Κύπρος: Κανένα σχέδιο δράσης για ρατσισμό – ρητορική μίσους

Αποκαλυπτικό διήμερο σεμινάριο στη Λευκωσία με βάση τη Σύμπραξη του ευρωπαϊκού προγράμματος «Οι λέξεις είναι πέτρες»

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Παρόλο ότι υπήρξε πρόσφατα η πρώτη καταδίκη πολίτη από κυπριακό Δικαστήριο – σε πρόστιμο 800 ευρώ – που αφορούσε λεκτική ρητορική μίσους μέσω διαδικτύου (για υποτιμητικό σχόλιο για την εθνικότητα υιοθετημένου παιδιού από άλλη χώρα), εντούτοις η Κύπρος δεν έχει ένα συμπαγές και ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης για τον ρατσισμό και για τη ρητορική μίσους, όπως διαπιστώθηκε σε ένα αποκαλυπτικό διήμερο σεμινάριο με θέμα την αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους, του λαϊκισμού και του εθνικισμού στο δημόσιο λόγο και στα μέσα ενημέρωσης, που έγινε την Παρασκευή και Σάββατο 31 Μαϊου και 1 Ιουνίου 2019 στο Ινστιτούτο Γκαίτε στη Λευκωσία. Το οργάνωσε η μη κυβερνητική οργάνωση υπεράσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ) στο πλαίσιο της Σύμπραξης του ευρωπαϊκού έργου «Οι λέξεις είναι πέτρες» που συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με παρόντες εκπροσώπους των εταίρων του project αυτού, μη κυβερνητικών οργανώσεων – από την Ελλάδα παρευρέθηκε η  Lea Hensch για την οργάνωση Antigone, από την Ιταλία η Roberta Salzano για την οργάνωση Lunaria, από την Ισπανία ο Karlos Castilla για την οργάνωση SOS Racisme, από τη Γαλλία η Amelie Cathier για την οργάνωση Adice και από την Αυστρία ο Ahmed  Al Jaderi για την οργάνωση Grenzenlos. Το σεμινάριο, που έγινε κυρίως στα αγγλικά, άνοιξε η Ανθούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρος της ΚΙΣΑ, παρουσιάζοντας τα βασικά συμπεράσματα της έκθεσης για την Κύπρο. Επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι η ρητορική μίσους στην Κύπρο, στρέφεται κυρίως εναντίον μεταναστών, προσφύγων, ατόμων της ΛΟΑΤΙ κοινότητας, των Τουρκοκυπρίων και Μουσουλμάνων γενικότερα. Ανέφερε ότι αυτή η ρητορική προέρχεται από πολιτικούς διαφόρων κομμάτων (έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ΕΛΑΜ), από ακαδημαϊκούς, ανεξάρτητους αξιωματούχους, δημοσιογράφους και από άλλα προβεβλημένα δημόσια πρόσωπα (ανέφερε τον Αρχιεπίσκοπο), αλλά και από εκπαιδευτικούς στα σχολεία και από πολίτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η πρώτη μέρα περιλάμβανε ομιλίες από τον Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρο Μιχαηλίδη (που μετέφερε ο Αστυνόμος Κώστας Βέης), από τον Νομικό Άριστο Τσιάρτα, από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου Αριστοτέλη Κωνσταντινίδη και από την Τουρκοκύπρια δημοσιογράφο υποψήφια για το Νόμπελ Ειρήνης Σεβγκιούλ Ουλουντάγ (Sevgul Uludag). Τη δεύτερη μέρα τοποθετήθηκαν με παρεμβάσεις τους στη διάρκεια συζητήσεων, η δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μέλος του Δ. Σ. της ΚΙΣΑ Νικολέττα Χαραλαμπίδου, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Θεοδώρου, ο Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας Μάϊκ Χατζημιχαήλ, η Λοχίας Κωνσταντία Λίλλη από το Γραφείο της Αστυνομίας για την Καταπολέμηση των Διακρίσεων, ο δημοσιογράφος Χρίστος Χριστοφίδης από την Ένωση Συντακτών Κύπρου, η Νομικός – Διεθνολόγος Σταύρη Καλοψιδιώτου από το ΑΚΕΛ και ο Εκτελεστικός Διευθυντής Δώρος Πολυκάρπου από την ΚΙΣΑ.

