Βία στο σχολείο, δέχονται οι έφηβες μετανάστριες…

Αποκαλυπτική έρευνα του MIGS παρουσιάστηκε σε εκδήλωση για τα «άλλα» παιδιά της πολυπολιτισμικής Κύπρου

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Οι εκπαιδευτικές πολιτικές, δεν αντιμετωπίζουν τον θεσμικό ρατσισμό και την ανισότητα, που λειτουργούν σε καθημερινή βάση, ενισχύοντας την άμεση ή έμμεση βία που δέχονται τα κορίτσια μετανάστες, στα πλαίσια του σχολείου και παρόλο αυτό, οι νεαρές μετανάστριες και οι οικογένειές τους, επενδύουν σημαντικά στον θεσμό του σχολείου ως μέσου επίτευξης «καλύτερης ζωής» – όμως αυτή η επένδυση, συχνά οδηγεί σε άδικες διαπραγματεύσεις όσον αφορά την αντίδρασή τους σε περιπτώσεις εκφοβισμού, με σεξιστικά και ρατσιστικά στοιχεία», αναφέρεται μεταξύ άλλων σε πρόσφατη έρευνα της μη κυβερνητικής οργάνωσης Μεσογειακό Ινστιτούτο Μελετών Κοινωνικού Φύλου (MIGS). «H αντίδραση σε εκφοβισμό καταπιέζεται (δεν αποτελεί επιλογή) και πάντα τυγχάνει διαπραγμάτευσης, μπροστά στη διακινδύνευση περαιτέρω ετεροποίησης (othering) και περιθωριοποίησης», επισημαίνεται στην έρευνα και προστίθεται: «Μέσα στο πλαίσιο της σχολικής κουλτούρας,  τα παιδιά που γίνονται θύματα bullying και αντιδρούν, περιθωριοποιούνται περαιτέρω, αφού για ένα κορίτσι μετανάστη, είναι δυσκολότερο να αντιδράσει, γιατί μπορεί να ρισκάρει περαιτέρω την ένταξη της μέσα στο σχολικό περιβάλλον. Βλέπουμε ότι  γίνεται μια διαπλοκή της εθνικότητας, του φύλου και της κουλτούρας των νέων, ως αντίδραση της στον εκφοβισμό». Την έρευνα για τις νεαρές μετανάστριες στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παρουσίασε  η Τζόζη Χριστοδούλου, Συντονίστρια Πολιτικής στο MIGS, στη διάρκεια εκδήλωσης με θέμα, «Τα «άλλα» παιδιά – διακρίσεις και ρατσισμός σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία;», που οργάνωσε το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018 στη Λευκωσία, το Παρατηρητήριο Ισότητας Κύπρου και η Σοσιαλιστική Γυναικεία Κίνηση. Βασικές εισηγήτριες στην εκδήλωση, ήταν επίσης οι Διευθύντριες σε σχολεία Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης, αντίστοιχα,  Έλενα Περικλέους και Ελένη Γιαννακού.

Να συνυπάρχουν αρμονικά, παιδιά

«Εμείς και τα παιδιά μας, νιώσαμε την προσφυγιά στο πετσί μας και σε πολλές περιπτώσεις, νιώσαμε ότι είμαστε παιδιά ενός κατώτερου θεού, στην ίδια την κοινωνία μας. Είναι λοιπόν ένας παραπάνω λόγος να ευαισθητοποιηθούμε και να δείξουμε την αλληλεγγύη μας προς τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες και τα παιδιά τους που βρίσκονται στην πατρίδα μας και να τους αντιμετωπίσουμε ως ισότιμους με εμάς», είπε μεταξύ άλλων προσφωνώντας την εκδήλωση η Κατερίνα Φλουρέντζου Μελισσηνού, Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Ισότητας Κύπρου.

