Η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ μιλά για τη…Σεβγκιούλ

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Την ιστορία των διακρίσεων σε βάρος της οικογένειας της και τη δική της δημοσιογραφική πορεία ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους αγνοούμενους της Κύπρου, που την έκαναν για χρόνια στόχο ρητορικής μίσους, κυρίως στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφηγήθηκε με συγκλονιστική απλότητα η γνωστή και στις δύο πλευρές του συρματοπλέγματος Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Σεβγκιούλ Ουλούνταγ (Sevgül Uludağ) μιλώντας την Παρασκευή 31 Μαϊου 2019 στο Ινστιτούτο Γκαίτε στη Νεκρή Ζώνη δίπλα στο ξενοδοχείο Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία, στο πλαίσιο διήμερου σεμιναρίου με τίτλο «Αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, του λαϊκισμού και του εθνικισμού στο δημόσιο λόγο και στα μέσα ενημέρωσης» που οργάνωσε η μη κυβερνητική οργάνωση Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ). Όπως είναι γνωστό η κυρία Ουλούνταγ προτάθηκε πρόσφατα στη Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης 2019,  κυρίως για τον πολύχρονο αγώνα της για την ανεύρεση αγνοουμένων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες και τις κατεχόμενες περιοχές.

«Γεια σας με λένε Sevgul που σημαίνει τριαντάφυλλο – ο κήπος μας είχε πολλά τριαντάφυλλα και η μητέρα μου, μου έδωσε αυτό το όνομα γι’ αυτό το λόγο», είπε αρχίζοντας την παρέμβασή της η κυρία Ουλούνταγ, μιλώντας στα αγγλικά. «Από πολύ μικρή ηλικία», συνέχισε, «έμαθα μέσω της μητέρας μου να αγαπώ τη φύση. Γεννήθηκε το 1917, ήταν δασκάλα, μιλούσε αγγλικά που τα δίδαξε και σε μένα και  στα νιάτα της ήταν μια από τις λίγες πολύ δυναμικές γυναίκες που οδηγούσαν ποδήλατο και έκαναν βουτιές στη θάλασσα του Βαρωσιού. Γεννήθηκα όταν ήταν 41 χρόνων – το 1958 – και είμαι το μικρότερο παιδί της, αφού έχω μια αδελφή κι έναν αδελφό κατά 14 και 11 χρόνια μεγαλύτερους από μένα. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 7 χρόνων, αφού υπέστη συστηματικές διώξεις, όντας ένας από τους πρώτους αντιρρησίες συνείδησης στην Κύπρο – αρνήθηκε να ενταχθεί στη μυστική οργάνωση (σ. σ. αναφέρεται στη γνωστή ΤΜΤ, τουρκοκυπριακή εθνικιστική παραστρατιωτική οργάνωση υποστηριζόμενη από την Τουρκία που ιδρύθηκε το 1958), γιατί δεν μπορούσε να σκοτώσει ανθρώπους – τους είπε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε να σφάξει ούτε κοτόπουλο για το οικογενειακό τραπέζι και το έκανε η γυναίκα του! Έπεσε σε δυσμένεια και τον έκλεισαν στη φυλακή. Θυμάμαι ήμουν τριών χρόνων (σ. σ. το 1961) όταν τον επισκέφθηκα στη φυλακή. Όταν αποφυλακίστηκε δεν μπορούσε να βρει εργασία και η οικογένειά μας έζησε μέσα στη φτώχεια για αρκετά χρόνια…Ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια μικτή κοινότητα, φοίτησε σε ελληνοκυπριακό Δημοτικό σχολείο και έμαθε τα ελληνικά καλύτερα και από τους Ελληνοκύπριους συμμαθητές του, γεγονός μάλιστα που επικαλείτο συχνά και ο δάσκαλος του. Όταν πέθανε είχε μόνο πέντε σελίνια στην τσέπη του… Η παρενόχληση της οικογένειάς μου συνεχίστηκε. Υπήρχαν πάντα μυστικοί αστυνομικοί που παρακολουθούσαν τη μητέρα μου στη βιβλιοθήκη όπου εργαζόταν…η κοινότητα την τιμωρούσε λόγω του πατέρα