Μια αντίληψη που υποτιμά τον συνάνθρωπο

«Η ρητορική μίσους (hate speech) αφορά στην εκφορά δημόσιου λόγου  που εμφανίζει τον ξένο, τον άλλο, τον διαφορετικό ως υποδεέστερο ή επικίνδυνο απλά και μόνον επειδή αυτός είναι ξένος, άλλος, διαφορετικός και αυτές οι τοποθετήσεις  αποπνέουν μια  αντίληψη που υποτιμά τον συνάνθρωπο και τον συμπολίτη», είπε μεταξύ άλλων ο. Άριστος Τσιάρτας και συνέχισε: «Πρόκειται για ένα λόγο, που το περιεχόμενο και το πλαίσιο εκφοράς του, μπορεί να ασκήσει σοβαρή κοινωνική επιρροή  και  ενδέχεται να εμφυσήσει στο κοινό μια εχθρική ή πάντως αρνητική στάση απέναντι στον άλλο, αλλά και υποκινήσει το μίσος, ακόμα και  τη βία. Αυτή  η ανησυχία για την εξάπλωση της μισαλλοδοξίας, οδήγησε στην αντιρατσιστική νομοθεσία που αποτρέπει τέτοιες συμπεριφορές με την απειλή μάλιστα ποινικών κυρώσεων. Οι νομοθεσίες κατά του ρατσιστικού λόγου δεν ελέγχουν το περιεχόμενο του λόγου, αλλά τις ενδεχόμενες συνέπειές του, όπως η ρατσιστική βία, και εν γένει το ενδεχόμενο ο λόγος να συνιστά προτροπή σε τέλεση αδικημάτων ή σε διακρίσεις σε βάρος της. Η νομοθεσία εγγυάται την ελευθερία της γνώμης, αλλά την περιορίζει όταν ο λόγος απειλεί την κοινωνική ειρήνη, προτρέπει σε βία ή σοβαρά αδικήματα σε βάρος μελών συγκεκριμένων εθνοπολιτισμικών ή κοινωνικών ομάδων . Το κομβικό σημείο στον περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης είναι η άμεση σύνδεση του δημόσιου λόγου με την κοινωνική δράση και άρα με τις ενδεχόμενες συνέπειές του και τη θυματοποίηση μιας κοινωνικής ομάδας. Η τιμωρία του ρατσιστικού λόγου που προτρέπει ή υποκινεί βία δεν περιμένει να υπάρξουν θύματα και να στοιχειοθετηθεί άμεση σύνδεση μιας συγκεκριμένης έκφρασης δημόσιου λόγου με ένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά κρίνει το ενδεχόμενο να συμβάλλει ο λόγος αυτός  σε ανάλογες κοινωνικές στάσεις ή αδικήματα που απειλούν την κοινωνική ειρήνη και θυματοποιούν συγκεκριμένες ευάλωτες  ομάδες. Η βάση για την αντιρατσιστική νομοθεσία στις ευρωπαϊκές χώρες είναι η οδυνηρή ιστορική μνήμη που αποτελεί και τη μήτρα της σημερινής αντιρατσιστικής νομοθεσίας.  Απέναντι  σε ρατσιστικά βίαια φαινόμενα, στη ρατσιστική ρητορική, τις διακρίσεις και τις προκαταλήψεις κρίνεται απαραίτητη θέσπιση ενός συμπαγούς και  αποτελεσματικού νομοθετικού  πλαισίου  για αντιμετώπιση τους. Από μόνες τους όμως οι κυρώσεις-ποινικές ή άλλες- δεν αρκούν.   Απαιτείται ταυτόχρονα   ένας  θεσμικός και  πολιτειακός λόγος που διαπαιδαγωγεί τα μέλη του κοινωνικού συνόλου ενθαρρύνοντας το σεβασμό στη διαφορετικότητα και την ειρηνική συμβίωση. Με την έννοια αυτή η  εφαρμογή της αντιρατσιστικής νομοθεσίας προστατεύει τα θύματα ενώ  λειτουργεί, την ίδια στιγμή και σαν δείκτης  αναστοχασμού και αντίδρασης του κράτους και  της κοινωνίας».