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η σύντομη παρέμβαση της Ρούλας Μαυρονικόλα, Προέδρου της Σοσιαλιστικής Γυναικείας Κίνησης, που επεσήμανε επιπρόσθετα, ότι «τα τελευταία χρόνια, σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, βιώνουμε το φαινόμενο του ρατσισμού και της ξενοφοβίας που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, ακόμα και με την άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας – και η Κύπρος επηρεάζεται άμεσα, αφού λόγω της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει καταστεί σημαντική χώρα διέλευσης κι εγκατάστασης. Σήμερα πέραν των 200 εκατομμυρίων ανθρώπων, ζουν εκτός του τόπου καταγωγής τους. Η δική τους ιστορία είναι και δική μας ιστορία, 1974 – 2018. Είμαστε ένας λαός που βιώσαμε την καταστροφή, την προσφυγιά, την ανασφάλεια του πολέμου. Εμείς είμαστε η γενιά του πολέμου – εμείς που τρέχαμε να σωθούμε από τις τουρκικές βιαιότητες, που ζήσαμε σε καταυλισμούς, στις ουρές για ένα κομμάτι ψωμί, για ένα ρούχο, που χάσαμε τα σπίτια μας, την αξιοπρέπειά μας, την ταυτότητά μας. Πολλοί από εμάς ξενιτεύτηκαν για μια καλύτερη ζωή. Ασυνόδευτα παιδιά, ταξιδέψαμε με το πλοίο, τα περισσότερα για την Ελλάδα, για μια καλύτερη, ασφαλή ζωή. Μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, είχαμε την ίδια κουλτούρα κάποιοι μας αγάπησαν, κάποιοι όμως, μας χρησιμοποίησαν, πιθανόν με αγάπη… Είμαστε εμείς που σήμερα κυβερνούμε αυτή τη χώρα, που αμφισβητούμε την ανάγκη των ανθρώπων που βρήκαν ασφάλεια στη χώρα μας, να ζήσουν με αξιοπρέπεια στη χώρα φιλοξενίας, μέχρι την ασφαλή επιστροφή στη δική τους πατρίδα. Είμαστε εμείς που ζητούμε αντισταθμιστικά μέτρα για να φιλοξενήσουμε ασυνόδευτα παιδιά στη γειτονιά μας, στην κοινότητά μας. Είμαστε εμείς, που επιτέλους έχουμε υποχρέωση έναντι του εαυτού μας, της ιστορίας του πολυβασανισμένου νησιού μας, να δημιουργήσουμε μια κοινωνία όπου θα συνυπάρχουν αρμονικά, παιδιά και όχι να υπάρχουν παιδιά, και «άλλα» παιδιά».

Σύντομη παρέμβαση στην εκδήλωση, έκανε και η Επίτροπος Ισότητας των Φύλων Ιωσηφίνα Αντωνίου, που τόνισε ότι «αναμφίβολα η μετανάστευση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα, αλλά ως ένα φαινόμενο με κοινωνικές, πολιτισμικές και κοινωνικές προεκτάσεις και δεν είναι δυνατό να αναμένουμε να υπάρξει ένταξη μεταναστών, χωρίς τις αναγκαίες πολιτικές αλλαγές κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και των διακρίσεων. Η ένταξη στην κοινωνία – πρόσθεσε – περνά μέσα από την εκπαίδευση και αυτό επιδιώκει η εκπαιδευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η εκπαίδευση αποτελεί ένα βασικό συντελεστή κοινωνικής ενσωμάτωσης των παιδιών, στις χώρες υποδοχής τους. Η διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των νεαρών μεταναστών και μεταναστριών στο εκπαιδευτικό σύστημα, αναδεικνύεται ως θέμα πρωταρχικής σημασίας, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το σεβασμό των δικαιωμάτων τους. Τα εκπαιδευτικά συστήματα, οφείλουν να λειτουργούν χωρίς αποκλεισμούς. Είναι ένα μεγάλο βήμα, τα παιδιά να μαθαίνουν και να λαμβάνουν σημαντικά εφόδια για τη ζωή τους, να γίνονται μέρος των κοινωνιών μας, να αγαπούν τις χώρες μας και  να αρχίσουν ξανά να ονειρεύονται. Γιατί όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα να ονειρεύονται και εμείς η Πολιτεία, οι κοινωνικοί φορείς, έχουμε την υποχρέωση να παρέχουμε όλα τα εφόδια για να πραγματοποιήσουν αυτά τα όνειρά τους».

