Γονική Μέριμνα: Παιδιά χωρισμένων γονιών στην Κύπρο…και η νομοθεσία

Ο όρος της Γονικής Μέριμνας είναι ευρύς, αλλά και από ότι φαίνεται παρεξηγημένος. Την γονική μέριμνα των παιδιών έχουν και ασκούν εκ του Νόμου οι γονείς από κοινού και περιλαμβάνει έννοιες που και οι ίδιοι οι γονείς τις πλείστες φορές αδυνατούν να κατανοήσουν, όπως είναι για παράδειγμα η επιμέλεια του παιδιού. Η επιμέλεια ενός παιδιού ασκείται από τους γονείς καθημερινά, αφού αυτή αφορά αποφάσεις από το ποιο θα είναι το όνομα του μέχρι σε ποιο σχολείο θα φοιτήσει. Τι γίνεται όμως, όταν οι γονείς αποφασίσουν να λύσουν τον γάμο τους με διαζύγιο; Πώς ρυθμίζεται σε τέτοια περίπτωση η γονική μέριμνα του παιδιού και πώς αυτή ρυθμίζεται αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της;

Η Βασιλική Χριστοφόρου δικηγόρος/Νομικός Σύμβουλος επιχειρεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τις έννοιες από την πραγματική σκοπιά τους. Πιο ξεκάθαρη και πιο επαγγελματική με γνώμονα πάντα τις ισορροπίες των σχέσεων μεταξύ παιδιών και γονιών μετά το διαζύγιο.

«Καταρχήν να αναφερθεί ότι η γονική μέριμνα του παιδιού δεν αφαιρείται από τους γονείς, επειδή αυτοί σταματούν να συμβιώνουν ή επειδή αποφάσισαν να χωρίσουν, ξεκαθαρίζει η κ. Χριστοφόρου.  «Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό μπορεί να γίνει προνοούνται στο Νόμο και είναι συγκεκριμένες. Εάν οι γονείς διαφωνούν ως προς τον τρόπο άσκησης αυτής τότε καθένας εξ αυτών μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την ρύθμιση της», καταλήγει λίγο πριν αρχίσω να υποβάλλω τα ερωτήματα μου.

Για ποιους λόγους κυρίως διαφωνούν οι γονείς;

Οι διαφωνίες των γονιών αφορούν ως επί το πλείστο θέματα διαπαιδαγώγησης του παιδιού, αλλά κυρίως θέματα φύλαξης, τόπου διαμονής και επικοινωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι γονείς στον βωμό των μεταξύ τους συναισθηματικών διενέξεων και συγκρούσεων χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης τα παιδιά τους και υπό την απειλή της στέρησης τους από τον ένα γονιό. Οι γυναίκες ως μητέρες νιώθουν ότι τα παιδιά ανήκουν μόνο στις ίδιες και οι άντρες ως πατέρες απαιτούν ουσιαστική επαφή και επικοινωνία με αυτά. Ποιους όμως εξυπηρετεί στο τέλος της ημέρας αυτή η διαμάχη και που οδηγεί;

Οι γονείς οφείλουν να κατανοήσουν ότι τα παιδιά τους δεν είναι αντικείμενα προς διαχωρισμό και οφείλουν να τα σέβονται, να τα προστατεύουν και να ακούν τις απόψεις τους. Στην εποχή που ζούμε οι αυξημένες απαιτήσεις της κοινωνίας και ο γοργός ρυθμός με τον οποίο εξελίσσεται η ζωή, τα παιδιά πλέον μεγαλώνουν και αναπτύσσονται έχοντας στην διάθεση τους πλήρη γνώση και όλα τα μέσα ενημέρωσης των όσων διαδραματίζονται γύρω τους και επιζητούν την ενεργή συμμετοχή τους και την προώθηση των δικαιωμάτων τους, στα ζητήματα που τα αφορούν και που μπορεί να φέρουν σημαντικές αλλαγές στην ζωή τους.

