Κλέβουν το κράτος και τους Τουρκοκύπριους

Μετά από 45 χρόνια που δημιουργήθηκε το πρόβλημα με τη μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου, η πολιτεία αδυνατεί να ρυθμίσει το θέμα των ακινήτων, ιδιοκτησίας των συμπατριωτών μας, δίνοντας την ευκαιρία σε επιτήδειους να πλουτίζουν και στερώντας το δικαίωμα στους ιδιοκτήτες τους να διαθέσουν την περιουσία τους όπως οι ίδιοι επιθυμούν.

Της Αλεξίας Καφετζή

Κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου, το κράτος προβάλλει σοβαρά εμπόδια (και μερικές φορές ανυπέρβλητα) στην πρόθεση Τουρκοκυπρίων που διαθέτουν ακίνητη περιουσία στις ελεύθερες περιοχές να την πουλήσουν ή να τη διαθέσουν όπως θεωρούν συμφερότερον για τους ίδιους.

Προσκολλημένοι σε διαδικασίες αλλά και νοοτροπίες του «ψυχροπολεμικού» κλίματος που επικράτησε μετά την τουρκική εισβολή το 1974, τεχνοκράτες και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι επιχειρούν με κάθε τρόπο να εμποδίσουν συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους να πουλήσουν την περιουσία τους.

Επικαλούμενοι ασαφείς πρόνοιες της νομοθεσίας, αλλά κυρίως από παγιωμένες αντιλήψεις εμποτισμένες με ρατσιστικά στοιχεία, κάνουν ό,τι μπορούν για να εμποδίσουν νόμιμους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας προερχομένους από τις δύο κοινότητες να ασκήσουν το ελεύθερο δικαίωμα του δούναι και λαβείν. Επιβάλλουν περιορισμούς που δεν συνάδουν με τις αρχές και νομοθεσίες ενός δημοκρατικού και ευρωπαϊκού κράτους.

Τη στιγμή που 80.000 Τουρκοκύπριοι υπήκοοι της ευρωπαϊκής Κυπριακής Δημοκρατίας, που κατέχουν όλα τα νόμιμα έγγραφα, ταυτότητες και διαβατήρια, έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, κάτι που περίτρανα αποδεικνύεται και τώρα ενόψει ευρωεκλογών, κάποιοι μανδαρίνοι του κρατικού μηχανισμού στερούν από αυτούς τους πολίτες το δικαίωμα να διαχειρίζονται όπως θέλουν την περιουσία τους.

Δε σέβονται ούτε τα Δικαστήρια

Παρόλο που αρκετές αποφάσεις δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρόσφατα αλλά και πιο παλιά, έδωσαν σαφείς κατευθύνσεις ως προς τους χειρισμούς των θεμάτων αυτών οι λεγόμενοι αρμόδιοι επιμένουν κάθε φορά να εμποδίζουν τους ιδιοκτήτες να προχωρήσουν σε πώληση των περιουσιών τους. Παρουσιάζεται μάλιστα πολλές φορές το φαινόμενο στις δίκες που διεξάγονται για τα θέματα αυτά οι κρατικές υπηρεσίες να μην εμφανίζονται για να υποστηρίξουν την αρνητική θέση τους.

Με τη στάση τους αυτή οι αρμόδιοι, κυρίως λειτουργοί του υπ. Εσωτερικών, και λεγόμενου κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών, παρεμποδίζουν σημαντικές εμπορικές πράξεις και αναπτύξεις που έχουν να κάνουν με τέτοια τουρκοκυπριακά τεμάχια. Σε πολλές περιπτώσεις Ελληνοκύπριοι επιχειρηματίες, αλλά και αλλοδαποί που προχωρούν σε σχεδιασμούς με την προοπτική αγοράς τουρκοκυπριακών ακινήτων, βρίσκονται προ απροόπτου από τα προσκόμματα που παρεμβάλλουν κρατικοί λειτουργοί στη μεταβίβαση
των ακινήτων αυτών. Οι καθυστερήσεις που σημειώνονται επιφέρουν τρομακτικές οικονομικές ζημιές, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που επιχειρηματίες μπροστά στην κωλυσιεργία των κρατικών φορέων εγκαταλείπουν τα σχέδιά τους για επενδύσεις.

Και ενώ υπάρχει και συντηρείται τόσα χρόνια αυτή η ανεπίτρεπτη κατάσταση, κάποιοι εκμεταλλευόμενοι τις τουρκοκυπριακές περιουσίες θησαυρίζουν διαχρονικά σε βάρος των ιδιοκτητών, αλλά και του κυπριακού κράτους.