μου. Έπαιρνε για χρόνια τον ίδιο μισθό – 20 κυπριακές λίρες – ενώ όλοι οι άλλοι έπαιρναν αυξήσεις… Κανένας δεν μας επισκεπτόταν και κανένας δεν ερχόταν στο σπίτι μας, λες και είχε πανούκλα. Είμαι τώρα 60 χρόνων κι άρχισα τη δημοσιογραφία στα 20 χρόνια μου. Για 40 χρόνια είμαι ενεργή δημοσιογράφος και για 40 χρόνια αντιμετωπίζω τη ρητορική μίσους και γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι θύμα διακρίσεων, αφού τις έζησε η οικογένεια μου. Το 1996 ο σύζυγος της αδελφής μου δημοσιογράφος Κουτλού Ανταλί δολοφονήθηκε μπροστά στο σπίτι του λόγω αυτών που έγραφε. (σ. σ. ήταν αρθρογράφος στις τουρκοκυπριακές εφημερίδες Yeniduzen, Ortam, Kibris Postasi και Soz, αλλά και ποιητής και έγραφε εναντίον της τουρκικής κατοχής, για μια Κύπρο ελεύθερη και απαλλαγμένη από ξένους στρατούς). Τη δολοφονία του ακολούθησε μια ρητορική μίσους, σε σημείο που ένας γνωστός ακροδεξιός στον βορρά έγραψε ότι το πτώμα του Ανταλί πρέπει να το μαζέψει ένα σκυβαλοφόρο του Δήμου και να το πετάξει στα σκουπίδια…Άρχισα τη δημοσιογραφία χωρίς να έχω ακούσει τίποτε αρνητικό για τους Ελληνοκύπριους, αντίθετα μεγάλωσα ακούγοντας όμορφες ιστορίες φιλίας με αυτούς. Έτσι μέσα από τη δημοσιογραφία ήθελα να μάθω τι έλεγαν και τι έγραφαν οι Ελληνοκύπριοι, τι τρώνε, τι πίνουν, τι ονειρεύονται. Εκείνα τα χρόνια, για να περάσω στην άλλη πλευρά έπρεπε να πάρω ειδική άδεια ως δημοσιογράφος και  έτσι γνώρισα τον αγαπητό μου Ανδρέα Καννάουρο πρώην Πρόεδρο της Ένωσης Συντακτών Κύπρου. Είμαι μέλος σε δημοσιογραφικές οργανώσεις και στις δύο πλευρές, έχω δημοσιογραφική ταυτότητα και στις δύο πλευρές, έχω αριθμό κινητού τηλεφώνου και στις δύο πλευρές, γράφω σε εφημερίδες και στις δύο πλευρές, έχω φίλους και εχθρούς και στις δύο πλευρές…Ο Καννάουρος με βοηθούσε να διευθετώ συνεντεύξεις μέσα από τις οποίες ζητούσα να μάθω τις σκέψεις των νέων, των γυναικών, των εκπαιδευτικών. Από τους τελευταίους ζητούσα ιδιαίτερα να μάθω πώς οραματίζονταν την παιδεία στο πλαίσιο μας ομοσπονδιακής λύσης στο κυπριακό. Είμαι για χρόνια ακτιβίστρια στο Κίνημα Ειρήνης και στο Γυναικείο Κίνημα για ειρήνη και για λύση Ομοσπονδίας και βρέθηκα συχνά μπροστά σε ρητορική μίσους από άτομα που προσπαθούσαν να μας εξευτελίσουν, λέγοντας βουνά από ψέματα για μας. Όταν οργανώναμε συναντήσεις στο Λήδρα Πάλας, δεχόμασταν σκληρές επιθέσεις και στις δύο πλευρές. Όταν μια ομάδα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων γυναικών ιδρύσαμε τη δικοινοτική μη κυβερνητική οργάνωση «Hands Across the Divide», γίναμε στόχοι μιας εκστρατείας μίσους και για τριάμισι χρόνια δύο συγκεκριμένες εφημερίδες που εξέφραζαν τις απόψεις του καθεστώτος στον βορρά, στοχοποιούσαν εμένα με προσωπικές επιθέσεις – δημοσίευαν τη φωτογραφία μου στην πρώτη σελίδα και με αποκαλούσαν «προδότρια» και «κατάσκοπο» που εργαζόμουν για τους Ελληνοκύπριους, για την Ελλάδα, για τη Ρωσία, για την Αμερική και δεν ξέρω κι εγώ για ποιους άλλους… Στην Κύπρο τα κουτσομπολιά και τα ψέματα κυκλοφορούν πολύ εύκολα και στην αρχή αυτή η εκστρατεία μίσους επέδρασε αρνητικά ακόμα και σε στενούς φίλους μου που ζούσαν πολύ κοντά στο σπίτι μου και σταμάτησαν να με επισκέπτονται ανοικτά όπως πάντα, επειδή δέχονταν απειλές και φοβόντουσαν – έρχονταν να με δουν κρυφά τη νύχτα…