Μέσα από τις εμπειρίες σας σε τέτοιους είδους υποθέσεις τι έχουν καταδείξει;

Kυρίως ότι τα παιδιά παραγκωνίζονται και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε από τους γονείς τους ούτε δυστυχώς από το Νόμο και το Δικαστικό μας σύστημα. Σε μία απλή Αίτηση γονικής μέριμνας που ο πατέρας δικαιωματικά ζητά την εξασφάλιση με διάταγμα Δικαστηρίου της επικοινωνίας του με το παιδί, εάν συναντήσει την αντίδραση της μητέρας, η οποία δεν αφορά θέματα κακομεταχείρισης, παραμέλησης ή βίας προς το παιδί, σπάνια έως και καθόλου ζητείται να ακουστεί η γνώμη του παιδιού. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η υπόθεση να διαιωνίζεται εωσότου ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός του γραφείου ευημερίας και ο πατέρας να στερείται ή να βλέπει το παιδί του για ελάχιστες ώρες την εβδομάδα.

 

Τι λέει η σχετική νομοθεσία που ρυθμίζει την γονική μέριμνα;

Ο Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμος 216/90, αναφέρει ότι κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου, σχετικά με τον τρόπο άσκησης και την ανάθεση της. Στον ίδιο τον Νόμο αναφέρεται ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στον βαθμό που αυτό μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση, σχετικά με τη γονική μέριμνα. Ποιος όμως καθορίζει τον βαθμό της ωριμότητας και της αντίληψης του παιδιού; Ποια είναι η ηλικία που θεωρητικά ένα παιδί ωριμάζει και μπορεί να του ζητηθεί να εκφράσει γνώμη και αυτή να συνεκτιμηθεί πριν από κάθε απόφαση που το επηρεάζει;

Αναμφίβολα τα παιδιά σήμερα ωριμάζουν σε διαφορετικές ηλικίες και το επίπεδο της ωριμότητας τους διαφέρει αναλόγως των βιωμάτων που έχουν στην ζωή τους. Μήπως δεν υπάρχουν παιδιά που είναι πιο ώριμα από την ηλικία στην οποία βρίσκονται; Είναι γι’ αυτό τον λόγο που η ηλικία ενός παιδιού δεν πρέπει να παίζει τον καθοριστικό λόγο για τον πιο πάνω σκοπό, αλλά θα πρέπει να καθοριστούν διάφοροι παράγοντες που θα κρίνουν εάν το Δικαστήριο κατά την σχετική απόφαση του, οφείλει να ζητήσει την άποψη του παιδιού και να την συνεκτιμήσει.

Σε ποιες περιπτώσεις «μπαίνει» ένα παιδί σε δικαστικές διαδικασίες;

Η συχνότητα με την οποία ένα παιδί έρχεται σε επαφή με το σύστημα της δικαιοσύνης σήμερα είναι μεγάλη και αυτή η επαφή, δυστυχώς, του προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα και αρκετό άγχος και φόβο. Η οικογένεια του παιδιού πολλές φορές σε τέτοιου είδους καταστάσεις δεν γνωρίζει πώς να το προσεγγίσει και οι πρακτικές, που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στο σύστημα όπως είναι οι συνεντεύξεις με το παιδί, δεν απαλύνουν το αίσθημα του πόνου και του τραύματος που μεταφέρουν.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει δώσει προς τα κράτη μέλη του, Κατευθυντήριες Γραμμές για ένα φιλικό σύστημα δικαιοσύνης προς τα παιδιά, τα οποία έχουν κάθε δικαίωμα να εκπροσωπούνται νομικά σε κάθε είδους διαδικασία, όπως είναι για παράδειγμα η σύγκρουση των γονέων του στα πλαίσια μιας αίτησης σε σχέση με την γονική του μέριμνα. Είναι καίριας σημασίας και σπουδαιότητας όταν το παιδί εκπροσωπείται νομικά να διασφαλίζεται η συμμετοχή του, το συμφέρον του, ο σεβασμός στην αξιοπρέπεια του και να μην γίνεται οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση εις βάρος του.

Οφείλουμε σε μια πολιτισμένη και εξελιγμένη κοινωνία να προάγουμε με κάθε δυνατό τρόπο ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού και να προνοούμε για την παροχή τέτοιων μηχανισμών, στους οποίους το παιδί θα μπορεί να στραφεί, ώστε να εκπροσωπηθεί ικανοποιητικά σε κάθε είδους διαδικασία που το αφορά.

H Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού δεν έχει νομικές αρμοδιότητες;

Αναμφίβολα στην Επίτροπο έχουν ανατεθεί εκ του Νόμου, που αφορά την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ευρείες αρμοδιότητες για την εκπροσώπηση του σε δικαστικές ή άλλες διαδικασίες. Ο διορισμός της Επιτρόπου αποφασίζεται από το Δικαστήριο, εφόσον πειστεί ότι τούτο θα επενεργήσει προς το συμφέρον του, αφού ακούσει πρώτα τις απόψεις του παιδιού και των γονιών του. Πώς όμως εξυπηρετείται καλύτερα αυτή η δυνατότητα της Επιτρόπου;

Η ανάθεση της εκπροσώπησης του παιδιού σε δικαστικές διαδικασίες γίνεται σε δικηγόρους, οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα αναφορικά με τα θέματα των δικαιωμάτων του παιδιού και τις διαδικασίες που θα συμμετάσχουν. Ο Δικηγόρος πρέπει να παραμένει ανεξάρτητος και αμερόληπτος κατά την διάρκεια της διαδικασίας και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του ότι διορίζεται από την Επίτροπο για να εκπροσωπήσει το συμφέρον του παιδιού, πάντα σε συνεργασία μαζί του, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του, σε συνεργασία με κάθε ειδικό, με τρόπο φιλικό και κατανοητό προς το παιδί.

Υπάρχει θετική εξέλιξη;

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο περί Διαμεσολάβησης σε Οικογενειακές Διαφορές Νόμος 62(Ι) του 2019. Σκοπός του σχετικού Νόμου είναι τα εμπλεκόμενα μέρη, με τη βοήθεια ενός τρίτου ανεξάρτητου και αντικειμενικού προσώπου, του διαμεσολαβητή, να ρυθμίσουν από κοινού τις οικογενειακές τους υποθέσεις οποτεδήποτε, με την βοήθεια του διαμεσολαβητή, ο οποίος αποτελεί πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Διαμεσολαβητών Οικογενειακών Διαφορών. Μέσω της διαμεσολάβησης μειώνεται σημαντικά τόσο ο  χρόνος που χρειάζεται προς επίλυση των διαδικασιών που οδηγούνται στα δικαστήρια όσο και τα έξοδα. Η διαμεσολάβηση μεταξύ άλλων ενισχύει την επίλυση τέτοιου είδους διαφορών συναινετικά, με σκοπό τον περιορισμό των συγκρούσεων και της εχθρότητας μεταξύ των μερών, την στήριξη των σχέσεων μεταξύ των μελών της οικογένειας, την διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού και ενθαρρύνει την ανάληψη με υπευθυνότητα της κοινής γονικής ευθύνης για την φροντίδα, ευημερία και ανάπτυξη των παιδιών, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, που έχει κυρωθεί στην Κύπρο με νόμο.

Αναθεώρηση και εκσυγχρονισμός προωθείται στον τομέα του Οικογενειακού Δικαίου και με τροποποιήσεις του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, με τις οποίες διασφαλίζεται το δικαίωμα του παιδιού να ακούγεται και να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του, η οποία να εκφράζεται ελεύθερα σε οποιαδήποτε διαδικασία και να τον αφορά.

Όλα αυτά που μας αναφέρετε ακούγονται «απλά»…Πόσο εφικτά είναι προς την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των παιδιών χωρισμένων γονιών;

Φυσικά, όλα τούτα ακούγονται και φαίνονται εκ πρώτης όψεως θετικά βήματα, όμως χωρίς την συμμετοχή των γονιών σε ένα πρόγραμμα διαπαιδαγώγησης ή ψυχολογικής στήριξης των ιδίων ή και του παιδιού προς την αντιμετώπιση των συνεπειών που μπορεί να επιφέρει ο χωρισμός τους, προς όλα τα μέλη της οικογένειας και παράλληλα χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση και κατάρτιση κάθε προσώπου, που επιφορτίζεται με το δύσκολο έργο της επίλυσης των διαφορών, που προκύπτουν σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ακόμα πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για θετική εξέλιξη.

Το δικαίωμα του παιδιού να διατηρεί επαφή εξίσου και με τους δύο γονείς του, σε περίπτωση χωρισμού αυτών, χρήζει εξαιρετικής βελτίωσης και κατοχύρωσης, όπως επίσης και η δυνατότητα και οι δύο γονείς να ασκούν την φύλαξη αυτού εξίσου, εφόσον τούτο είναι εφικτό, χωρίς να γίνεται διάκριση λόγω φύλου ή ηλικίας ή καταγωγής ή άλλως πως.

Της Νικολέτας Χρήστου