Έχοντας στην κατοχή τους τουρκοκυπριακά ακίνητα που απέκτησαν με μέσο και με πλάγια μέσα και διαδικασίες, καρπούνται τεράστια οφέλη, αποδίδοντας στο κράτος ελάχιστο μόνο μέρος από όσα οι ίδιοι κερδίζουν. Είτε με υπενοικιάσεις, είτε με διάφορους άλλους τρόπους καταφέρνουν να έχουν μέχρι και εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ κέρδη κάθε χρόνο χωρίς ανάλογο ενοίκιο στον κηδεμόνα και χωρίς να καταβάλλουν φόρο εισοδήματος.

Οι καταγγελίες για τέτοιες περιπτώσεις είναι πολλές, αλλά κατά περίεργο τρόπο καμιά κυβέρνηση ως τώρα δεν φάνηκε ικανή ή δεν θέλησε να αντιμετωπίσει το θέμα, αφήνοντας στην ουσία και τα κρατικά ταμεία χωρίς έσοδα.

Χαρακτηριστικές είναι οι καταγγελίες του δημάρχου Πάφου Φαίδωνα Φαίδωνος για το διαχρονικό φαγοπότι στην επαρχία Πάφου και ιδιαίτερα στην πόλη της Πάφου, όπου ένα μεγάλο μέρος της πόλης είναι τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας. Μόλις προχτές ο κ. Φαίδωνας και σε σχέση με τις προσπάθειες που καταβάλλει για να μπει τάξη στην εκμετάλλευση των τουρκοκυπριακών ακινήτων εξέδωσε ανακοίνωση που μεταξύ άλλων
καταγγέλλει και τα εξής: «Εδώ και μερικούς μήνες παρακολουθώ μερικούς ανθρώπους που νοσταλγούν τις εποχές της ρεμούλας και της αρπαχτής στην πόλη μας. Ένας από τους τομείς στους οποίους στην πόλη μας είχε μεγαλουργήσει η κομματοκρατία, το ρουσφέτι και η διαπλοκή ήταν και η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών».

Τα αποτελέσματα αυτών των παράνομων διεργασιών δεν κατέστη ακόμη δυνατόν να αρθούν, παρόλο που σε ένα βαθμό αυτό έχει γίνει. Η Πάφος έχει μιαν ιδιαιτερότητα που καθιστά το θέμα αυτό πολύ πιο κρίσιμο για την πρόοδο και την ανάπτυξή της. Είναι η πόλη που έχει τις περισσότερες Τ/Κ περιουσίες στο κέντρο της. Πρόσφατα, μετά από επίμονες προσπάθειες για να τερματιστούν όλες αυτές οι παρανομίες, κάποιοι, οι οποίοι πήραν Τ/Κ περιουσίες στο παρελθόν και τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία για να
γίνει ανάκτησή τους, αφού παράνομα τις είχαν πάρει ή/και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για να τις κατέχουν, αντιδρούν και μετέρχονται διάφορες μεθόδους για να μη χάσουν τα παράνομα προνόμια τους».

Περιγράφοντας το περιβάλλον και το κλίμα μέσα στο οποίο τόσα χρόνια δρουν και κερδοσκοπούν οι διάφοροι ο κ. Φαίδωνος αποκαλύπτει τα εξής:

«Σε αυτή την προσπάθειά τους, βρήκαν συμμάχους τους Βουλευτές της Πάφου από τους οποίους οι τρεις δήλωσαν ότι θα εγγράψουν το θέμα στη Βουλή, ενώ ο τέταρτος και το ΑΚΕΛ με δημόσια ανακοίνωση και δηλώσεις τους κατηγορούν τον Δήμαρχο ότι έχει υποκαταστήσει δήθεν τον Υπουργό Εσωτερικών και ότι παίρνει περιουσίες Τ/Κ για λογαριασμό του Δήμου και άλλα παρόμοια. Φαίνεται ότι άρχισαν να χάνουν κομματική πελατεία ενώ είναι γνωστό ότι συγκεκριμένος Βουλευτής σχεδόν καθημερινά κάνει
παρεμβάσεις, τόσο τοπικά όσο και παγκύπρια, για να εξυπηρετούνται μη δικαιούχοι ή για να μην αφαιρεθούν περιουσίες από πρόσφυγες και μη πρόσφυγες οι οποίοι δεν τις δικαιούνται. Το στοιχείο της παράνομης υπενοικίασης, της φοροδιαφυγής και της παράνομης δήλωσης στον Κυπριακό Οργανισμό Αγροτικών Πληρωμών ήταν φαινόμενο εκτεταμένο.

