίου, η οποία καθόλου δεν μας τιμά. Και είναι η ηγεσία εκείνη που θα έπρεπε να απαντήσει πρώτη τα βασικά ερωτήματα του Κυπριακού στους πολίτες, αντί να παίζει το μικροπολιτικό παιγνίδι που παρακολουθούμε εις βάρος του εθνικού ζητήματος.

Ποια όμως είναι τα βασικά αυτά ερωτήματα;

Θα προσπαθήσω να παραθέσω τα τέσσερα βασικά ερωτήματα όπως εγώ τα αντιλαμβάνομαι:

Το πρώτο ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή κατάσταση μπορεί να αντέξει στο χρόνο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι και το επισημαίνει και ο ΓΓ του ΟΗΕ στην έκθεσή του. Είναι η πραγματικότητα ότι παίζουμε στις καθυστερήσεις του Κυπριακού. Η υφιστάμενη κατάσταση μετρά την τελευταία της περίοδο και ο κίνδυνος είναι να καταλήξουμε με την Τουρκία αφέντη στο βορρά και συνεταίρο (μέσω των Τουρκοκυπρίων) στο νότο, λόγω και του συντάγματος που ήδη έχουμε.

Το δεύτερο ερώτημα είναι το τι χρειάζεται να γίνει για να βρεθεί η λύση; Το κυρίαρχο λοιπόν που χρειάζεται, είναι να συνειδητοποιήσουμε εμείς ότι για να είναι η Κύπρος ελεύθερη και ολόκληρη πρέπει να μοιραστούμε πράγματα με τους Τουρκοκυπρίους, αλλά και η Τουρκία να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να θέλει να κηδεμονεύει μια Ευρωπαϊκή χώρα στον 21ο αιώνα με εγγυητικά δικαιώματα και στρατιωτικές δυνάμεις.

Το τρίτο ερώτημα είναι γιατί να θέλουμε με το ζόρι τη λύση και να μην επιδιώξουμε ένα συμβιβασμένο διαχωρισμό; Το περιβόητο «εκείνοι απ’ εκεί και εμείς απ’ εδώ», ή τα δύο κράτη όπως πρακτικά εφαρμόζεται. Προσωπικά θεωρώ πλήρως αντεθνικό να παραχωρείς  έδαφος γιατί έτσι πιστεύεις ότι θα έχεις το κεφάλι σου ήσυχο. Και, στην πράξη, αυτό θα δημιουργήσει σύνορα με την Τουρκία εντός της Κύπρου, συνεχή ανασφάλεια, τον πλήρη και ανεμπόδιστο έλεγχο των κατεχομένων, συνεχείς απειλές σε εμάς, αλλά και πολλές επιπλοκές σε σχέση με τις περιουσίες κοκ. Εάν όμως αυτό είναι τελικά που θέλουμε, τότε καλύτερα να το συζητήσουμε μεταξύ μας και να το διαπραγματευτούμε. Γιατί αλλιώς θα έρθει από μόνο του ως ώριμο φρούτο χωρίς να πάρουμε τίποτα.

Το τέταρτο ερώτημα είναι γιατί να παραμείνουμε στην Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία και να μην αλλάξουμε τη βάση της επιδιωκόμενης λύσης; Για να αλλάξουμε όμως αυτό που ζητούμε από την διεθνή κοινότητα από το 1977 να μας βοηθήσει να πετύχουμε, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: Να συμφωνήσουμε απευθείας με την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους για μια νέα μορφή λύσης και να ενημερώσουμε από κοινού τους ξένους. Όσοι νομίζουν ότι από μόνοι μας μπορούμε να παρασπονδήσουμε, χωρίς να ανοίγει (περαιτέρω) η όρεξη της Τουρκίας από την άλλη, στην επιδίωξη της συνομοσπονδίας ή των δύο κρατών, καλά κάνουν να προσγειωθούν κατεπειγόντως. Αυτά τα αππώματα θυμίζουν την ιστορία με τα 13 σημεία που επιχειρήσαμε μονομερώς το 1963…

Εάν όμως η ΔΔΟ είναι μια κακή λύση, ή ένας οδυνηρός συμβιβασμός, θα πρέπει να μείνουμε δεσμευμένοι σε αυτή επειδή δεν έχουμε άλλη επιλογή;

