«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου…» – Κώστας Καρυωτάκης: Η ιστορία του Έλληνα ποιητή και πεζογράφου, ο έρωτάς του με τη Μαρία Πολυδούρη και το τραγικό τέλος (Εικόνες & Βίντεο)

Ο Κώστας Καρυωτάκης ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες.

Της Μαριλούς Χατζηκλεάνθους

Ας δούμε την ιστορία αυτού του ανθρώπου, που με την ποίηση του «ξέφυγε» από την παράδοση και με έναν πρωτοποριακό τρόπο γραφής, διαμόρφωσε τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη του μοντερνισμού στη νεοελληνική ποίηση.

Παιδικά και εφηβικά χρόνια
Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας στις 30 Οκτωβρίου του 1896. Ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Ο πατέρας του, Γεώργιος Καρυωτάκης, ήταν νομομηχανικός και μητέρα του η Αικατερίνη Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899.


Η οικία Καρυωτάκη στην Τρίπολη

Λόγω της εργασίας του πατέρα του, στα παιδικά του χρόνια ο Καρυωτάκης και η οικογένειά του αναγκάστηκαν να αλλάζουν συνέχεια τόπο διαμονής. Έτσι πέρασαν από την Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά όπου έμειναν ως το 1913. Τότε αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από την ηλικία, περίπου των δεκαέξι ετών, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά.

Σπουδές και επαγγελματική αποκατάσταση
Το 1914 ο Κώστας Kαρυωτάκης πηγαίνει στην Αθήνα, προκειμένου να σπουδάσει στη Νομική Σχολή. Τα καταφέρνει κι έτσι στα τέλη του 1917 αποκτά το πτυχίο, με βαθμό “λίαν καλώς”.

Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, το 1916, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε περιοδικά κι εφημερίδες. Λίγα χρόνια μετά, το 1918, ο Καρυωτάκης επισκέπτεται τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη. Το 1919 τον καλούν να παρουσιαστεί στο στρατό, ωστόσο καταφέρνει και παίρνει λίγους μήνες αναβολή, λόγω θεμάτων υγείας. Την ίδια χρονιά λαμβάνει την άδεια δικηγόρου και διορίζεται Υπουργικός Γραμματέας Α’ στη Θεσσαλονίκη.
Το 1923 διορίζεται στο Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Κοινωνικής Αντιλήψεως, όπου επέδειξε σημαντικό έργο πρότασης νόμων που αφορούν τη δημόσια υγεία. Ωστόσο, οι προτάσεις του δεν υλοποιήθηκαν, μιας και το 1925 ξέσπασε η δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου.


Ο Καρυωτάκης με τον Νίκο Καράκαλο στο Παλαιό Φάληρο, 17 Απριλίου 1925. (Από το αρχείο του Θ. Γ. Καρυωτάκη)

Το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία και ένα χρόνο μετά, το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας.


Στο ταξίδι του στο Παρίσι το 1928

Υπήρξε ένα χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου, ο Καρυωτάκης προσπάθησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Έτσι, διορίστηκε Υπουργικός Γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ, παίρνοντας την οριστική απαλλαγή του από τον ελληνικό στρατό, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Λίγο μετά, προκειμένου να αποφύγει τις μεταθέσεις από τη μία νομαρχία στην άλλη, μεταπηδά στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Πρόνοιας στην Αθήνα.


Εξώδικος πρόσκληση δικηγόρου Καρυωτάκη (1919)

Λίγα χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1928 ο Καρυωτάκης αποσπάστηκε στην πόλη της Πάτρας και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα.

Οι ποιητικές του συλλογές
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Κώστα Καρυωτάκη, με τίτλο ”Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων”, δημοσιεύτηκε το 1919. Την ίδια χρονιά εκδίδεται από τον ίδιο, το σατιρικού περιεχομένου περιοδικό ”Η Γάμπα”, του οποίου η δημοσίευση απαγορεύτηκε μετά από έξι τεύχη κυκλοφορίας.