Αναπαραγωγές μορφών σεξισμού-ρατσισμού

Να σημειώσουμε ότι ανάμεσα στα ευρήματα της έρευνας του Μεσογειακού Ινστιτούτου Μελετών Κοινωνικού Φύλου που παρουσίασε η Τζόζη Χριστοδούλου, είναι η διαπίστωση ότι «πολλές φορές η βία που αντιμετωπίζουν οι νεαρές μετανάστριες, συσχετίζεται με ρατσιστικά και έμφυλα στερεότυπα και κατηγοριοποιήσεις στη χώρα υποδοχής και συνδέεται με τους περιορισμούς που τίθενται από τα νομιμοποιημένα μεταναστευτικά μοντέλα». Στην έρευνα μεταφέρεται συγκεκριμένο παράδειγμα αυτού του συσχετισμού, που όπως είπε η κυρία Χριστοδούλου, «είναι η κοινωνική αντανάκλαση ρατσισμού στη συμπεριφορά της μετανάστριας μαθήτριας, που απάντησε ερωτώμενη στο πλαίσιο της έρευνας, «είμαι υπάκουη, δεν θέλω να έχει κανένας παράπονο». Πρόσθεσε η κυρία Χριστοδούλου ότι «ενδιαφέρον είναι και το γεγονός, ότι σχεδόν όλες οι μετανάστριες μαθήτριες που συμμετείχαν στην έρευνα, διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τα «παλιοκόριτσα», ταυτόχρονα υπονοώντας ότι υπάρχουν καλοί και κακοί (ηθικά) μετανάστες. Οι μεταναστευτικές κατηγορίες και τα στερεότυπα που τους προσκολλούνται από την ευρύτερη κοινωνία – ανέφερε η Τζόζη Χριστοδούλου – επαναλαμβάνονται και αναπαράγονται στα πλαίσια του σχολείου, με τις ανάλογες επιπτώσεις στα κορίτσια μετανάστριες, κάνοντας την ενσωμάτωση και το αίσθημα του ανήκειν, ακόμα πιο προβληματικό. Ορίζουν την ταυτότητα τους και με βάση άλλες κατηγορίες μεταναστών και αυτό είναι σημαντικό, γιατί πολλές φορές, αυτό αναπαράγει περαιτέρω μορφές σεξισμού/ρατσισμού».

