Έρευνα-καθρέφτης Ε/κ και Τ/κ για πρόσφυγες και μετανάστες

Μια σημαντική εργασία του Πανεπιστημίου Κύπρου για τη UNHCR

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Οι δύο κοινότητες στην Κύπρο αναγνωρίζουν ότι οι πρόσφυγες χρειάζονται στήριξη και ότι η παροχή βοήθειας σε αυτούς, αποτελεί ευθύνη της πολιτείας», ανέφερε  ο Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής και Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Δρ. Χάρης Ψάλτης, παρουσιάζοντας τα κυριότερα ευρήματα έρευνας του Πανεπιστημίου Κύπρου, με τίτλο «Αντιλήψεις των Κυπρίων σχετικά με τους Μετανάστες και τους Πρόσφυγες», που λειτούργησε σαν κοινωνικός καθρέφτης, αναδεικνύοντας σε μεγάλο βαθμό παρόμοιες αντιλήψεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στο θέμα αυτό. Η παρουσίαση έγινε στις 8 Μαρτίου 2019 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και σε αυτήν παρέστησαν και απηύθυναν σύντομους χαιρετισμούς ο νέος Πρύτανης Τάσος Χριστοφίδης  και η Αντιπρόσωπος της Υπάτης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Κύπρο (UNHCR), Katja Saha. Η έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστημιακό Κέντρο Ερευνών Πεδίου (ΠΑΚΕΠΕ) του Πανεπιστημίου Κύπρου για την UNHCR από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2018. Ο επικεφαλής της έρευνας Δρ. Χάρης Ψάλτης ανέφερε ότι εργάστηκαν γι’ αυτήν, οι συνεργάτες του στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Ειρήνη Καδιανάκη, Ελισάβετ Παναγιώτου, Άντρεα Νικολάου και ο ερευνητής Ανδρέας Μιχαήλ. Είπε ότι την ομάδα των Τουρκοκυπρίων ερευνητών συνεργατών του στην έρευνα, αποτελούν η Eliz Tefic, ο Memduh Erismen και η Evren Celal.

Οι πλούσιοι Ρώσοι δεν είναι μετανάστες…

Σύμφωνα με τον Δρα Χ. Ψάλτη, «η έρευνα σκοπό είχε να μελετήσει τις αντιλήψεις και τις στάσεις απέναντι στους πρόσφυγες και στους μετανάστες στην κυπριακή κοινωνία, καταγράφοντας τις απόψεις των δύο κοινοτήτων της Κύπρου γύρω από σχετικά θέματα. Έχοντας υπόψη – πρόσθεσε – ότι μια παρόμοια έρευνα διεξήχθη από την Υπάτη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες το 2015, ένας από τους στόχους της παρούσας έρευνας ήταν να καταγράψει τυχόν αλλαγές στη στάση των Κυπρίων πολιτών από το 2015 σε σχέση με σήμερα και να αναδείξει τις παρατηρούμενες τάσεις και διαφορές. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας θα αξιοποιηθούν από την UNHCR ώστε να αναπτυχθούν συγκεκριμένες και ενημερωμένες στρατηγικές μέσα στα πλαίσια της συνεχόμενης προστασίας και υποστήριξης των προσφύγων στην Κύπρο.  Ένα σημαντικό εύρημα που προκύπτει από την ποιοτική έρευνα είναι η σύγχυση στη χρήση και κατανόηση των όρων «πρόσφυγας» και «μετανάστης». Συγκεκριμένα, η ανάλυση των συζητήσεων από τις ομάδες εστιασμένων συζητήσεων αποκάλυψε ότι και στις δύο κοινότητες, αλλά κυρίως στους Ελληνοκύπριους, η κατανόηση των όρων «πρόσφυγας» και «μετανάστης» δεν είναι ξεκάθαρη και ότι υπάρχει σύγχυση αναφορικά με τη διαφορά του όρου «πρόσφυγας» και «μετανάστης». Επιπλέον, για τους Ελληνοκύπριους φαίνεται να υπάρχει μια διαβάθμιση εντός της ομάδας των μεταναστών. Συγκεκριμένα οι μετανάστες που προέρχονται κυρίως από τη Ρωσία και την Κίνα, συχνά δεν αναφέρονται ως μετανάστες, καθώς τα χαρακτηριστικά τους (οικονομικά εύποροι) δεν ταιριάζουν με το κυρίαρχο στερεότυπο του μετανάστη ως ενός φτωχού ατόμου που αλλάζει χώρα για να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες ζωής».