Το 1921 εκδίδεται η δεύτερη συλλογή του, με τον τίτλο ”Νηπενθή” (αυτά που διώχνουν το πένθος ), ενώ τον Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο ”Ελεγεία και Σάτιρες”.

Ο έρωτάς του με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ
Οι δυό τους γνωρίστηκαν το 1920 στη Νομαρχία Αττικής, όπου και οι δύο εργάζονταν προσωρινά. Η Μαρία Πολυδούρη ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη, φοιτήτρια Νομικής, αντισυμβατική και χειραφετημένη, είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, ενώ εκείνος είχε εκδώσει ήδη τις πρώτες δύο ποιητικές του συλλογές.


Η Μαρία Πολυδούρη

Απόσπασμα από ημερολόγιο της Πολυδούρη, τον Μάιο του 1922:
«Τον αγαπώ, τον αγαπώ καμιά αμφιβολία πιά! (…) Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν’ αγαπήσω, όσο σου πρέπει;»

Απόσπασμα από γράμμα της Πολυδούρη προς τον Καρυωτάκη:
«Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί… να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα ‘μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δυό, αλλά τι μ’ αυτό; μήπως τώρα που ήμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν».

Ο έρωτας τους ήταν μεγάλος, ωστόσο ο δέσμος τους διήρκησε για πολύ λίγο. Αιτία του χωρισμού; Ο Καρυωτάκης έμαθε ότι νοσεί από σύφιλη, αρρώστια η οποία εκείνα τα χρόνια ήταν ανίατη και αποτέλουσε κοινωνικό στίγμα. Έτσι ζήτησε από τη Πολυδούρη να χωρίσουν.

Η απάντηση της Πολυδούρη ήταν αφοπλιστική, καθώς του πρότεινε να παντρευτούν, ωστόσο ο Καρυωτάκης απέρριψε την πρότασή της, επικαλούμενος την αρρώστια του.  Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε.. Υπέθεσε ότι εκείνος δε θέλει να την παντρευτεί, επειδή είχε αποκτήσει κακή φήμη με τον τρόπο ζωής που κάνει. Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι προχωρημένες απόψεις της και ο φεμινιστικός χαρακτήρας της, προβλημάτισαν τον ποιητή.

Ακολουθεί το ποίημα του Καρυωτάκη «Ωχρά Σπειροχαίτη» (το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη). Σύμφωνα με τους μελετητές, αυτή είναι η απόδειξη ότι ο ποιητής έπασχε όντως από την ασθένεια:

”Ήταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…

Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.

Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
— ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.

…Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.”

Οι δύο νέοι χωρίζουν. Ο Καρυωτάκης της προτείνει να συνεχίσουν τη στενή τους φιλία, διαβεβαιώνοντας την ότι δε θα πάψει να την αγαπά. Οι συναντήσεις τους μετά το χωρισμό ήταν ελάχιστες. Ο έρωτας των δύο ποιητών συνέχιζε να υπάρχει και μετά τον άσχημο χωρισμό τους, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται τόσο από τα γράμματα, που η Πολυδούρη του είχε στείλει, όσο και τα ποιήματα που έγραφε ο Καρυωτάκης, αλλά και από τις φωτογραφίες της, που βρέθηκαν κρυμμένες, μετά το θάνατό του, σε μπαούλο του.


Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη

Εκείνη αρραβωνιάστηκε τον δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου στις αρχές του 1925. Το 1926, αφού διαλύει τον αρραβώνα της, η Πολυδούρη θα φύγει για το Παρίσι επιλέγοντας μια ζωή πολύ αντισυμβατική. Το 1926 κι ενώ βρισκόταν στο Παρίσι αρρωσταίνει με φυματίωση. Αργότερα, το 1928 θα επιστρέψει στην Αθήνα και θα νοσηλευτεί στο τότε σανατόριο (νυν νοσοκομείο) «Σωτηρία». Ο Καρυωτάκης την επισκέφθηκε μόνο μια φορά, όμως η συνάντησή τους θα είναι κρύα και τυπική. Τότε ”χωρίζουν” οριστικά.

