Αγνοείται το Κυπριακό

Το Κυπριακό δεν είναι πλέον εδώ. Χάθηκε από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, εξαφανίστηκε από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και εξοστρακίστηκε από τα πάνελ των συζητήσεων. Δεν πουλά αυτή τη στιγμή. Τα πρωτεία έχουν τα τελευταία εικοσιτετράωρα άλλα θέματα και δεν είναι λίγα, ενώ το διαχρονικά πρώτο, το εθνικό πρόβλημα κατέστη δευτερότριτο.

Του Αντώνη Άσσου

Είναι φανερό ότι το Κυπριακό έχει για την ώρα μπει στο ράφι, αν όχι στο ψυγείο. Είτε οι συγκυρίες, είτε με ευθύνη κάποιων εντός ή εκτός Κύπρου, το θέμα που όλοι ομολογούν ότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον κυπριακό λαό, έπαψε να είναι στις προτεραιότητες όσων καθορίζουν την ατζέντα τις επικαιρότητας, αλλά και του
πολιτικού κόσμου.

Μπορεί να ακουστεί και να ηχήσει λογικό, το επιχείρημα ότι δεν υπάρχουν εξελίξεις, άρα είναι λογικό το θέμα να μπει στην άκρη, έστω προσωρινά. Μα οι εξελίξεις δεν είναι αυθύπαρκτες ούτε μπορούν να προκύψουν από… παρθενογένεση. Τις προκαλείς, τις δημιουργείς, τις εκβιάζεις σε τελική ανάλυση αν θεωρείς ότι αυτό πρέπει να γίνει, αν
κρίνεις ότι σε συμφέρει να δεις κινητικότητα. Και θεωρώ ότι στο σύνολο ο πολιτικός κόσμος πιστεύει ότι η στασιμότητα και η πάροδος του χρόνου χωρίς πρόοδο, το μόνο που αποφέρει είναι παγίωση των τετελεσμένων της εισβολής, κάτι που μόνο η τουρκική πλευρά επιδιώκει και μόνο την τουρκική πλευρά και ειδικά την Άγκυρα, εξυπηρετεί. Η δική μας πλευρά, σύμφωνα με τις πάγιες διακηρύξεις όλων των πολιτικών δυνάμεων του τόπου, θέλει και επιζητεί να αναληφθούν πρωτοβουλίες και ενέργειες που οδηγούν στην αποτροπή των αποτελεσμάτων της εισβολής και της κατοχής. Εκτός κι αν η ατζέντα έχει αλλάξει και υπάρχει μεθόδευση για επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων μέσω άλλων οδών.

Πάντως γεγονός είναι ότι πέρα από κάποιες περιστασιακές δηλώσεις και νεφελώδεις αναφορές για το τι θέλουμε και ποιοι είναι οι στόχοι μας, ουσιαστικές κινήσεις και ενέργειες που να προδικάζουν κάποια ουσιαστική εξέλιξη δεν παρατηρείται. Σε λιγότερο από ένα τετράμηνo θα έχει συμπληρωθεί μια διετία από το ναυάγιο του τελευταίου γύρου
συνομιλιών, που είχε μάλιστα φτάσει όσο ποτέ άλλοτε κοντά σε λύση (κι αυτό καθ’ ομολογία όλων των εμπλεκομένων), αλλά οιωνός ότι μπορεί να έχουμε επανάληψη των διαπραγματεύσεων, δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

Αντίθετα υπάρχει οχύρωση σε πιο ακραίες θέσεις και καλλιεργείται σκληρή ρητορική που καθιστά ακόμα και την επανέναρξη των συνομιλιών προβληματική. Έστω κι αν υπάρχει η «προίκα» του διαλόγου στο Κρανς Μοντάνα. Και επειδή θεωρητικά, άτυπα, έχει τεθεί στόχος οι δυο πλευρές να επανέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου τον ερχόμενο Ιούνιο διερωτάται κανείς αν ο χρόνος είναι αρκετός μέχρι τότε να εξομαλυνθούν οι διαφορές και να στρογγυλοποιηθούν οι θέσεις, ώστε να βρεθεί κοινό έδαφος στο οποίο να πατήσουν οι
πλευρές για να ξεκινήσουν τη νέα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού.

Φαίνεται ότι όλες οι ελπίδες έχουν εναποτεθεί στην προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Τζέιν Χολ Λουτ που έχει στις προτεραιότητές της να συντάξει έγγραφο με τους όρους αναφοράς στο οποίο όλοι προσβλέπουν σαν ευαγγέλιο που θα
κατευθύνει τα βήματά τους στη νέα διαδικασία. Όμως παρατηρείται κάποια καθυστέρηση και δυστοκία στην επίτευξη του στόχου αυτού.

