Η εκ των υστέρων παραίτηση είναι το αποτέλεσμα της πίεσης της κοινής γνώμης

Οργή λαού…

Ο πολιτικά εκτεθειμένος ηγέτης, οφείλει να διαμορφώνει και όχι να διαμορφώνεται από το λαϊκό αισθητήριο. Είναι η προορατική αυτή ικανότητα, χάρισμα κατά κάποιους, που διαχωρίζει τον οραματιστή από τον απλό διαχειριστή της πολιτικής εξουσίας που υπό συγκεκριμένες συνθήκες του ανατέθηκε.


Του Ρίκκου Μαππουρίδη

Αν η ανάθεση είναι το αποτέλεσμα λαϊκής εντολής, τότε η δυσαρμονία με το λαϊκό αίσθημα, ως φαινόμενου που προσλαμβάνει συλλογική διάσταση, δεν εκφράζεται ως συζήτηση για το ποιος έχει ή όχι δίκαιο αλλά απλά, αφού ο φορέας δεν πέτυχε να πείσει για την ορθότητα της δικής του στάσης, απλώς αποχωρεί. Πολύ περισσότερο, όταν ο φορέας έλκει την εξουσία του από διορισμό, οπότε η δυσαρμονία αντανακλά απευθείας στον διορίσαντα, ο πολιτικός πρέπει, είτε αισθάνεται αδικημένος είτε όχι, να αποδέχεται τη δια βοής εκφρασθείσα συλλογική ετυμηγορία και να απέρχεται.

Το ερώτημα που μου τίθεται επανειλημμένα τις μέρες αυτές είναι γιατί ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Αρχηγός Αστυνομίας δεν είχαν παραιτηθεί ακόμα; Δεν ζήτησε κανένας τη γνώμη μου αν όντως θα έπρεπε να παραιτηθούν και αν μια τέτοια ενέργεια ήταν ή όχι δικαιολογημένη. Το λαϊκό αίσθημα ακολουθούσε ένα αισθητήριο που διέτρεχε με αόριστο, μάλλον ακαθόριστο τρόπο, την ατμόσφαιρα που θεωρούσε ως δεδομένη∙ την ανάγκη παραίτησης. Τότε ήταν που θυμήθηκα το: «ὥστ’ ἄν τις βούληται νόμον καινὸν τιθέναι, ἐν βρόχῳ τὸν τράχηλον ἔχων νομοθετεῖ. καὶ ἐὰν μὲν δόξῃ καλὸς καὶ χρήσιμος εἶναι ὁ νόμος, ζῇ ὁ τιθεὶς καὶ ἀπέρχεται, εἰ δὲ μή, τέθνηκεν ἐπισπασθέντος τοῦ βρόχου.»1

Επίκεντρο της πολιτικής αντίληψης είναι στην περίπτωση μας το «δόξει». Σε ποιούς να «δόξει» και γιατί; Γιατί βέβαια, είναι ουσιαστική προϋπόθεση μιας εναργούς «αίσθησης δικαιοσύνης», η ύπαρξη της ευρισκόμενης στον αντίποδα αίσθησης του «αδίκου» και η σύμπτωση των αισθήσεων αυτών στις ενσυνείδητες εκτιμήσεις των ανθρώπων ως ελλόγων και πολιτικών όντων, κοινωνών ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, είναι που διαμορφώνει το «δόξει». Η νοητική αυτή συλλογική διεργασία, έλλογη ή μη, δεν θα τολμούσα να πω «ορθή ή εσφαλμένη», είναι που διαμορφώνει το «δόξει» ως συλλογική αντίληψη ενός πεπραγμένου.

Η πολιτική ευθύνη συνίσταται στο να δύναται ο πολιτικός στη δεδομένη στιγμή να πείσει το κοινό, ότι συμμερίζεται την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία που αυτό εκφράζει για συγκεκριμένο θέμα. Δεν είπε κανένας, και ούτε άλλωστε θα μπορούσε να υποστηριχθεί σοβαρά ότι ο Υπουργός ή ο Αρχηγός είχαν οποιαδήποτε ευθύνη για τα διαδραματισθέντα. Ούτε το λαϊκό αίσθημα απαίτησε την παραίτηση του Υπουργού Δικαιοσύνης ή του Αρχηγού Αστυνομίας στην περίπτωση της Oxana Rantseva2 όταν η Κυπριακή Δημοκρατία καταδικάστηκε γιατί δεν έλαβε προστατευτικά μέτρα για να παρεμποδίσει εγκληματική ενέργεια τρίτου εναντίον της. Οι Κυπριακές Αρχές στην υπόθεση εκείνη καταδικάστηκαν επειδή παρέλειψαν να λάβουν μέτρα για να την προστατεύσουν από εμπορία και να διερευνήσουν κατά πόσο αυτή ήταν θύμα εμπορίας προσώπων. Το λαϊκό αισθητήριο δεν συνέδραμε ώστε το λαϊκό αίσθημα να θιγεί τότε, ούτε όταν η κοπέλα πέθανε, ούτε ακόμα και όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε την καταδικαστική του Απόφαση.

Από την εκ πρώτης όψεως αυτή αντίφαση, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα: Είναι άραγε έλλογο το «κοινό αίσθημα δικαίου»; Στην περίπτωση της πολιτικής ανάλυσης, σε αντίθεση με τη νομική, ο πολιτικός δεν έχει περιθώρια μη συμμόρφωσης προς το κοινό αυτό αίσθημα, έλλογο ή όχι, αφού η εξουσία του, από αυτό εκπορεύεται και από την άσκηση του εκ του αισθήματος αυτού διεπόμενου δημοκρατικού δικαιώματος της ψήφου πηγάζει. Αντίθετα στο Νόμο, ένα Δικαστήριο, όχι σπάνια, συγκρούεται με το κοινό αίσθημα δικαίου αθωώνοντας εμπόρους ναρκωτικών για παράδειγμα, επειδή τυχαία ή όχι, κάηκαν τα τεκμήρια εντός Δικαστικού κτηρίου. Ο πολιτικός επομένως, οφείλει να προβλέψει την τροπή και την ενδεχόμενη εκτροπή του λαϊκού αισθήματος και να το ανατρέψει ή τουλάχιστο να το ενστερνισθεί καθιστάμενος κοινωνός του αφού υπό τις περιστάσεις στερείται της ικανότητας να το διαμορφώσει.

Αν εν τέλει, επανερχόμενοι στα καθ’ ημάς, η παραίτηση προτεινόταν μόλις προέκυψε η υποψία ότι η Αστυνομία παρέλειψε να διερευνήσει κάποιες πτυχές της εξαφάνισης γυναικών, θα ήταν συμβατή με την επικρατούσα άποψη και ο παραιτούμενος πολιτικός θα απολάμβανε τη δικαίωση που πιστώθηκε σε ανάλογη περίοδο ο Κύπρος Χρυσοστομίδης. Εκ των υστέρων, η εντύπωση ότι η παραίτηση είναι το αποτέλεσμα της πίεσης της κοινής γνώμης, αναιρεί τη σημασία που ο παραιτούμενος επιδιώκει να προσδώσει και αναπόφευκτα οδηγεί στο πολιτικό «τέθνηκεν επισπασθέντος του βρόγχου».