Επιστολή της Πολυδούρη, από την Καλαμάτα, στον Καρυωτάκη (28-5-22):

‘Σάββατο βράδυ

Τάκη αγαπημένε μου! Πόσο μου φαίνεται χρόνος κάθε ώρα που περνώ μακριά σου! Επίστευα, πριν φύγω, πως δε θα σε θυμόμουν έτσι πολύ και με τόσο πόνο·
υπέθετα πως θα έβρισκα λίγα πράγματα,στον τόπο που κλείνει τη μισή μου ζωή, που θα μπορούσαν να μ’απασχολήσουν οπωσδήποτε ευχάριστα. Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον για μένα που δεν είναι από σένα, που δεν μιλεί για σένα, Τάκη. Ετοιμαζόμουν για να βγω έξω, στον καθρέφτη δε βλέπω το δικό μου, βλέπω το δικό σου πρόσωπο· κατεβαίνω τη σκάλα, στέκω, μου φαίνεται πως σε βλέπω να ανεβαίνεις· στο δρόμο συναντώ έναν γνωστό μου, με σταματά και μου μιλεί, γελώ, και σε μια στιγμή που τον κοιτάζω φεύγει το κεφάλι του, και το δικό σου πηγαίνει στη θέση του… Γελάς; Τα ψηλά δέντρα, ο ουρανός, η θάλασσα, μόλις φθάνουν να χωρέσουν την εικόνα σου· όταν τρώω, βρίσκω ευκαιρία να καταπιώ και λίγα δάκρυά μου. Τάκη, με θυμάσαι καμιά φορά; Πες μου, πονείς λίγο στη σκέψη ότι η αγάπη μου σε σένα είναι μεγάλη σαν ένας μεγάλος πόνος; Γιατί όχι; Πώς μπορεί; Η ψυχή η δική σου,που είναι όμοια πονεμένη με τη δική μου, πώς δε θα μ’ένιωθε; δε θα συμπονούσε; Το βραδάκι σήμερα είναι γλυκό, μελαγχολικό και η πνοή του απαλή σαν χάδι καλοσύνης… Πού είσαι;

Μαρίκα (28-5-22)”

Επιστολή του Καρυωτάκη προς την Πολυδούρη (1-6-22):

”Μαρίκα μου,

Έλαβα χθες το γράμμα σου του Σαββάτου. Μου μετέδωσε όλη τη λύπη σου. Γιατί να υποφέρεις έτσι; Πρέπει να υπομείνεις αυτό το χωρισμό, αφού δε θα διαρκέσει πολύ. Προσπάθησε να διασκεδάζεις. Βγαίνε όσο μπορείς συχνότερα έξω. Πήγαινε με τις φίλες σου. Θα φύγεις και θα νοσταλγήσεις πάλι την ωραία πατρίδα σου.
Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;

Πόσο καλό μου κάνουν τα γράμματά σου, όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα! Ένα “Τάκη” ή ένα “πού είσαι;”, καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει, φτάνουν ως την καρδιά μου.

Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να’ μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και Φρατέλοι. Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα να λέμε την αγάπη μας.

Με χίλια φιλιά
Κ.(1-6-22)”

Ο τελευταίος του σταθμός
Ο Κώστας Καρυωτάκης φεύγει από την Αθήνα και φτάνει στην Πρέβεζα με καράβι στις 18 Ιουνίου 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση. Η θέση του ήταν στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων.


Το σπίτι που έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα

Εκεί στην Πρέβεζα, ο Καρυωτάκης νοικιάζει ένα σπίτι, το οποίο βρίσκεται στην οδό Δαρδανελίων, στο λεγόμενο Σεϊτάν Παζάρ. Το σπίτι διατηρείται ακόμα και σήμερα ανέπαφο, ενώ υπάρχει αναμνηστική πλάκα, που δείχνει ότι ήταν ο τόπος κατοικίας του Καρυωτάκη.

Το τέλος…
21 Ιουλίου 1928, το απόγευμα 4.30 μ.μ. Ο Κώστας Καρυωτάκης, σε ηλικία 32 ετών, φεύγει από το καφενείο «Ουράνιος Κήπος» της Βρυσούλας προς τη θέση Βαθύ της Μαργαρώνας, Εκεί, ξαπλώνει κάτω από έναν ευκάλυπτο και δίνει τέλος στη ζωή του με ένα περίστροφο. Πυροβολεί στην καρδιά του..