Τούρκοι μετανάστες και Σύροι πρόσφυγες

«Για τους Τουρκοκύπριους οι δύο όροι φαίνεται να είναι καλύτερα διαφοροποιημένοι», όπως αναφέρεται στη σύνοψη της έρευνας και προστίθεται: «Συγκεκριμένα, ο όρος μετανάστης χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως αναφορά σε άτομα που ήρθαν από την Τουρκία μετά το 1974, ενώ οι πρόσφυγες ήταν ως επί το πλείστον «αόρατοι» και ο όρος συνδέεται με τους Σύρους πρόσφυγες που συχνά προβάλλονται στις τουρκικές εφημερίδες και στην τηλεόραση ως «άστεγοι που ζουν σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης». Μια άλλη άποψη που καταγράφηκε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι ότι η άφιξη προσφύγων και μεταναστών δεν συμβάλλει στην ασφάλεια και ειρήνη, αλλά αντίθετα προσθέτουν στην ανησυχία των Τουρκοκυπρίων για αύξηση της εγκληματικότητας και την ανάγκη λήψης μέτρων για αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος και μείωσης του αριθμού προσφύγων και μεταναστών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα».

Βελτιωμένες νοοτροπίες από το 2015

«Τα κύρια ευρήματα της ποσοτικής μελέτης», αναφέρει επίσης η έρευνα του Πανεπιστημίου Κύπρου, «δείχνουν ότι και στις δύο κοινότητες τα επίπεδα των ουσιαστικών επαφών μεταξύ του τοπικού πληθυσμού και των προσφύγων ή/και μεταναστών έχουν αυξηθεί σε σύγκριση με την έρευνα και τα αποτελέσματα του 2015. Παρόλο που το γενικό αίσθημα του κοινού απέναντι στους πρόσφυγες, στους μετανάστες και στο φαινόμενο της μετανάστευσης γενικότερα, καταγράφεται ουδέτερο προς αρνητικό στην παρούσα μελέτη, υπάρχει σημαντική βελτίωση των νοοτροπιών και στις δύο κοινότητες, σε σύγκριση με την έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2015. Επιπλέον, εκφράζονται ορισμένες ανησυχίες και απειλές και στις δύο κοινότητες, όσον αφορά τη μετανάστευση. Οι φόβοι αυτοί επικεντρώνονται κυρίως σε ζητήματα που θέτουν σε κίνδυνο την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας. Καταγράφεται επίσης ανησυχία ότι λόγω του μεγέθους της Κύπρου, δεν της επιτρέπεται να φιλοξενήσει μεγάλο αριθμό προσφύγων ή/και μεταναστών. Σε γενικές γραμμές, στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα τα άτομα από τη μια τείνουν να υπερεκτιμούν ελαφρώς τον αριθμό των προσφύγων, ενώ από την άλλη υποτιμούν ελαφρώς τον αριθμό των μεταναστών που ζουν σήμερα στην Κύπρο. Η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων εκτιμά ότι υπάρχουν λιγότεροι από 10 χιλιάδες πρόσφυγες που ζουν στην κοινωνία τους, ενώ εκτιμούν ότι είναι πάνω από 50 χιλιάδες μετανάστες. Επιπλέον και οι δύο κοινότητες αναγνωρίζουν ότι οι πρόσφυγες χρειάζονται στήριξη και ότι η παροχή βοήθειας/στήριξης στους πρόσφυγες αποτελεί ευθύνη της πολιτείας. Οι Ελληνοκύπριοι από τη μία θεωρούν ότι η κυβέρνηση παρέχει ήδη αρκετή υποστήριξη στους πρόσφυγες στην Κύπρο, ενώ οι Τουρκοκύπριοι δεν πιστεύουν το ίδιο για τις τουρκοκυπριακές αρχές».

Η θετική ιδέα της ενσωμάτωσης

«Όσον αφορά την ενσωμάτωση των προσφύγων και μεταναστών, παρά τις ανησυχίες που εξέφρασαν οι δύο κοινότητες, η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υποστηρίζει την ιδέα να ζουν οι πρόσφυγες ενσωματωμένοι στην τοπική κοινωνία και όχι να βρίσκονται σε προσφυγικούς καταυλισμούς ή σε απομονωμένους χώρους φιλοξενίας» σύμφωνα με ένα άλλο σημαντικό εύρημα της έρευνας. «Αυτή η ιδέα», προστίθεται, «υποστηρίχθηκε και στη μελέτη του 2015, καθιστώντας έτσι την άποψη αυτή ως μια ιδέα που υποστηρίζεται με συνέπεια από τις δύο κοινότητες διαχρονικά. Ωστόσο, η στήριξη των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στην ιδέα της ένταξης των πληθυσμών αυτών στην κυπριακή κοινωνία, φαίνεται να περιορίζεται από ιδέες για εισαγωγή ανώτατου ορίου στον αριθμό των προσφύγων που θα δέχεται το νησί. Καταγράφηκε επίσης αποδοκιμασία στην εισήγηση για παραχώρηση της κυπριακής υπηκοότητας σε πρόσφυγες που διαμένουν στην Κύπρο για περισσότερο από πέντε χρόνια. Ωστόσο, σε σύγκριση με τα αποτελέσματα του 2015, το ποσοστό αποδοκιμασίας μειώνεται στους Ελληνοκύπριους,  ενώ για τους Τουρκοκύπριους παραμένει αμετάβλητο. Επιπλέον, όσον αφορά τον εθελοντισμό, ένα μεγάλο ποσοστό και από τις δύο κοινότητες – ποσοστό που έχει αυξηθεί περαιτέρω από το 2015 – έχει αναφέρει ότι κάνει δωρεές ή ότι προσφέρει εθελοντικά σε οργανώσεις που βοηθούν τους πρόσφυγες. Συγκεκριμένα, από τους συμμετέχοντες που ανέφεραν ότι δεν έκαναν ή δεν προσφέρουν καμία δωρεά ή βοήθεια σε πρόσφυγες, πολλοί από αυτούς είναι πρόθυμοι να δώσουν ή να προσφέρουν εθελοντικά στο μέλλον».