Η ΔΔΟ είναι όντως ένας συμβιβασμός που έγινε το 1977, ως αποτέλεσμα της παράνομης εισβολής της Τουρκίας το 1974, ενός πολέμου που τότε χάσαμε και προσπαθούμε έκτοτε να ανατρέψουμε τις συνέπειές του με ειρηνικά μέσα. Προσωπικά όμως θεωρώ ότι πλέον, και με δεδομένη την Ευρωπαϊκή διάσταση της Κύπρου, η ομοσπονδία ως πολίτευμα μπορεί να είναι σε πολλά σημεία κατά παρασάγγας καλύτερη επιλογή από το σύνταγμα του 1960. Κυρίως, διότι η καθημερινότητα του πολίτη δεν θα έχει να κάνει με τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, αλλά με τις αρχές της κάθε πολιτείας. Εάν δηλαδή θα κτιστεί ένα σχολείο στην Πάφο, ή ένας επιχειρηματίας στη Λεμεσό θα αποταθεί για άδειες προκειμένου να κτίσει μια πολυκατοικία, ή να δημιουργήσει μια νέα επιχείρηση, δεν θα είναι θέμα που θα έχει να κάνει με τις κοινές ομοσπονδιακές αρχές, αλλά με τις αρχές που θα αφορούσαν αυτά τα ζητήματα και σήμερα.  Η κάθε πολιτεία δηλαδή θα διευθετεί από μόνη της τα του οίκου της και η κεντρική – δικοινοτική κυβέρνηση θα διευθετεί μόνο τα ζητήματα της χώρας. Να το πω αλλιώς. Ο πολίτης πολύ περισσότερο θα ενδιαφέρεται για το ποιος θα κυβερνά την πολιτεία του παρά για το ποιος είναι ο πρόεδρος της χώρας. Γι’ αυτό είναι και που προσωπικά πάντα πίστευα ότι η ομοσπονδία που επιδιώκουμε θα έπρεπε να ήταν όσο πιο χαλαρή ή αποκεντρωμένη γίνεται. Διότι με αυτό τον τρόπο αποφεύγονται οι τριβές, αλλά και λειτουργεί το κράτος πιο ομαλά, ειδικά για τον πολίτη.

Μπορεί τελικά η ΔΔΟ  να είναι λειτουργική;

Βεβαίως και μπορεί, αν και είναι αλήθεια ότι η απαίτηση των Τουρκοκυπρίων να απαιτείται η μία θετική ψήφος για όλα ανεξαίρετα τα ζητήματα και όχι μόνο για τα ζητήματα που αφορούν την πολιτική ισότητα των πολιτειών και τον δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους, έχει δυσκολέψει το θέμα. Είχαμε δηλαδή από τη μια ένα φόρτωμα εξουσιών στο κεντρικό κράτος και από την άλλη την απαίτηση των «μικρών βέτο», προβλήματα που άμεσα πρέπει να ξεπεραστούν τόσο μειώνοντας τις ομοσπονδιακές εξουσίες, όσο περιορίζοντας τα θέματα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν αδιέξοδα, αλλά και θεσπίζοντας τον μηχανισμό επίλυσης των αδιεξόδων αυτών. Στο τέλος της ημέρας ωστόσο, είτε την ομοσπονδία είτε οποιαδήποτε άλλη λύση και να συζητούσαμε, το να πετύχει με τον καλύτερο τρόπο απαιτεί το σταδιακό κτίσιμο της απαραίτητης εμπιστοσύνης.

Η αποκεντρωμένη ομοσπονδία δεν προσομοιάζει στη συνομοσπονδία που επιζητούσε πάντα ο Ραούφ Ντεκτάς;