Όταν άρχισα να γράφω για τους αγνοούμενους που ήταν ένα μεγάλο θέμα ταμπού και για τις δύο κοινότητες, υπήρξαν και πάλι αρνητικές αντιδράσεις. Προσπάθησα να δείξω ότι υπήρξαν και στις δύο πλευρές θύματα και θύτες που δολοφόνησαν, που βίασαν, που έθαψαν ανθρώπους σε μυστικούς μαζικούς τάφους, που τους πέταξαν σε πηγάδια. Έγραφα λοιπόν τη μια μέρα για την περίπτωση κάποιου Ελληνοκύπριου αγνοούμενου, την άλλη μέρα για την περίπτωση κάποιου Τουρκοκύπριου αγνοούμενου και πάντα ήταν δύσκολο να φέρω στο φως την αλήθεια, αφού στην Κύπρο επικράτησαν για δεκαετίες τα ψέματα, οι μύθοι και η προπαγάνδα. Στη διάρκεια της διαδικασίας της έρευνας για τους αγνοούμενους έκανα κάτι τρελό: δημιούργησα μια «Ανοικτή Τηλεφωνική Γραμμή» (Hot Line) με τα δύο κινητά μου τηλέφωνα για τους αναγνώστες μου και από τις δύο κοινότητες, ώστε να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μου για να δώσουν πληροφορίες. Τους έλεγα ότι δεν είναι ανάγκη να μου λένε το όνομά τους, ότι μπορούσαν να με ενημερώνουν ανώνυμα, αφού δεν ήθελαν προφανώς να εμπλακούν ανοικτά σε αυτή την υπόθεση…πήρα εκατοντάδες και χιλιάδες τηλεφωνήματα και πληροφορίες τις οποίες μετέφερα στην Επιτροπή Αγνοουμένων…κι έτσι βρέθηκαν πολλοί αγνοούμενοι.  Έγραψα το βιβλίο μου με τίτλο «Τα στρείδια που έχασαν το μαργαριτάρι τους» («Oysters with the Missing Pearls» (2005), όπου αποτύπωσα τον πόνο και την αγωνία των συγγενών αγνοουμένων που ανέμεναν για δεκαετίες να μάθουν για την τύχη των αγαπημένων τους…Όμως στη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, προφανώς προκάλεσα οργή και ανησυχία στους δολοφόνους, που εκτόξευσαν πολύ σοβαρές απειλές κατά της ζωής μου. Πώς αντιμετώπισα τις απειλές; Τις δημοσιοποιούσα, τις αποκάλυπτα στο κοινό, τις έκανα ορατές. Όλοι οι άνθρωποι και στις δύο κοινότητες ξέρουν ότι δεν είμαι πολιτικός, κάνω απλώς διερευνητική δημοσιογραφία, δεν παίρνω χρήματα από οπουδήποτε, δεν συμμετέχω σε οποιοδήποτε χρηματοδοτούμενο project, δεν ζήτησα ποτέ χρηματοδότηση από οποιονδήποτε, γιατί αυτό που κάνω, το κάνω από ανθρωπιστικό καθήκον, με εντιμότητα και για χάρη της αλήθειας. Οι άνθρωποι με εμπιστεύονται γιατί δείχνω με τη ζωή μου ποια είμαι. Η Κύπρος είναι μικρή και ο ένας ξέρει τον άλλο και κανένας δεν μπορεί να κρυφτεί. Προσπάθησα να φέρω κοντά τους συγγενείς Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων για να διαπιστώσουν ότι ο πόνος δεν είναι ελληνικός ή τουρκικός, αλλά ανθρώπινος πόνος. Άρχισα να πηγαίνω με συγγενείς Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων αγνοούμενων σε σχολεία και να λέμε στα παιδιά αυτό το οδυνηρό κομμάτι της ιστορίας μας που δεν είναι γραμμένη στα σχολικά βιβλία. Μαζί με την ΕΔΟΝ κάναμε συστηματική εκπαίδευση σε εκατοντάδες νέους για τους αγνοούμενους, για μαζικούς τάφους και για ανείπωτες ιστορίες ώστε οι νέοι να ενδυναμωθούν μαθαίνοντας την αλήθεια και να έχουν μεγαλύτερη κατανόηση στον πόνο της άλλης πλευράς».

Η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ αναφέρθηκε εκτενέστερα στην πρωτοβουλία της να φέρει μαζί τους συγγενείς των αγνοουμένων και από τις δύο κοινότητες, βοηθώντας τους να δημιουργήσουν (το 2006) μια δικοινοτική οργάνωση συγγενών αγνοουμένων και θυμάτων πολέμου που ονομάζεται «Μαζί Μπορούμε!» «Together We Can!». Παρουσίασε σε φωτογραφίες και διαφάνειες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους συγγενείς αγνοουμένων μέλη της οργάνωσης, όπως τη Μαρία Γεωργιάδου από την Κυθραία που το 1974 έχασε ολόκληρη την οικογένεια της (γονείς, αδελφή και αδελφό) και τη Sevilay Berk από τα Περβόλια του Τρικώμου που το 1964 έχασε τους γονείς της. Είπε ότι «έγιναν στενές φίλες, γιορτάζουν μαζί τα Χριστούγεννα, το Μπαϊράμι και το Πάσχα και έγιναν σύμβολα ειρήνης ταξιδεύοντας μαζί στην Κύπρο και στο εξωτερικό και μιλώντας για την ειρήνη».

Φώτο: Η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ με τον Μάριο Δημητρίου αμέσως μετά την αφήγησή της στις 31 Μαϊου 2019.