Ιδιωτικοποίηση της έμφυλης βίας

«Το ερώτημα είναι, πώς ανταποκρίνεται η εκπαίδευση σε αυτό;», ανέφερε η Συντονίστρια του MIGS. «Στα προηγούμενα ευρήματα», συνέχισε, «βλέπουμε ότι και οι ίδιες οι μετανάστριες υιοθετούν ρατσιστικές διαλεκτικές της κοινωνίας υποδοχής, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή δομικών μορφών ρατσισμού και σεξισμού, αλλά και για ιεραρχική τοποθέτηση τους, σε σχέση με άλλες εθνοτικές ομάδες. Περαιτέρω, η αντίδραση σε σεξουαλικά σχόλια ή παρενόχληση, θεωρείται ιδιωτική υπόθεση και κάτι που πρέπει να χειριστεί το ίδιο το κορίτσι. Σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε το σχολείο, ως μέσο που θα μπορούσαν να αποταθούν για προστασία, από τέτοιου είδους συμπεριφορές. Αυτή η ιδιωτικοποίηση θεμάτων έμφυλης και ρατσιστικής βίας, αντανακλά τη σιωπή που επικρατεί στα πλαίσια του σχολείου, για αναγνώριση περιστατικών, ως τέτοια. Αντίθετα, ρατσιστικά και σεξιστικά περιστατικά, γίνονται αόρατα κάτω από γενικές κατηγοριοποιήσεις, όπως αντι-κοινωνική συμπεριφορά και νεανική παραβατικότητα. Αυτό αντανακλά και μια γενικότερη απουσία του παράγοντα της μετανάστευσης, από τις εκπαιδευτικές πολιτικές για ένταξη και διαπολιτισμική εκπαίδευση, οι οποίες εστιάζονται σχεδόν αποκλειστικά, στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας και σε περιορισμένη ενημέρωση για την κουλτούρα ορισμένων ομάδων, χωρίς να αντιμετωπίζουν τον θεσμικό ρατσισμό και την ανισότητα, που λειτουργούν σε καθημερινή βάση, ενισχύοντας την άμεση ή έμμεση βία που δέχονται τα κορίτσια μετανάστες, στα πλαίσια του σχολείου. Επιπλέον, αυτή η αποκλειστική εστίαση στην παροχή γλωσσικής υποστήριξης και στην ενημέρωση για θέματα των κουλτούρων των μεταναστών, δεν λαμβάνει υπόψη, την αναπροσαρμογή της κουλτούρας των μεταναστών, καθώς και τις υβριδικές ταυτότητες που αναπτύσσουν τα παιδιά μεταναστών, στην προσπάθεια τους να ενσωματωθούν και να «ανήκουν» στο νέο κοινωνικό τους περιβάλλον». (σ. σ. η έρευνα περιέλαβε την περίπτωση παιδιού από την Ουκρανία, που έγραψε σε σχολική έκθεση, ότι είναι από την Κύπρο και όχι από την Ουκρανία). Ένα άλλο σημαντικό εύρημα της έρευνας, σύμφωνα με την κυρία Χριστοδούλου, «είναι ότι τα παιδιά αυτά επενδύουν πολλά στη σχολική επιτυχία, σαν μέσο εξασφάλισης μελλοντικής ποιότητας ζωής και σαν εκπλήρωση γονικών προσδοκιών. Όμως αυτή η επένδυση, για να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα, δηλαδή την παροχή ίσων μελλοντικών ευκαιριών ανέλιξης και προόδου, θα πρέπει να συνοδεύεται από ενδυνάμωση των μαθητών και μαθητριών σε ακαδημαϊκό και προσωπικό επίπεδο, πέραν της εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας». Στο σημείο αυτό, η Τζόζη Χριστοδούλου ανέφερε ένα προσωπικό της παράδειγμα: «Έχω μια κόρη οκτώμισι χρόνων», είπε «και έχει στην τάξη της ένα κοριτσάκι από τη Συρία που πρόσφατα ήρθε στο σχολείο. Μου είπε ότι στα διαλείμματα, μόλις τα άλλα παιδιά πάνε κοντά της, το κοριτσάκι αυτό τους φωνάζει και τους κλοτσά, θυμώνει και δεν μπορούν να την προσεγγίσουν. Μου είπε ότι μέσα στην τάξη, αυτή η συμμαθήτριά της, απλώς κάθεται και ζωγραφίζει και δεν συμμετέχει – δεν θα συμμετάσχει ούτε και στη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Ζούμε σε μια εποχή, όπου τα παιδιά μας που μεγαλώνουν τώρα, προσπαθούν τα ίδια να βρουν το χώρο τους μέσα στο σχολείο και έπιασα τον εαυτό μου να πιέζω το δικό μου παιδί να «ανοίξει» με τους φίλους της το χώρο, ώστε να δεχτούν αυτό το κοριτσάκι… νιώθω μια πίεση που ασκείται στα παιδιά, για να εντάξουν άλλα παιδιά, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα δεν κάνει καμιά προσπάθεια. Κι αυτό με στενοχωρεί ιδιαίτερα»…

Συστάσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα

Η έρευνα του MIGS περιλαμβάνει συστάσεις, κάποιες από τις οποίες είναι «να γίνεται κατανομή του σχολικού χρόνου, έτσι ώστε να εξηγήσουν στους μαθητές/τριες, έννοιες όπως η μη-διάκριση, ο σεξισμός, τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και να τους βοηθήσουν να κατανοήσουν το φαινόμενο της μετανάστευσης. Σε αντίθεση με τις επανειλημμένες εξυμνήσεις της ποικιλομορφίας, αυτό θα προσφέρει μια καλύτερη αντίληψη της ποικιλομορφίας, από τη σκοπιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι μόνο από πολιτισμική σκοπιά». Συστήνεται επίσης, να γίνεται «υποχρεωτική εξειδικευμένη εκπαίδευση που θα βοηθήσει τους δασκάλους να έχουν περισσότερη αυτοπεποίθηση σχετικά με τη διδασκαλία σε πολυπολιτισμικά σχολεία». Τέλος συστήνεται όπως «τα σεξιστικά και ρατσιστικά περιστατικά, να αρχειοθετούνται σε ένα σύστημα συλλογής δεδομένων, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το σχεδιασμό  πολιτικών που να ανταποκρίνονται σε αυτά τα δεδομένα».