Ο Κώστας Καρυωτάκης νεκρός, στο Βαθύ Πρέβεζας (1928)

Στην τσέπη του άφησε το τελευταίο του σημείωμα, ένα σημείωμα με πολλά ερωτηματικά.. Μεταξύ των άλλων έγραφε: «Συνιστώ σε όσους σκοπεύουν να αυτοκτονήσουν, να αποφύγουν τη μέθοδο του πνιγμού, εάν γνωρίζουν καλό κολύμπι. Εγώ ταλαιπωρήθηκα στη θάλασσα 10 ώρες και δεν κατάφερα τίποτα!».

Στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού, ο δήμαρχος Πρέβεζας τη διετία 1977-1978, Ηρακλής Ντούσιας, περιέγραψε ότι, δύο ώρες πριν την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, δηλαδή περί τις 2.30 μ.μ., ο Καρυωτάκης πήγε στο τότε παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» στη θέση Βρυσούλα, ιδιοκτησίας τότε Νιόνιου Καλλίνικου, όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα. Ο καφεπώλης παραξενεύτηκε, γιατί ο ποιητής του άφησε πουρμπουάρ 75 δραχμές, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί (τετράδιο) όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του..

Επιπροσθέτως, ο γιος του οπλοπώλη Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, δηλώνει στο ντοκιμαντέρ του Φρέντυ Γερμανού ότι «την προηγουμένη ημέρα τής αυτοκτονίας ο Καρυωτάκης αγόρασε από το κατάστημα του πατέρα του ένα περίστροφο, με το οποίο επέστρεψε σε λίγες ώρες διαμαρτυρόμενος ότι είχε βλάβη, ενώ είχε ξεχάσει να βγάλει την ασφάλεια». Το εν λόγω περίστροφο, είναι τύπου Pieper Bayard 9mm, και παραχωρήθηκε από τους απογόνους της οικογένειας Καρυωτάκη και εκτίθεται από το 2003 στο «Μουσείο Μπενάκη» στην Αθήνα.


Το πιστόλι Pieper Bayard με το οποίο αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης

Η Πολυδούρη θα πληροφορηθεί το τραγικό γεγονός του θανάτου του αγαπημένου της. Η ήδη επιβαρυμένη υγεία της, θα κλονιστεί ακόμα περισσότερο. Από τότε σταματά να ακούει τους γιατρούς, βγαίνει έξω κρυφά και δεν παίρνει τα φάρμακα της. Κρεμάει πάνω απ’ το κρεβάτι της ένα σκίτσο του Καρυωτάκη κι ένα παιχνιδάκι, που της είχε κάποτε χαρίσει. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, στις 29 Απρίλιου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης, που της προμήθευσε μέσα στο «Σωτηρία» ένας φίλος της.


Η Μαρία Πολυδούρη

Στη θέση όπου βρέθηκε ο ποιητής νεκρός, βρίσκεται σήμερα το στρατόπεδο των καυσίμων της 8ης Μεραρχίας Πεζικού και υπάρχει εκεί αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή που τοποθέτησε η Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας το 1970. Η πινακίδα γράφει: «Εδώ, στις 21 Ιουλίου 1928, βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης».

Ακολουθεί η τελευταία επιστολή του Κώστα Καρυωτάκη, η οποία βρέθηκε στην τσέπη του κουστουμιού του πτώματός του:

«Εἶναι καιρὸς νὰ φανερώσω τὴν τραγωδία μου. Τὸ μεγαλύτερό μου ἐλάττωμα στάθηκε ἡ ἀχαλίνωτη περιέργειά μου, ἡ νοσηρὴ φαντασία καὶ ἡ προσπάθειά μου νὰ πληροφορηθῶ γιὰ ὅλες τὶς συγκινήσεις, χωρὶς τὶς περισσότερες, νὰ μπορῶ νὰ τὶς αἰσθανθῶ. Τὴ χυδαία ὅμως πράξη ποὺ μοῦ ἀποδίδεται τὴ μισῶ. Ἐζήτησα μόνο τὴν ἰδεατὴ ἀτμόσφαιρά της, τὴν ἔσχατη πικρία. Οὔτε εἶμαι ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ἐκεῖνο. Ὁλόκληρο τὸ παρελθόν μου πείθει γι’ αὐτό. Κάθε πραγματικότης μοῦ ἦταν ἀποκρουστική. Εἶχα τὸν ἴλιγγο τοῦ κινδύνου. Καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ ἦρθε τὸν δέχομαι μὲ πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω γιὰ ὅσους, καθὼς ἐγώ, δὲν ἔβλεπαν κανένα ἰδανικὸ στὴ ζωή τους, ἔμειναν πάντα ἕρμαια τῶν δισταγμῶν τους, ἢ ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξή τους παιχνίδι χωρὶς οὐσία. Τοὺς βλέπω νὰ ἔρχονται ὁλοένα περισσότεροι μαζὶ μὲ τοὺς αἰῶνες. Σ’ αὐτοὺς ἀπευθύνομαι. Ἀφοῦ ἐδοκίμασα ὅλες τὶς χαρές (!!!), εἶμαι ἕτοιμος γιὰ ἕναν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Λυποῦμαι τοὺς δυστυχισμένους γονεῖς μου, λυποῦμαι τὰ ἀδέλφια μου. Ἀλλὰ φεύγω μὲ τὸ μέτωπο ψηλά. Ἤμουν ἄρρωστος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τηλεγραφήσετε, γιὰ νὰ προδιαθέση τὴν οἰκογένειά μου, στὸ θεῖο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, ὁδός Μονῆς Προδρόμου, πάροδος Ἀριστοτέλους, Ἀθήνας» Κ.Γ.Κ. [Υ.Γ.] Καὶ γιὰ ν’ ἀλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω ὅσους ξέρουν κολύμπι νὰ μὴν ἐπιχειρήσουνε ποτὲ νὰ αὐτοκτονήσουν διὰ θαλάσσης. Ὅλη νύχτα ἀπόψε ἐπὶ δέκα ὧρες, ἐδερνόμουν μὲ τὰ κύματα. Ἤπια ἄφθονο νερό, ἀλλὰ κάθε τόσο, χωρὶς νὰ καταλάβω πῶς, τὸ στόμα μου ἀνέβαινε στὴν ἐπιφάνεια. Ὡρισμένως, κάποτε, ὅταν μοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, θὰ γράψω τὶς ἐντυπώσεις ἑνὸς πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

Αυτοπροσωπογραφία του Κώστα Καρυωτάκη

Ερωτηματικά για τα αίτια της αυτοκτονίας
Ο λόγος που φαίνεται να ώθησε τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία είναι το γεγονός ότι προσβλήθηκε από σύφιλη. Η κοινωνική κατακραυγή θα ήταν μεγάλη.. Σύμφωνα με πληροφορίες, ήδη ο αδελφός του, Θάνος Καρυωτάκης, θεωρούσε ότι η ασθένεια συνιστούσε προσβολή για την οικογένεια.

Με βάση τις νεότερες έρευνες ο ποιητής δεν αυτοκτόνησε από κατάθλιψη, ούτε εξαιτίας της μετάθεσής του στην Πρέβεζα, παρόλο που και οι δύο αυτοί λόγοι οπωσδήποτε επηρέασαν σοβαρά την ψυχική του διάθεση.

Ο Γιώργος Μακρίδης, στη μελέτη του για τον Καρυωτάκη, διατυπώνει την άποψη ότι «ο ποιητής αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα, όχι πιεζόμενος από τη μετάθεσή του εκεί, αλλά φοβούμενος να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική, όπως συνέβαινε με όλους τους συφιλιδικούς στο τελικό στάδιο της νόσου την περίοδο εκείνη».