Μια «εξαιρετικά λεπτή και ασαφής» γραμμή

Στη δική του τοποθέτηση ο Αρχηγός Αστυνομίας μεταξύ άλλων έκανε μνεία στο 2013, που όπως είπε, «αποτέλεσε μια σημαντική χρονιά για τον συγκεκριμένο τομέα, αφού τέθηκαν οι βάσεις για μία νέα και αναβαθμισμένη πολιτική για την καταπολέμηση του ρατσισμού των διακρίσεων και της ξενοφοβίας. Οι δράσεις που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της νέας αυτής προσέγγισης, περιέλαβαν την πιο ενεργό εμπλοκή μας, για εναρμόνιση και ενδυνάμωση του νομικού αντι-ρατσιστικού πλαισίου, τον εμπλουτισμό και αναβάθμιση της συναφούς εκπαίδευσης των μελών της Αστυνομίας, καθώς και τη στενότερη συνεργασία με μη κυβερνητικούς οργανισμούς». Ο Αρχηγός Αστυνομίας έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα της τεκμηρίωσης αδικημάτων που αφορούν στην έκφραση και δημοσιοποίηση ρητορικής μίσους και είπε σχετικά: «Παρά το γεγονός ότι καταβάλλεται από μέρους μας κάθε δυνατή προσπάθεια για στοιχειοθέτηση αυτής της φύσης των αδικημάτων, σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά σε αυτές που άπτονται πολιτικών πεποιθήσεων, παρουσιάζονται αντικειμενικές δυσκολίες. Και τούτο πηγάζει από το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία στοιχειοθέτησης των συγκεκριμένων αδικημάτων, υπεισέρχεται το ζήτημα της ελευθερίας της γνώμης, το οποίο προνοείται στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των Ηνωμένων Εθνών, στο Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ είναι επίσης κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συχνά, κατά τη διερεύνηση αυτών των αδικημάτων η γραμμή μεταξύ της ποινικής προσέγγισής τους και του δικαιώματος ελευθερίας της άποψης, είναι εξαιρετικά λεπτή και ασαφής. Ως εκ τούτου, αποτεινόμαστε στις πλείστες των περιπτώσεων, στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, ο οποίος έχει και τον τελικό λόγο για την έναρξη ή μη ποινικής διαδικασίας και προσαγωγής των παρανομούντων ενώπιον της Δικαιοσύνης. Υπάρχουν επίσης δυσκολίες στην ταυτοποίηση προσώπων που προβαίνουν σε αναρτήσεις σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακές πλατφόρμες λόγω της νομοθεσίας που διέπει τις εταιρίες παροχής αυτών των υπηρεσιών. Αναμφίβολα, έχουν γίνει αρκετά σε σχέση με τα θέματα καταπολέμησης των διακρίσεων, γνωρίζουμε ωστόσο ότι μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερα. Στόχος όλων μας, ο πλήρης σεβασμός της διαφορετικότητας και η διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, εθνικότητας, γενετήσιου προσανατολισμού, θρησκευτικών, πολιτικών και άλλων πεποιθήσεων».