 Ένα πόδι στην πατρίδα, ένα στην καινούρια χώρα

Μια «ιστορία για τη φυγή», με επίκεντρο «ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια», έγραψε και παρουσίασε στην εκδήλωση, η Έλενα Περικλέους Διευθύντρια Δημοτικού σχολείου, με πρωταγωνιστή ένα ορφανό προσφυγόπουλο, που φορώντας τα πάνινα παπούτσια του και για να ξεφύγει από τον πόλεμο στην πατρίδα του, καταφεύγει σε μια βάρκα μαζί με άλλους και τελικά σε μια νέα πατρίδα και ένα νέο σχολείο. «Τώρα πια», είπε η κυρία Περικλέους, «είχε ένα κανονικό ζευγάρι παπούτσια. Ρούχα καθαρά. Φαγητό. Πήγαινε στο σχολείο και είχε αρχίσει να μαθαίνει αυτή την καινούρια γλώσσα. Τα πάνινα παπούτσια χαμογελούσαν στο ράφι. Αστραφτερά και λευκά. Ο ήχος που σκοτώνει, είχε σωπάσει. Για πάντα; Ιστορίες φυγής και ξεριζωμού. Ιστορίες αποξένωσης και απομόνωσης, που θα επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Αιτία ο πόλεμος, το καθεστώς, η φτώχια η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Και γίνεσαι πρόσφυγας, γίνεσαι εκείνος που αναγκαστικά εγκαταλείπει τον τόπο μόνιμης διαμονής και κατοικίας και για διάφορους λόγους προσφεύγεις  σε άλλη χώρα. Ή και μετανάστης γίνεσαι – αυτός που μεταναστεύει, που αλλάζει τόπο διαμονής, συνήθως για να βρει δουλειά. Λέξεις συνώνυμες στην εποχή μας. Και η πρώτη αγκαλιά, μπορεί και η μόνη αγκαλιά που βρίσκουν ή θα έπρεπε να βρίσκουν τα παιδιά, είναι η σχολική αγκαλιά. Γιατί το σχολείο, πέρα από εκπαιδευτικό πλαίσιο, είναι πρωτίστως κοινωνικό πλαίσιο και πρέπει μέσα στο πλαίσιο αυτό να ξαναρχίσουν τα παιδιά των προσφύγων, τα παιδιά των μεταναστών να ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους. Να ξαναρχίσουν να βαδίζουν με αστραφτερά λευκά παπούτσια σε καινούρια μονοπάτια. Μιλάμε για παιδιά που ζουν στην εξορία με τη νοσταλγία να τα καθορίζει. Μέσα στη σχολική τους τσάντα, δεν κουβαλούν βιβλία τετράδια και μολύβια, αλλά ένα σωρό λυπητερές ιστορίες και ένα τσούρμο εξαφανισμένα πρόσωπα. Αν κοιτάξετε προσεκτικά και υποψιασμένα, θα τα δείτε να περπατούν με ένα παράξενο τρόπο. Ένα πόδι στην πατρίδα, ένα πόδι στην καινούρια χώρα προσωρινής ή λιγότερο προσωρινής διαμονής. Μοιάζουν με μαριονέτες. Δεν θέλουν τα παιδιά αυτά, να είναι διαφορετικά. Δεν θέλουν να ξεχωρίσουν . Θέλουν να ξαναγράψουν την ιστορία τους, με μια δόση κανονικότητας.  Τις πιο πολλές φορές, οι τάξεις υποδοχής, όπου υπάρχουν, είναι  χώροι που επιδεικνύουν έντονη απουσία ενδιαφέροντος για άλλους πολιτισμούς. Αγνοούν τον κίνδυνο της αφομοίωσης.  Γιατί ναι, πιστέψτε με, είναι κίνδυνος η αφομοίωση, τους αφήνει λειψούς,  τους ακρωτηριάζει. Κάθε φορά που ένας μετανάστης, ένας πρόσφυγας αφομοιώνεται εκούσια ή ακούσια, θυσιάζει ένα μέρος του σώματος του. Επικρατεί σε αυτούς τους χώρους, μια άρνηση ουσιαστικής αποδοχής της κουλτούρας του, της γης του, της ταυτότητάς του και κυρίως της γλώσσας του. Η γλώσσα μας είναι ο κόσμος μας. Όταν μας στερούν τη γλώσσα μας, μας στερούν τον κόσμο μας και αυτό συμβαίνει με τους μετανάστες. Η γλώσσα τους σε μια ξένη χώρα, γίνεται μια χαμένη γλώσσα, της οποίας οι λέξεις δεν αρθρώνονται γιατί, αν την μιλήσουν την ξένη γλώσσα, θα υπογραμμίσουν, θα φωνάξουν πως είναι ξένοι. Η γλώσσα περιορίζεται στους τοίχους του σπιτιού. Ανάμεσα σε δυο γονείς και στο παιδί ή τα παιδιά και χάνει τη δύναμή της. Υποχωρεί και συρρικνώνεται, μπροστά στην παντοδυναμία της καινούριας γλώσσας. Της επίσημης γλώσσας στη χώρα υποδοχής. Η μητρική γλώσσα πρέπει να κρατηθεί ζωντανή και να συνυπάρξει με την καινούρια γλώσσα. Η μάχη των γλωσσών πρέπει να πάψει».