Προχρονολογημένα συμβόλαια που έγιναν μετά το 1974 από μη πρόσφυγες και έφεραν ημερομηνίες πριν από το 1974, ήταν επίσης υπαρκτό φαινόμενο. Στην Πάφο, τουλάχιστον, είναι πολύ έντονο το φαινόμενο μη πρόσφυγες να κατέχουν Τουρκοκυπριακές περιουσίες με πλαστά έγγραφα δήθεν προ του 1974 αλλά και με έγγραφα όντως προ του 1974, τα οποία δήθεν τους κατοχυρώνουν θεσμιότητα, πράγμα που ο Νόμος εμφανώς το απαγορεύει».

Καταγγέλλει ακόμα ότι «Οι παράνομες ενοικιάσεις και παραχωρήσεις εδώ στην Επαρχία μας με την εμπλοκή συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου είναι δεκάδες και υπάρχουν στοιχεία γραπτώς. Είναι η ώρα το θέμα αυτό να τύχει πολύ σοβαρής διαχείρισης από την Κυβέρνηση και να μην επιτρέπεται σε κανένα να κάνει μικροπολιτική».

Υπενθυμίζουμε ότι επί Υπουργίας Σωκράτη Χάσικου αλλά και του νυν υπουργού Εσωτερικών Κωνσταντίνου Πετρίδη, υπήρξαν εξαγγελίες για πάταξη της προκλητικής αυτής κατάστασης, ενώ ανακοινώθηκαν και μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά φαίνεται ότι η διαφθορά είναι βαθιά ριζωμένη αφού ελάχιστη πρόοδος έχει σημειωθεί. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στις κατά καιρούς καταγγελίες του ο κ. Φαίδωνος δαχτυλόδειξε πολλές φορές και υψηλόβαθμους λειτουργούς του Υπουργείου ως εμπλεκόμενους στην
παράνομη κατακράτηση τουρκοκυπριακής περιουσίας.

Mια ιδιαιτερότητα που χρίζει σοβαρής μελέτης από ΥΠΕΣ και Γενική Εισαγγελία

Μέσα από την έρευνα μας έχει αναδειχτεί μια σοβαρή ιδιαιτερότητα. Τι γίνεται με τις περιουσίες των τουρκοκυπρίων που ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό πριν τις 20 Ιουλίου 1974 και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να ζουν εκτός Κύπρου;

Για το μείζον αυτό θέμα, μιλήσαμε με τον πρώην Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Αλέκο Μαρκίδη και τον νομικό – ποινικολόγο κ. Γιάννη Ιωάννου.

Ο κ. Μαρκίδης μας ανέφερε:

«Μιλάς για Τουρκοκύπριους που ήταν στο εξωτερικό το 1974 , αλλά για να είναι ένας Τουρκοκύπριος πρέπει να έχει αποκτήσει Κυπριακή Ιθαγένεια, επομένως εάν έχει Τουρκοκύπριο που έφυγε από την Κύπρο πριν το 1955 (16/8/55) είτε πρόκειται για Τουρκοκύπριο ή Ελληνοκύπριο δεν έχει σημασία αυτοί, ουδέποτε απέκτησαν ιθαγένεια της Δημοκρατίας και το αποτέλεσμα ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν την περιουσία τους»

Α.Κ.: Όχι εγώ μιλώ πριν το 1974 όχι πριν το 1955

Α.Μ.: Και το 1955 είναι πριν το 1974, δεν είναι;

Α.Κ.: Κάποιος που έφυγες το 1970 ή το 1960;

Α.Μ.: Αυτοί που έφυγαν, αυτοί που απέκτησαν Κυπριακή Υπηκοότητα και έφυγαν πριν το 74 οι περιουσίες τους υπόκεινται στην Κηδεμονία του Κηδεμόνα επομένως δεν μπορούν να τις κάνουν όπως θέλουν όπως είναι το σύστημα αυτή την στιγμή εκτός και εάν απευθυνθούν στο Κηδεμόνα και πάρουν το δικαίωμα ότι κύριοι θα τις χειρίζονται αυτοί οι άνθρωποι όπως θέλουν σύμφωνα με τα περιουσιακά τους δικαιώματα διότι δεν απέκτησαν
Ελληνοκυπριακή περιουσία στα κατεχόμενα ή οτιδήποτε άλλο. Αυτά. Αλλά είναι θέμα διακριτικής εξουσίας του Κηδεμόνα.

