Η φτηνή προεκλογική εκστρατεία και η t.v.

Οι πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα, οι υποψήφιοι που πήραν μέρος στην προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές της Κυριακής, δεν είχαν και πολλά να προτείνουν στους ψηφοφόρους. Ο λόγος τους αφορούσε κυρίως τους αντιπάλους κι όχι τους ίδιους και ήταν λόγος αρνητικός. Στην προεκλογική που ολοκληρώνεται οσονούπω, δεν κλήθηκε ο ψηφοφόρος να κρίνει πολιτικές. Τον κάλεσαν να αξιολογήσει την ηθική και τη συμπεριφορά των άλλων. Γίναμε μάρτυρες της χωρίς όρια χρησιμοποίησης της αρνητικής διαφήμισης.

Του Αντώνη Άσσου

Καθώς τα κόμματα σήμερα ποδηγετούνται από επικοινωνιολόγους και δημοσιοσχετίστες που γνωρίζουν καλά την τέχνη της προπαγάνδας, οδηγήθηκαν σε πεδία που λίγη, έως ελάχιστη σχέση έχουν με αυτό που λέμε «παραγωγή πολιτικής».

Όπως μαθαίνουμε από τους επαϊοντες η χρήση της αρνητικής διαφήμισης στην πολιτική έχει ως στόχο κυρίως τους αναποφάσιστους και αμφιταλαντευομένους ψηφοφόρους. Και
καθώς η δεξαμενή της κατηγορίας αυτής των ψηφοφόρων περιέχει ένα πολύ μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, στράφηκε προς τα εκεί η προσοχή. Σκοπός της αρνητικής
διαφήμισης, όπως λένε οι ειδικοί, είναι από τη μια να κερδίσει τις χαμένες ψήφους μέσω της πόλωσης και από την άλλη να κρατήσει μακριά από τις κάλπες τους αναποφάσιστους μέσω της απαξίωσης.

Μα τόσο σημαντικό εργαλείο είναι η αρνητική διαφήμιση; Ναι, είναι η απάντηση καθώς σε πολλές περιπτώσεις επιδρά βαθύτερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στις συνειδήσεις των μαζών και ιδιαίτερα αυτών με χαμηλό μορφωτικό υπόβαθρο, δίνοντας καλύτερα αποτελέσματα ακόμα και από τη συμβατική διαφήμιση.

Αν κρίνουμε από ό,τι ακούμε και βλέπουμε γύρω μας, η προσέγγιση αυτή δεν είναι μόνο θεωρία. Το βλέπουμε στη ζωή. Αρκεί μια ατάκα για να γίνει πιστευτή, να υιοθετηθεί και με τη μέθοδο «από στόμα σε στόμα» γίνεται viral, για να μιλήσουμε με τη σύγχρονη γλώσσα.

Επιστρέφοντας στην αρνητική διαφήμιση μαθαίνουμε ότι στρέφεται εναντίον του σημαντικότερου αντιπάλου εστιάζοντας στα αδύναμα σημεία του.

Στην ουσία δεν επιχειρείται σε καμία περίπτωση άρθρωση πολιτικού λόγου παρά μόνον η δημιουργία αρνητικών συνειρμών, ταυτισμένων με τον κύριο πολιτικό αντίπαλο και τις απόψεις που εκφράζει. Με άλλα λόγια επιχειρείται η μετατόπιση του «πεδίου μάχης» από τον πολιτικό λόγο στη συνθηματολογία. Και να μη γνωρίζει κάποιος από προπαγάνδα, παρακολουθώντας την προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωεκλογές, καταλήγει χωρίς δεύτερη σκέψη στα πιο πάνω. Το είδαμε στην πράξη σε μεγάλο βαθμό. Για παράδειγμα
ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ-ΕΛΑΜ, ενώ υπήρξαν αψιμαχίες και μεταξύ ΕΔΕΚ και του συνασπισμού Οικολόγων-Συμμαχίας Πολιτών. Δεν ακούσαμε από τα κόμματα και τους υποψηφίους τι προτείνουν, τι θα κάνουν. Τους ακούσαμε όμως να λένε ότι ο αντίπαλός του δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά, δεν γράφτηκε στο ΓΕΣΥ, δεν ήταν καλός ευρωβουλευτής, υπηρετεί τουρκικά συμφέροντα, δεν έχει πολιτική ευθιξία, είναι μηδενικό και πολλά άλλα.