Ούτε το χρώμα, ούτε το άρωμα του οίκτου

«Το ζητούμενο για το σχολείο, για τον κάθε εκπαιδευτικό, είναι οι 1500 αποφάσεις που κάθε μέρα, σύμφωνα με τις έρευνες παίρνει, να είναι αποφάσεις συμπερίληψης και όχι αποκλεισμού», είπε η Έλενα Περικλέους. «Και μάλιστα», πρόσθεσε, «θα πρέπει η συμπερίληψη να μην έχει ούτε το χρώμα ούτε το άρωμα του οίκτου, αλλά τη λάμψη της πεποίθησης, πως η διαφορετικότητα που θα προστεθεί στην ομάδα, θα μας πλουτίσει και θα μας προσθέσει. Γιατί μόνο επενδύοντας στη διαφορετικότητα, θα κάνουμε τη διαφορά». Μιλώντας στη συνέχεια εκτός κειμένου και σχολιάζοντας με βάση όσα ειπώθηκαν μέχρι εκείνη την ώρα στην εκδήλωση, η κυρία Περικλέους υπογράμμισε ότι στο θέμα του ρατσισμού «βλέπουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου και πρέπει να μπούμε πολύ πιο βαθιά και να συνειδητοποιήσουμε ότι ο ρατσισμός δεν εκδηλώνεται μόνο απέναντι στους μετανάστες και στους πρόσφυγες, αλλά σε κάθε διαφορετικότητα – σε άσχημους, χοντρούς, κοντούς, ανάπηρους, σε αυτούς που δεν είναι καλοί π. χ. στα Μαθηματικά, ή στα Ελληνικά, ή στη Μουσική ή στην Τέχνη…». παρατήρησε ότι «τα παιδιά, πολύ εύκολα απορρίπτουν, αποκλείουν και ομαδοποιούν» και επεσήμανε ότι «κάποιες φορές, η διαφορετικότητα είναι αποδεχτή και αρεστή – αν είσαι πλούσιος, ή όμορφος, ή ψηλός, ή ξανθός, εύκολα σε αποδέχονται οι άλλοι, γιατί έχεις κάτι ελκυστικό.  Π. χ. τα παιδιά των ξένων διπλωματών, είναι αλλοδαποί κι όμως είναι αποδεκτοί… Όμως η διαφορετικότητα που συνοδεύεται από τη φτώχια ή την έλλειψη φανερών ικανοτήτων, δεν γίνεται αποδεκτή…».