Όχι σε απειλητικά πλαίσια από τα ΜΜΕ

«Βάσει των πορισμάτων της έρευνας, προτείνεται να καταβληθούν προσπάθειες για την ανάπτυξη εκστρατειών που θα προβάλλονται μέσω τηλεοπτικών καναλιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης», είπε ο Δρ. Ψάλτης και συνέχισε: «Η τηλεόραση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τις κυριότερες πηγές ενημέρωσης των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και τα προγράμματα αυτά θα μπορούσαν να συμβάλουν ώστε οι Κύπριοι να γνωρίσουν άλλες χώρες και κουλτούρες. Τέλος, σε σχέση με τη χρήση των όρων πρόσφυγας και μετανάστης από τα ΜΜΕ, έχει διαπιστωθεί η ανάγκη διαφοροποίησης της χρήσης του όρου. Έχει διαφανεί ξεκάθαρα ο αρνητικός ρόλος των απειλών στη διαμόρφωση αρνητικών στάσεων απέναντι στην ενσωμάτωση των μεταναστών και των προσφύγων και συνεπώς οι δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι στα ΜΜΕ πρέπει να αποφεύγουν την χρήση απειλητικών πλαισίων. Αντίθετα η χρήση ανθρωπιστικών πλαισίων μπορεί να υποβοηθήσει την καλύτερη ενσωμάτωση των προσφύγων και μεταναστών στην κοινωνία υποδοχής. Με σεβασμό στις ανησυχίες και στους φόβους όπως αυτοί εκφράστηκαν από τους συμμετέχοντες της έρευνας, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες θα μπορούσε να προσπαθήσει να κατανοήσει την πηγή αυτών των ανησυχιών για να μπορέσει να τις αντιμετωπίσει επαρκώς μέσα από κατάλληλες πολιτικές και προγράμματα. Οι θετικές στάσεις των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, όπως η υποστήριξη της ιδέας της ένταξης των προσφύγων στην κοινωνία, καθώς και η ετοιμότητα αποδοχής σχεδόν κάθε είδους κοινωνικής σχέσης/επαφής με τους πρόσφυγες ή/και τους μετανάστες, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την αντιμετώπιση άλλων θεμάτων στις οποίες οι Κύπριοι δείχνουν λιγότερο θετικές στάσεις».

Τηλεφωνική και… προσωπική μεθοδολογία

Σε σχέση με τη μεθοδολογία της έρευνας ο Δρ. Χ. Ψάλτης είπε ότι αυτή «είναι μικτού σχεδιασμού και αποτελείται από δύο φάσεις. Στην ποιοτική φάση – πρόσθεσε – που αποτελούσε το πρώτο μέρος της έρευνας, διεξήχθησαν ομάδες εστιασμένων συζητήσεων, τόσο στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα όσο και στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Το ποσοτικό μέρος της έρευνας περιελάμβανε τηλεφωνική έρευνα για την Ελληνοκυπριακή κοινότητα, ενώ για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα διεξήχθη έρευνα πρόσωπο με πρόσωπο, σε αντιπροσωπευτικό δείγμα των κοινοτήτων. Ο συνολικός αριθμός των συμμετεχόντων ήταν 1.408 άτομα, εκ των οποίων 701 ήταν Ελληνοκύπριοι και 707 Τουρκοκύπριοι».

Ο Δρ. Χάρης Ψάλτης παρουσιάζει τα ευρήματα της έρευνας του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Φώτο: Στιγμιότυπο από την παρουσίαση της έρευνας. Ο Πρύτανης Τάσος Χριστοφίδης είπε ότι από το 2015, «η κυπριακή κοινωνία φαίνεται ότι έχει αναπτυχθεί συναισθηματικά», ενώ η Αντιπρόσωπος της UNHCR στην Κύπρο, Katja Saha αναφέρθηκε στην ανησυχητική τάση να καταδεικνύεται ο προσφυγικός πληθυσμός ως «απειλή».