Ο κατακερματισμός και ένα θεσμικό πρόβλημα

«Η Κύπρος είναι η μόνη χώρα που δεν έχει σχέδιο δράσης για το ρατσισμό και για τη ρητορική μίσους και υπάρχει εδώ ένα τρομερό κενό – ο καθένας λέει ότι κάνει ό,τι μπορεί στον δικό του τομέα, υπάρχει κατακερματισμός και υπάρχει και ένα σοβαρό θεσμικό πρόβλημα: Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι Σύμβουλος του κράτους και είναι και Δημόσιος Κατήγορος! Υπάρχει και σοβαρό πρόβλημα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν έχουμε τους μηχανισμούς να εντοπίσουμε όλες τις παραβιάσεις και δεν μπορούμε να πάρουμε τον μισό πληθυσμό στα Δικαστήρια όπως θα κάναμε αν εφαρμόζαμε απόλυτα τον Νόμο. Πρέπει όμως να εκπαιδευτεί ο πληθυσμός στο θέμα αυτό, ώστε να διαχωρίζει το ψεύτικο από το πραγματικό και τον ρατσιστικό από τον μη ρατσιστικό λόγο. Ναι υπάρχει Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, αλλά όσες φορές προσπαθήσαμε να κάνουμε συζητήσεις με τους δημοσιογράφους, δεν είχαν αποτέλεσμα… Τι κάνει η ΚΙΣΑ; Το σύστημα δεν αφήνει πολλά περιθώρια στις ΜΚΟ που διεκδικούν και πολιτικό λόγο ή παρέμβαση άσκησης κριτικής, πέρα από τον ανθρωπιστικό τους ρόλο. Εμείς παίρνουμε υποθέσεις στα Δικαστήρια και προσπαθούμε, όταν είναι στρατηγικής σημασίας, να δημιουργήσουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που να επηρεάσει τη γενικότερη πρακτική. Το κάναμε με το πολιτικό άσυλο, με τη μετανάστευση και με αυτό τον τομέα. Έχουμε στενή συνεργασία με θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών που παρακολουθούν τα θέματα στη χώρα. Είμαστε μικρή οργάνωση και δεν έχουμε στήριξη – και εκτός από το ότι μας κατηγορούν ότι… παίρνουμε τα εκατομμύρια από τον Σόρος και δεν ξέρουμε τι να… τα κάνουμε, αγωνιζόμαστε να επιβιώσουμε. Επίσης όταν έρθουν στην αντίληψη μας τέτοιες υποθέσεις διακρίσεων σε βάρος υπηκόων τρίτων χωρών, κυρίως οικιακών εργαζομένων ή εργαζόμενων στη γεωργο-κτηνοτροφία, τους στηρίζουμε για να διεκδικήσουν νομικά τα δικαιώματα τους, καταγγέλλοντας τα περιστατικά. Βεβαίως οι διαδικασίες στα Δικαστήρια είναι μακρόχρονες και συχνά κινδυνεύουν να απολυθούν ή απολύονται από τον εργοδότη τους, εφόσον χρειάζεται να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και να απουσιάζουν κάποιες φορές από την εργασία τους».

Καταγγελίες και εκπαίδευση εκπαιδευτικών

Κωνσταντία Λίλλη

«Ο ρατσισμός είναι πολυθεματικό κοινωνικό πρόβλημα και όλοι πρέπει να βοηθήσουν. Θα ήταν καλό να συνεργαζόμαστε με τις κοινότητες των μεταναστών και προσφύγων και  – μέσω της ΚΙΣΑ και άλλων ΜΚΟ που έχουν μαζί τους περισσότερες επαφές – να τις ενημερώσουμε για τις διαδικασίες, να γνωρίζουν τα δικαιώματα τους και πού θα πρέπει να αποταθούν αν π. χ. δεν αντιμετωπισθούν σωστά στον αστυνομικό σταθμό και να γνωρίζουν ότι είναι πολύ σημαντικό να καταγγέλλουν τα περιστατικά σε βάρος τους. Ο ρατσισμός είναι ποικιλόμορφος. Είχαμε εισηγηθεί στο Υπουργείο Παιδείας να δημιουργήσει ένα μάθημα ευαισθητοποίησης των παιδιών για τη διαφορετικότητα και ενημέρωσης για τις αντιρατσιστικές νομοθεσίες της Κύπρου. Εισακουστήκαμε και ευελπιστούμε ότι η εισήγησή μας θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τη νέα σχολική χρονιά. Θα εκπαιδεύσουμε εμείς καθηγητές να το κάνουν. Από το 2005 που λειτούργησε το Γραφείο της Αστυνομίας για την Καταπολέμηση των Διακρίσεων, μέχρι σήμερα και σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά του 2018, υπήρξαν 205 περιπτώσεις καταγγελιών για διακρίσεις. Από αυτές κατέληξαν στα Δικαστήρια 147, ενώ οι 58 ήταν αναφορές πολιτών στην Αστυνομία. Από τις 205 ποινικές υποθέσεις, 54 κατέληξαν με καταδίκη των κατηγορουμένων, όμως μόνο 4 με βάση την αντιρατσιστική νομοθεσία. Από το 2014-15 μέχρι σήμερα όλες οι υποθέσεις που κατέληξαν στα Δικαστήρια, αναφέρονται στην αντιρατσιστική νομοθεσία. Ακόμα εκδικάζονται και δεν έχουμε αποτελέσματα, αλλά είμαι σίγουρη ότι θα έχουμε καταδίκες».