Αναποτελεσματικά, τα σχολικά προγράμματα…

«Δυστυχώς, κατά την γνώμη μου, όπως τα βιώνω εδώ και αρκετά χρόνια στα διάφορα σχολεία που υπηρετώ, τα περισσότερα από τα προγράμματα που εφαρμόζονται για τους μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία, είναι αναποτελεσματικά», είπε μεταξύ άλλων στη δική της ομιλία, η Ελένη Γιαννακού Βοηθός Διευθύντρια στο Γυμνάσιο Λατσιών. «Η πλειοψηφία των μαθητών», πρόσθεσε, «δεν μπορεί να παρακολουθήσει τα κοινά μαθήματα στα οποία εντάσσονται υποχρεωτικά και οι καθηγητές που διδάσκουν στις τάξεις αυτές, παρόλο που  δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί τους, πρέπει  να τους αξιολογήσουν. Γιατί τα παιδιά αυτά είναι υποχρεωμένα να παρακάθονται σε εξετάσεις, τόσο κατά τη διάρκεια του χρόνου, όσο και στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς  στα εξεταζόμενα μαθήματα. Εξαιρείται  η Ιστορία, από την οποία είναι απαλλαγμένα και τα Ελληνικά στα οποία εξετάζονται στην ύλη που έχουν διδαχτεί. Επιπλέον πρόβλημα, προκύπτει με τους μαθητές  που έρχονται στην Κύπρο στο μέσο της σχολικής  χρονιάς, γιατί αυτοί εντάσσονται στο ίδιο πρόγραμμα που ήδη λειτουργεί, ή και σε κανένα πρόγραμμα, αν εγγραφούν σε σχολείο που δεν υπάρχει κάποιο πρόγραμμα. Ο λόγος; Είναι κοντά στο σπίτι που διαμένουν ή έχουν κάποιο γνωστό από την ίδια χώρα και νιώθουν μια σχετική ασφάλεια. Έχω την άποψη ότι στα σχολεία μας, πρέπει να δημιουργηθούν τάξεις υποδοχής των παιδιών αυτών. Η διδασκαλία της γλώσσας, πρέπει να γίνεται μέσα από όλα τα γνωστικά αντικείμενα. Πρέπει να  δοθεί χρόνος στα παιδιά αυτά να εξοικειωθούν  με το καινούργιο περιβάλλον, να αναπτύξουν σχέσεις με τους καθηγητές τους, να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση. Επιβάλλεται να δημιουργηθούν προγράμματα που να τους επιτρέπουν να μεταβαίνουν γρήγορα από τη μια τάξη στην άλλη, ανάλογα με την ηλικία τους και προγράμματα που θα τα εξοικειώσουν με τη ζωή στην Κύπρο, τον πολιτισμό μας, την ιστορία μας. Οι αθλητικές δραστηριότητες, η μουσική, ο χορός, το θέατρο, η ζωγραφική, θα βοηθήσουν τα παιδιά αυτά να εκφραστούν, να δημιουργήσουν και να συνεργαστούν, γιατί στο τέλος αυτό δεν είναι και το ζητούμενο;».

Από αριστερά Κική Πογιατζή Πρόεδρος του ΣΠΑΒΟ, Κατερίνα Φλουρέντζου Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Ισότητας Κύπρου και Ρούλα Μαυρονικόλα Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Γυναικείας Κίνησης.

Πρότυπα επιτυχίας νεαρών μεταναστριών, στο εκπαιδευτικό σύστημα της Κύπρου, είναι αυτά τα τρία κορίτσια από την Αφρική, φοιτήτριες τώρα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, που ήρθαν στην Κύπρο με τους γονείς τους σε παιδική ηλικία και φοίτησαν σε δημόσια Δημοτικά σχολεία, Γυμνάσια και Λύκεια της Λευκωσίας. Την ιστορία τους αποκάλυψε ο υπογράφων, με σειρά ρεπορτάζ στην «24». Αριστερά είναι οι 18χρονες αδελφές από το Καμερούν, Ruddy–Alocha EBUA (Νικολέττα) και Edith–Britney ΑDE (Δήμητρα), κάτοικοι Λευκωσίας, πρωτοετείς φοιτήτριες στο Τμήμα Γαλλικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Δεξιά η 19χρονη Πρίσκα Τοτόρο (Prisca Totoro), παιδί μεταναστών από το Κονγκό, κάτοικος Λευκωσίας, δευτεροετής φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Φώτο: Οι τρεις εισηγήτριες στην εκδήλωση – από αριστερά Έλενα Περικλέους, Ελένη Γιαννακού και Τζόζη Χριστοδούλου.