Τα βλέμματα στη Λουτ
Ενώ στη Λευκωσία αναμένουν επάνοδο της κ. Λουτ, που θα είναι η τέταρτη επίσκεψή της, εκκρεμεί μετάβαση της κ. Λουτ στην Άγκυρα με την οποία θα ολοκληρώσει τον προηγούμενο, τρίτο γύρο των επαφών της με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι ολοένα πλησιάζομε πιο κοντά στις εκλογικές
διαδικασίες σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία, γεγονός που δυσκολεύει το έργο της κ. Λουτ. Αλλά και η Βρετανία, τη στιγμή που έχει κι ευθύνες και ρόλο να διαδραματίσει, όσο κι αν τεχνηέντως επιχειρεί να βγάλει την ουρά της έξω από τις εξελίξεις, έχει τα δικά της προβλήματα.

Συνολικά αναφερόμαστε σε ένα ομιχλώδες τοπίο, στο οποίο η ορατότητα καθίσταται ακόμα πιο δύσκολη με τη συχνή παρέμβαση της Τουρκίας που μας υποδεικνύει ότι πρέπει να αναζητηθούν νέοι δρόμοι και νέες παράμετροι για λύση του Κυπριακού. Πρόσφατα ακόμα, από τα κατεχόμενα ο πρόεδρος της τουρκικής εθνοσυνέλευσης Μουσταφά Σιεντόπ, επανέλαβε τις προσφάτως αναδειχθείσες θέσεις για νέα μοντέλα και νέες ιδέες για λύση στην Κύπρο. Θεωρούμε, είπε, ότι δεν έχει νόημα να ξεκινήσουν ξανά διαπραγματεύσεις σε περίπτωση που δεν υπάρχει κοινό όραμα μεταξύ των δύο πλευρών. Ασφαλώς δεν καθόρισε το «κοινό όραμα», αλλά ο καθείς μπορεί να το υποψιαστεί έχοντας κατά νου την τουρκική πολιτική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι νέες αυτές προσεγγίσεις της Άγκυρας που περιλαμβάνουν κι εγκατάλειψη της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, βρίσκουν διαφωνούντα και τον Μουσταφά Ακκιντζί ο οποίος εξέφρασε τη διαφωνία του αυτή και ενώπιον των Τούρκων
επισήμων που συχνά-πυκνά καταφθάνουν στα κατεχόμενα. Μάλιστα οι πληροφορίες από την Άγκυρα αναφέρουν ότι η τουρκική ηγεσία είναι δυσαρεστημένη από τις τοποθετήσεις του Ακκιντζί. Η άρνησή του να δεχθεί «άλλες φόρμουλες και εναλλακτικές προτάσεις», όπως είναι η επιδίωξη της Άγκυρας, τον φέρνει σε διάσταση με τους κυβερνώντες στην Τουρκία γεγονός όμως που τον αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο στις όποιες δυνατότητες έχει να διαχειριστεί το Κυπριακό. Αλλά και από αυτή την ασθενή θέση του, ο Ακκιντζί εμμένει στην πολιτική ισότητα που την έχει αναγάγει σε παντιέρα και με την
πάροδο του χρόνου προβάλλει και αυξημένα αιτήματα σχετικά με τους υδρογονάνθρακες της κυπριακής ΑΟΖ.

Οι κινήσεις της Λευκωσίας
Η πλευρά μας τώρα φαίνεται να αναμένει, μάλλον παθητικά τις εξελίξεις, ενώ δραστήρια κινείται σε άλλες κατευθύνσεις. Έχει ρίξει το βάρος της στις έρευνες για τους υδρογονάνανθρακες και κυρίως στη ενίσχυση των τριμερών συνεργασιών με τις γειτονικές χώρες. Μάλιστα φαίνεται ότι η σχεδιασμοί της κυπριακής Κυβέρνησης βαίνουν καλώς και κερδίζει το στοίχημα οι συνεργασίες αυτές να επευλογηθούν και από ανώτερες δυνάμεις. Έτσι στις 20 Μαρτίου στην τριμερή Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ που θα γίνει στο Ισραήλ θα παρίσταται και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ. Παράλληλα σύμφωνα και με δήλωση του προέδρου Αναστασιάδη, στην τριμερή που θα ακολουθήσει μεταξύ Κύπρου-Ελλάδας-Αιγύπτου θα παραστεί και ο Γάλλος πρόεδρος. Προφανώς οι κινήσεις αυτές δεν είναι άσχετες με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στην περιοχή και προκαλούν κάτι περισσότερο από ικανοποίηση στη Λευκωσία.