Αγωγή από ΣΥΠΡΟΔΑΤ για αντισυνταγματικές πρόνοιες του νέου νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως

Αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με κύριο αίτημα τη δικαστική αναγνώριση, ότι ορισμένες πρόνοιες του νέου Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου είναι αντισυνταγματικές, κατέθεσαν στις 30 Ιανουαρίου του 2019 ο Σύνδεσμος Προστασίας Δανειοληπτών Τραπεζών (ΣΥΠΡΟΔΑΤ) και 15 άλλοι ιδιώτες. Εναγόμενη είναι η Τράπεζα Κύπρου.


Σύμφωνα με την αγωγή που εξασφάλισε το ΚΥΠΕ, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι πρόνοιες του νέου νόμου είναι αντισυνταγματικές και άκυρες γιατί παραβιάζουν συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος, «αφού επιτυγχάνονται εκ των υστέρων (ex post facto) νομικά αποτελέσματα» σε σχέση με τα συνταγματικά δικαιώματα μελών των εναγόντων, «παρεμποδίζοντας ή και δυσχεραίνοντας την πρόσβασή τους στο δικαστήριο και παραβιάζοντας τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών».

Επίσης, υποστηρίζουν ότι πρόνοιες του νέου νόμου παραβιάζουν συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματος, «αφού επιβάλλουν δυσανάλογο περιορισμό ή και αποτελούν μη αναγκαία για σκοπούς επίτευξης του δημοσίου συμφέροντος παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιοκτήτρια, αφού επιτρέπει τη μαζική και ταυτόχρονη εκποίηση των ακινήτων ανεξάρτητα από το ύψος του οφειλόμενου ποσού σε σχέση με την αξία του ακινήτου και ή άλλως».

Επιπλέον, οι ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η τροποποίηση του άρθρου 44Γ παραβιάζει ή και δεν είναι συμβατή με οδηγίες της ΕΕ, «αφού ενώ δεν προβλέπει ειδικά λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου ή ανακοπής λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών ή παραβίαση των υποχρεώσεων» δυνάμει των σχετικών νόμων «σε σχέση με ακίνητα που προορίζονται για κατοικία Νόμος, το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχραστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας ή και της ύπαρξης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών ή και παραβίασης» των σχετικών νόμων, «κατά την εξέταση της έκδοσης παρεμμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου δυνάται να μην εκδώσει τέτοιο μέτρο λόγω δυνατότητας εκ των υστέρων χρηματικής αποζημίωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα» των σχετικών νόμων και οδηγιών της ΕΕ.

Επίσης, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τροποποίηση του άρθρου 44Γ παραβιάζει ή και δεν είναι συμβατή «με την εμπεδωμένη στο ενωσιακό δίκαιο αρχή της αποτελεσματικότητας, εφόσον καθιστά υπερβολικά δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που χορηγούνται από την κοινοτική έννομη τάξη ήτοι το δικαίωμα αποτελεσματικής πρόσβασης σε δικαστήριο, καθώς εξουδετερώνει την άμεση ισχύ που έχει ένα εκδοθέν προσωρινό διάταγμα απαγόρευσης εκποίησης ενυπόθηκης περιουσίας με την έννοια ότι απαιτείται πέραν από την έκδοση τέτοιου διατάγματος και άλλη διαδικασία ήτοι ή καταχώρηση αίτησης/έφεσης με την οποία μεταξύ άλλων να προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης εκποίησης ενυπόθηκης περιουσίας η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος».

Οι ενάγοντες, σύμφωνα με την αγωγή, υποστηρίζουν επίσης ότι η αναδρομικότητα στο νόμο «σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιεί την αρχή της αναλογικότητας και ο σκοπός του νόμου θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να υπάρχει αναδρομική ισχύς προβλέποντας στην ουσία την ανάγκη για απλή αποστολή εκ νέου ενημερωτικών επιστολών με το καινούργιο καθεστώς ως εκ της τροποποίησης του νόμου για να μπορούν να διασφαλίσουν τα συνταγματικά δικαιώματα των δανειοληπτών».

Πηγή: ΚΥΠΕ