Η στρατηγική αυτή ακολουθείται, σύμφωνα με τους ειδικούς σε περιπτώσεις έλλειψης δυναμικής στην επιρροή του εκλογικού σώματος και με σκοπό να ανακοπεί η δυναμική του αντιπάλου. Όταν δηλαδή γίνει αντιληπτό πως το πολιτικό μήνυμα που προπαγανδίζεται από τη μία πλευρά δεν αφομοιώνεται από τις μάζες, τότε η ύστατη λύση είναι να πληγεί ο αντίπαλος μέσω της διαστρέβλωσης του δικού του μηνύματος.

Θεματολογία κατά παραγγελία
Μέσω της έντασης και του φανατισμού, που εικονικά ή πραγματικά τα κόμματα και οι υποψήφιοι εξέπεμπαν στα πάνελ των τηλεοπτικών σταθμών, επιχειρούσαν να παρασύρουν τους ψηφοφόρους, ή έστω να τους κεντρίσουν το ενδιαφέρον ή να προκαλέσουν τον κομματικό πατριωτισμό τους για να τους πείσουν να προσέλθουν στις κάλπες. Καβγάδες όπως αυτός μεταξύ των υποψηφίων Νατάσας Ιωάννου και Γεάδη Γεάδη που ξέφυγε μάλιστα από τα τηλεοπτικά στούτιο και έφτασε να μετατραπεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, ζήσαμε πολλούς.

Στοχευμένα και σύμφωνα με τις οδηγίες των επικοινωνιολόγων και καθοδηγούμενα από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, τα κόμματα ανέσυραν θέματα και έβαζαν στο τραπέζι των προεκλογικών συζητήσεων ό,τι κατά τη γνώμη τους αποτελούσε ατού για τα ίδια και μειονέκτημα για τους αντιπάλους. Η οικονομία στις διάφορες πτυχές της, το ΓΕΣΥ, ο κατά συρροή δολοφόνος και όλα όσα προκύπτουν από τη δράση του, η πολιτική ευθιξία και οι παραιτήσεις πολιτειακών αξιωματούχων, οι Τουρκοκύπριοι ψηφοφόροι, η συμπερίληψη του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ στο ψηφοδέλτιο του ΑΚΕΛ ήταν τα θέματα που κέρδισαν τη μεγαλύτερη δημοσιότητα. Περισσότερο το ενδιαφέρον των ψηφοφόρων επικεντρώθηκε σε μονομαχίες είτε κομμάτων είτε υποψηφίων.

Περιέργως τη φορά αυτή έμεινε εκτός προεκλογικής ατζέντας το πραξικόπημα που άλλοτε κυριαρχούσε. Κατά επίσης περίεργο τρόπο και το Κυπριακό δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαξιφισμών. Ελάχιστα ασχολήθηκαν οι υποψήφιοι με το θέμα και μπορούμε να πούμε ότι ξεχάστηκε. Παρά το γεγονός ότι οι προκλήσεις της Τουρκίας την περίοδο αυτή έφτασαν στο απόγειό τους με την παρουσία του «Πορθητή» στην κυπριακή ΑΟΖ, δεν υπήρξαν οι αναμενόμενες συζητήσεις. Τυχαίο; Ή μήπως υπήρξε παρασκηνιακή συμφωνία; Αν ισχύει το δεύτερο ήταν μια σωστή απόφαση που πρέπει να πιστωθεί στα κόμματα.