Η εφημερίδα ”Εμπρός” αναγγέλει το θάνατο του Καρυωτάκη

Ο έρωτάς του για την Πολυδούρη δε φαίνεται να έπαιξε άμεσα ρόλο στην αυτοκτονία του, ωστόσο δε μπορεί να αγνοηθεί. Οι δύο νέοι ερωτεύθηκαν σφόδρα, ωστόσο σύμφωνα με μαρτυρία του φίλου του Καρυωτάκη, Χαρίλαου Σακελλαριάδη, αλλά και με βάση το ημερολόγιο της Πολυδούρη, οι δύο νέοι δεν είχαν μεταξύ τους ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις, αν και ο ποιητής είχε ερωτικές επαφές με κοινές γυναίκες.

Με βάση τα όσα είχε παρατηρήσει ο καθηγητής της Ψυχιατρικής Πέτρος Χαρτοκόλλης «Ήταν περισσότερο η αδυναμία ν’ αγαπήσει η αιτία που τον ώθησε στην αυτοκτονία, παρά η στέρηση της γυναικείας αγάπης. […] Το πρόβλημα του Καρυωτάκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αγαπήσει τις γυναίκες που μπορούσαν να τον αγαπήσουν. Έχοντας μια πολύ κακήν ιδέα για τον εαυτό του την προέβαλλε στους άλλους – πολύ εύκολο για την φθονερή πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε – πλάθοντας για τον εαυτό του μια ψεύτικη εικόνα ανωτερότητας που κατέρρεε όταν μια γυναίκα τον απέρριπτε, ενώ τον έκανε να χάνει την εκτίμησή του για μια γυναίκα που, σαν την Πολυδούρη, μπορούσε να τον αγαπήσει».

Κληρονομιά
«Ο ποιητής που έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων», χαρακτηρισμός που του αποδόθηκε από τον υπερρεαλιστή Ανδρέα Εμπειρίκο, στο ποιητικό του μνημόσυνο, μπορεί να έφυγε νωρίς από τη ζωή, ωστόσο άφησε πίσω τεράστιας σημασίας έργο.

Ο ποιητής του μεσοπολέμου αναδείχθηκε ως ο ιδανικός εκπρόσωπος της γενιάς του 1920, και διαμόρφωσε τις κατάλληλες συνθήκες για την ποιητική γενιά του 1930 και την ανάπτυξη του μοντερνισμού στη νεοελληνική ποίηση.


«Αισιοδοξία», χειρόγραφο του Κώστα Καρυωτάκη

Ποιήματά του μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Δήμος Μούτσης, ο Γιάννης Γλέζος, ο Λουκάς Θάνος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Νίκος Ξυδάκης, η Λένα Πλάτωνος, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, τα Υπόγεια Ρεύματα, οι Δραμαμίνη, ο Βασίλης Δημητρίου.

Η ζωή του μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη, αφού το 2009 προβλήθηκε στην ΕΡΤ η τηλεοπτική δραματική σειρά ”Καρυωτάκης”, η οποία αναφέρεται στη ζωή του ποιητή και στον έρωτά του με την Μαρία Πολυδούρη. Δημιουργός και σκηνοθέτης της σειράς είναι ο Τάσος Ψαρράς, ο οποίος πραγματοποίησε εκτενή έρευνα γύρω από την ζωή του Καρυωτάκη πριν προχωρήσει στην υλοποίηση της σειράς.


Ο ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος ως Κώστας Καρυωτάκης και η ηθοποιός Μαρία Κίτσου ως Μαρία Πολυδούρη

Ο Κώστας Καρυωτάκης, όπως προειπώθηκε, αποτελεί τον κυριότερο εκφραστή της σύγχρονης λυρικής ποίησης και το έργο του έχει μείνει κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

Ακολουθεί ντοκυμαντέρ για τον Κώστα Καρυωτάκη:

– – – – – – – –

Με πληροφορίες από: wikipedia, greek-language.gr. Γ. Π. Σαββίδης κ.ά., “Χρονογραφία Κ. Γ. Καρυωτάκη”, ΜΙΕΤ 1989, lifo.gr, artic.gr, ogdoo.gr