Σε καμία περίπτωση. Η συνομοσπονδία προβλέπει την κυριαρχία να προέρχεται από τα κρατίδια ή τα κράτη που την αποτελούν, τα οποία παραχωρούν τα ίδια εξουσίες στην κεντρική κυβέρνηση, μπορούν από μόνα τους να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες  και μπορούν ανά πάσα στιγμή μονομερώς να αποσχιστούν. Από την άλλη, στην ομοσπονδία, η κυριαρχία είναι του κεντρικού κράτους και αυτό είναι που παραχωρεί μέρος της στις πολιτείες, ενώ κανείς δεν μπορεί να αποσχιστεί από μόνος του. Σήμερα, το μόνο ίσως παράδειγμα που προσομοιάζει με συνομοσπονδία είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, από την οποία, αποφάσισε πρόσφατα να φύγει η Μεγάλη Βρετανία. Από την άλλη, υπάρχουν 25 ομοσπονδίες σε όλο τον κόσμο, οι οποίες καλύπτουν το 40% του πληθυσμού της γης. Ως συνομοσπονδίες που εξελίχθηκαν σε ομοσπονδίες ξεκίνησαν να είναι οι ΗΠΑ και η Ελβετία, ενώ το κοντινότερο ίσως παράδειγμα ομοσπονδίας με αυτό που επιδιώκεται στην Κύπρο σήμερα, είναι το Βέλγιο ή και ο Καναδάς. Η χαλαρή ομοσπονδία είναι εντός των παραμέτρων των Ηνωμένων Εθνών. Η συνομοσπονδία όχι. Ο δε αριθμός των εξουσιών δεν είναι ο ίδιος σε κανένα από τα πολλά παραδείγματα ομοσπονδιών στον κόσμο σήμερα, με την ενότητα των κρατών να μην τίθεται σε αμφιβολία.

Κατά την άποψή σας πως πρέπει σήμερα να προχωρήσουμε;

Το πρώτο που απαιτείται είναι να ανακτήσουμε την αξιοπιστία μας σε σχέση με την πραγματική μας βούληση και επιθυμία να επιλύσουμε το Κυπριακό. Αυτή η αξιοπιστία είναι απαραίτητη και για το εθνικό ζήτημα και για τις περιφερειακές μας συνεργασίες και για τη δυνατότητα να προχωρήσουμε αποτελεσματικά στους ενεργειακούς μας σχεδιασμούς. Επενδύω πολλά στην αναβίωση της συζήτησης μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Τουρκοκύπριου ηγέτη. Η απουσία της έχει κάνει ζημιά και στους ίδιους αλλά και στις δύο μας κοινότητες. Χωρίς ποτέ να παραγνωρίζουμε ότι, όντως, το κλειδί του κυπριακού το κρατά η Τουρκία, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό το κλειδί δεν θα μπει ποτέ στην κλειδαρότρυπα εάν εμείς δεν το προσπαθούμε με τόλμη, ειλικρίνεια, αλλά και προσπαθώντας να εκμεταλλευθούμε τις διεθνείς συνθήκες και συγκυρίες. Σήμερα αυτές οι συγκυρίες δημιουργούνται.

Αναφερθήκατε στους υδρογονάνθρακες. Πιστεύετε ότι η Τουρκία θα προσπαθήσει να παρεμποδίσει την προγραμματισμένη γεώτρηση της ExxonMobil;

Όχι, δεν το πιστεύω. Δεν θα κινηθεί η Τουρκία εις βάρος των Αμερικανικών συμφερόντων. Δεν την παίρνει να κάνει κάτι τέτοιο. Θα επιχειρήσει ωστόσο να αμφισβητήσει τόσο την Κυπριακή ΑΟΖ και την δυνατότητά μας να αξιοποιήσουμε τους υδρογονάνθρακές μας, όσο και την επιρροή του Καστελλόριζου στο πως διαμορφώνονται οι ΑΟΖ Κύπρου, Ελλάδας και Αιγύπτου. Με ανησυχεί τόσο η προοπτική μιας παράνομης Τουρκικής γεώτρησης σε σημείο εντός της Κυπριακής ΑΟΖ και με ανησυχεί ακόμη μια πιθανή έκρυθμη κατάσταση και ένα  θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει να τρυπήσει σε σημείο που αμφισβητεί την Ελληνική Ανεξάρτητη Οικονομική Ζώνη. Γιατί, σε αυτό το ενδεχόμενο, η Ελλάδα δεν θα έχει άλλη επιλογή από του να αντιδράσει, με ότι αυτό θα σημαίνει. Η απουσία δε του οποιουδήποτε διαλόγου στο Κυπριακό, διευκολύνει την Τουρκία στο να προβεί σε τέτοιες προκλητικές και προβοκατόρικες ενέργειες. Θα πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο γεμάτη ευκαιρίες από τη μια και κινδύνους από την άλλη. Το ποιο από τα δύο θα επικρατήσει, θα εξαρτηθεί σημαντικά και από τις δικές μας ενέργειες και στάση. Με δεδομένο πάντα, επαναλαμβάνω, ότι η παραμονή στην υφιστάμενη κατάσταση δεν είναι τίποτα άλλο πάρα μια ουτοπία.