Α.Κ.: Άρα δεν έχει σχέση εάν ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό πριν την εισβολή;

Α.Μ.: Έχει σχέση διότι η διακριτική εξουσία του Κηδεμόνα είναι πολύ πιο ευρεία σε αυτές περιπτώσεις που ζουν οι άνθρωποι στο εξωτερικό και δεν χρησιμοποίησαν για ίδιο όφελος Ελληνοκυπριακή περιουσία στα κατεχόμενα.

Α.Κ.: Όταν ήσασταν εσείς Γενικός Εισαγγελέας κ. Μαρκίδη αυτές τις περιπτώσεις με Τουρκοκύπριους που ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό πριν την εισβολή τις βλέπατε κάθε μια ξεχωριστά ή είχατε μια γραμμή; Δηλαδή εγκρίνονταν όλες ή απορρίπτονταν όλες;

Α.Μ.: Ξεχωριστά τις βλέπαμε και ως επί τον πλείστων τις εγκρίναμε

Ο κ. Μαρκίδης συνέχισε δε τονίζοντας:

Α.Μ.: Κοίταξε, η θέση μου είναι ότι δεν πρέπει να μπουν στην κατηγορία ότι έχουν εγκαταλείψει τις περιουσίες τους και η θέση τους δεν θα έπρεπε να διαφέρει από τη θέση οποιουδήποτε άλλου, ανεξάρτητα από υπηκοότητα, που έχει περιουσία στην Κύπρο αλλά διαμένει στο εξωτερικό.

Α.Κ.: Μάλιστα. Τώρα, ο νόμος έγινε το 1991 υποτίθεται για να …

Α.Μ.: Ο νόμος, όταν διαβάσει κάποιος το Προοίμιό του, δηλαδή το δια ποίον λόγο ψηφίζεται ένας τέτοιος νόμος το 1991, θα δει ότι τονίζει το Προοίμιο αυτού του Νόμου ότι ο νόμος γίνεται διότι Τ/Κ εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους και μετέβησαν στην κατεχόμενη περιοχή και δεν γίνεται καθόλου λόγος για Τ/Κ οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στην Αυστραλία ή στο εξωτερικό γενικά. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως το ερμήνευσε ότι το Προοίμιο δεν λαμβάνεται υπόψη στην ερμηνεία διότι δεν είναι τμήμα του ίδιου του Νόμου και πάμε κατευθείαν στον ορισμό της λέξης Τ/Κ που υπάρχει στον Νόμο με αποτέλεσμα να τους πιάνει όλους αυτός ο Νόμος. Δηλαδή και αυτούς που ήταν στην ελεύθερη περιοχή και μετέβησαν στα κατεχόμενα σε κάποιο στάδιο μετά την εισβολή και αφετέρου πιάνει και αυτούς που λείπουν στο εξωτερικό απλώς και μόνο επειδή είναι Τ/Κ.

Α.Κ.: Από το 1974 μέχρι το 1991 που έγινε ο Νόμος τι γινόταν; Πώς χειρίζονταν
αυτό το θέμα;

Α.Μ.: Υπήρχαν οι γνωστές de facto καταστάσεις διαφόρων επιτροπών οι οποίες χειρίζονταν αυτά τα θέματα. Εξ’ ανάγκης ψηφίστηκε αυτός ο Νόμος για να βάλει γενικά μια τάξη στο αλαλούμ το οποίο υπήρχε εκείνη την εποχή.

Α.Κ.: Να θεωρήσω με αυτά που μου έχετε πει και το πρωί και τώρα ότι τελικά ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός;

Α.Μ.: Όχι δεν είπα αυτό. Είπα ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όσο αφορά Τ/Κ που ήταν πριν από το 1974 ή εξακολουθούν να είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, κατά τη γνώμη μου δεν δικαιολογείται να υπάρχει Κηδεμονία, όπως δεν δικαιολογείται να υπάρχει Κηδεμονία περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας ενός Αυστραλού.

Α.Κ.: Γι’ αυτό λέω. Αυτό το σημείο μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματικό;

Α.Μ.: Λέω ότι δεν μπορεί να σταθεί. Από ότι είναι κατά τη γνώμη μου η έννοια του δικαιώματος ιδιοκτησίας.

Α.Κ.: Μάλιστα. Με αυτές τις καταστάσεις όμως κ. Μαρκίδη μου οδηγείται η Δημοκρατία σε πιθανές αγωγές.