Θα μπορούσε κανείς να γράψει τόμους ολόκληρους για την ποιότητα και το περιεχόμενο της προεκλογικής εκστρατείας. Όσα όμως και να γράψει δεν θα βρει τίποτε να πει για την ευρωπαϊκή διάσταση των εκλογών. Είχαμε μια προεκλογική εκστρατεία αποκλειστικά με κυπριακή ατζέντα. Κανένα θέμα με γενικότερο ενδιαφέρον, από εκείνα που απασχολούν τους λαούς της Ευρώπης δεν προβλήθηκε και δεν συζητήθηκε. Δεν ακούσαμε ούτε για το
μεταναστευτικό, ούτε για ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε για τη φτωχοποίηση, ούτε για το περιβάλλον. Οι κάποιες εξαιρέσεις πέρασαν απαρατήρητες και απλώς επιβεβαίωσαν τον κανόνα. Ενδεικτικό της απόστασης που μας χωρίζει από την Ευρώπη είναι και το γεγονός ότι το debate μεταξύ των υποψηφίων για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης πέρασε απαρατήρητο στην Κύπρο. Ένα γεγονός τόσο σημαντικό, που μεταδιδόταν ζωντανά τηλεοπτικά σε όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης (και στην Κύπρο), δεν προκάλεσε καμιά
συζήτηση, καμιά κριτική από όλους αυτούς που ομνύουν πίστη στην Ευρώπη.

Από την προϊστορία στην εποχή της t.v.
Συνεχίζοντας μια πορεία που άρχισε πριν αρκετά χρόνια η προεκλογική εκστρατεία και αυτή τη φορά ήταν κυρίως τηλεοπτική, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά. Τα παραδοσιακά μέσα της αφισοκόλλησης, των γιγαντοαφισών στους δρόμους, η διαφήμιση μέσω των εφημερίδων και των άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης, ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε. Όσο για πανό και πολύ περισσότερο συνθήματα σε τοίχους, ανήκουν πλέον στην… προϊστορία. Πρέπει να ήταν η πιο φτηνή και από οικονομικής πλευράς, όχι μόνο ποιοτικής, προεκλογική εκστρατεία. Τα κόμματα δεν ξοδεύτηκαν πολύ.

Περιορίστηκαν στον χρόνο που τους πρόσφεραν οι τηλεοπτικοί σταθμοί. Μπορούμε να πούμε ότι η τηλεόραση ήταν το κυρίαρχο μέσο. Και ήταν οι τηλεοπτικοί σταθμοί που αποφάσιζαν ποιους και πόσο θα προβάλουν. Και φάνηκε ότι υπήρχαν προτιμήσεις. Και σε κόμματα και σε πρόσωπα. Γι’ αυτό είχαμε υποψηφίους που ελάχιστα έως καθόλου προβλήθηκαν. Ακόμα και υποψήφιοι μεγάλων κομμάτων δεν είχαν ανάλογη προβολή που έτυχαν συνυποψήφιοί τους. Οι προτιμήσεις ήταν προς εκείνους που θα έφερναν τηλεθέαση. Το ζήσαμε και το εμπεδώσαμε. Αν θα μιλούσαμε με ονόματα από πλευράς υποψηφίων αυτοί που προβλήθηκαν περισσότερο ήταν οι Λευτέρης Χριστοφόρου και Νίκος Τορναρίτης από τον ΔΗΣΥ, Γιώργος Γεωργίου και Νεοκλής Συλικιώτης από το ΑΚΕΛ, Ελένη Θεοχάρους, Μαρίνος Μουσιούτας, Μάριος Μαυρίδης, από το ΔΗΚΟ, Δημήτρης Παπαδάκης και Χρίστος Ιακώβου από την ΕΔΕΚ, Γεάδης Γεάδης από το ΕΛΑΜ και Χαράλαμπος Θεοπέμπτου από τον συνασπισμό Οικολόγων-Συμμαχία Πολιτών. Στα τηλεοπτικά πάνελ εμφανίστηκαν και αρκετοί νέοι στην πολιτικοί που διεκδικούν έδρα στο ευρωκοινοβούλιο. Δεν απέφυγαν όμως και αυτοί την πεπατημένη. Όπως και οι παλαιότεροι χαρακτηρίζονταν από αμετροέπεια, κενό πολιτικό λόγο και εριστικότητα. Παλαιότεροι και νεότεροι έδιναν την εντύπωση ότι στις συζητήσεις τους επεδίωκαν την ένταση και τον φανατισμό.