Α.Μ.: Αυτό είναι άσχετο. Δεν είναι θέμα δικό μου. Αυτό που ξέρω είναι ότι αυτά τα θέματα έπρεπε να επιλύονται μόλις προέκυπταν όπως εγίνετο επί δικής μου εποχής, παρακάτω δεν είναι θέμα δικό μου. Όχι δεν είναι θέμα δικό μου, αλλά παρακάτω τι μπορούμε να πούμε; Υπάρχει μία πτυχή αυτού του Νόμου η οποία φως φανάρι δεν μπορεί να σταθεί για το λόγο ότι δεν υπάρχει δικαιολογία να προστατεύεις, εντός εισαγωγικών, μία περιουσία κάποιου επειδή μένει στο εξωτερικό και να μην προστατεύεις περιουσία άλλου υφ’ ημών. Δεν δικαιολογείται με βάση την ερμηνεία να προστατεύεις την περιουσία κάποιου κατοίκου εξωτερικού απλώς και μόνο επειδή είναι Τ/Κ και να είναι αδιανόητο να μπει υπό κηδεμονία μια περιουσία Ε/Κ Αυστραλού ή Άγγλου που, επίσης ζει μόνιμα στο εξωτερικό.

Α.Κ.: Αυτοί οι άνθρωποι, οι Τ/Κ τι μέτρα μπορούν να πάρουν;

Α.Μ.: Αυτό είναι άλλο θέμα. Υπάρχουν αγωγές, υπάρχουν Δικαστήρια. Δεν ξέρω γιατί δεν έχει φτάσει ακόμα το εν λόγω θέμα σε Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η ουσία είναι ότι υπάρχει η δυνατότητα αγωγής στην Κύπρο.

Α.Κ.: Και κάτι τελευταίο κ. Μαρκίδη. 80,000 Τ/Κ δικαιούνται να ψηφίζουν, πολιτογραφηθήκαν Κύπριοι κλπ. Δεν είναι λίγο σχήμα οξύμωρο να δίνουμε το δικαίωμα σε 80,000 Τ/Κ από τη μια να έχουν όλα τα δικαιώματα, συν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι αλλά από την άλλη να τους στερούμε το δικαίωμα να διαχειρίζονται την περιουσία τους;

Α.Μ.: Ο νόμος λέει ότι εάν εγκατασταθούν εκ νέου μόνιμα στην ελεύθερη περιοχή ότι δικαιούνται να πάρουν και την περιουσία τους αλλά αν δεν μπορούν να την πάρουν διότι είναι δρόμος, διότι είναι σχολείο, διότι υπάρχει προσφυγικός οικισμός τότε θα πρέπει να αποζημιωθούν.

Α.Κ.: Εντάξει. Εγώ μιλώ πάντα για άτομα τα οποία….

Α.Μ.: Ναι αλλά σου είπα είναι και μια κατάσταση ανάγκης στην Κύπρο και για αυτό το λόγο, ένας από τους βασικούς λόγους που μπαίνουν μέσα στη ζυγαριά του Κηδεμόνα είναι το κατά πόσο κάποιος Τ/Κ κατέχει Ε/Κ περιουσία στην κατεχόμενη περιοχή».

Ο κ. Γιάννης Ιωάννου μας ανέφερε κατηγορηματικά:

«Λοιπόν, η οποιαδήποτε υπόθεση αφορά σε μετανάστη Τ/Κ, ο οποίος έχει μεταναστεύσει πριν από τις 20 Ιουλίου 1974 δεν εμπίπτει στη λεγόμενη Κηδεμονευόμενη Περιουσία.»

Α.Κ.: Άρα, ο Κηδεμόνας δεν έχει κανένα λόγο αν έφυγε πριν το 1974.

Γ.Ι.: Δεν εμπίπτει στην εποπτεία και στον έλεγχο του Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών.

Δεύτερο. Προκειμένου να υπάρξει θεραπεία εις τα ζητήματα αυτά, αρμόδιο υπουργείο είναι το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο, δυστυχώς, είτε για αλλότριους σκοπούς, είτε γιατί υπάρχει απίστευτη γραφειοκρατία, είτε αδυνατεί, είτε σκοπίμως χρονοτριβεί στην επίλυση αυτών των ζητημάτων.

Και τρίτο αυτή η τακτική του Υπουργείου έχει δημιουργήσει προϋποθέσεις για καταχώρηση εκατοντάδων προσφυγών στο Ανώτατο Δικαστήριο με κίνδυνο αφενός μεν την οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου και αφετέρου την έκθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας δικαστηριακά μέχρι και το σημείο να έχουν καταχωρηθεί και υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».