Χρίστος Χριστοφίδης

«Μιλούμε για τους δημοσιογράφους και δεν τους δικαιολογώ, αφού μερικοί το κάνουν συνειδητά, αλλά πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας και στους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, επειδή οι δημοσιογράφοι συχνά αναγκάζονται υπό την απειλή της απόλυσης να γράφουν αυτά που γράφουν». Να σημειώσουμε ότι στην αρχική τοποθέτησή του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «η αδυναμία της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι ότι δεν έχει δικαιοδοσία επιβολής ποινής και η μόνη ποινή είναι η υποχρέωση των δημοσιογράφων να δημοσιεύσουν την απόφαση της Επιτροπής. Η Επιτροπή – πρόσθεσε – λειτουργεί στη βάση της αυτορρύθμισης, δηλαδή στη βάση του να πεισθούν οι δημοσιογράφοι να τηρούν τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας».

Δώρος Πολυκάρπου

«Νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη ο ίδιος ο πολίτης να μπορεί να αξιολογήσει και να διαχειριστεί σωστά αυτά τα φαινόμενα. Συμφωνώ ότι υπάρχει ένα θέμα με την ιδιοκτησία των ΜΜΕ. Εμείς κατά καιρούς βρεθήκαμε μπροστά σε τραγελαφικές καταστάσεις, όπως π. χ. όταν καταγγέλλαμε συγγενή ιδιοκτήτη ΜΜΕ για παραβίαση των δικαιωμάτων της οικιακής εργαζόμενης και μαθαίναμε ότι ο ιδιοκτήτης έδωσε οδηγίες να αφαιρεθούμε από τις λίστες επικοινωνίας και να απαγορευτεί η επαφή μαζί μας γιατί κάναμε αυτή την καταγγελία. Συμμερίζομαι την ανησυχία ότι δεν έχουμε ανεξάρτητη, διερευνητική, διεισδυτική δημοσιογραφία. Επίσης πρέπει να μας απασχολήσει το γεγονός ότι είναι άφωνοι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες στη χώρα μας. Η ΚΙΣΑ δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη φωνή των μεταναστών, όσο κοντά τους και να είναι. Ναι πρέπει να υπάρχουν οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι κρατικές οργανώσεις και τα κόμματα, όμως πρέπει να υπάρχει και η αυτο-οργάνωση και η φωνή των ίδιων των μεταναστών, ώστε να είναι ισότιμοι και μάχιμοι πολίτες στην κοινωνία. Δυστυχώς δεν τους δίνουμε και δεν θα τους δώσουμε αυτή την ευκαιρία, γιατί τους βλέπουμε ως βοηθητικό εργαλείο και όχι ως ισότιμους πολίτες».

Εναλλακτική κουλτούρα και αυτόνομη οργάνωση

Μάϊκ Χατζημιχαήλ

«Σε σχέση με αυτό που είπε ο Χρίστος Χριστοφίδης ότι η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας λειτουργεί στη βάση της αυτορρύθμισης, προσωπικά δεν ξέρω πώς οι δημοσιογράφοι θα φτάσουν στην αυτορρύθμιση, όταν ακόμα και εφημερίδες όπως ο «Πολίτης» και η «Αφρίκα» στην άλλη πλευρά, που θεωρούνται εναλλακτικές, χρησιμοποιούν κατά τη γνώμη μου ρατσιστικές εικόνες και ρητορική…Ο «Πολίτης» έχει μια στήλη με τίτλο «Στη χώρα των Ζουλού», ενώ η «Αφρίκα» μετονομάστηκε έτσι σε μια νύχτα από «Αβρούπα» που ήταν προηγουμένως, τοποθετώντας στον τίτλο ένα πίθηκο να κρατά μια μπανάνα…παρόμοια είναι και η περίπτωση του Λαϊκού Καφεκοπτείου που από το 1948 που ιδρύθηκε, μέχρι σήμερα, χρησιμοποιεί το αναχρονιστικό σύμβολο ενός νεαρού μαύρου που σερβίρει καφέ…Μπορεί να γελούμε με αυτά τα πράγματα, αλλά για ένα Αφρικανό που ζει στην Κύπρο, είναι παράλογα. Καλλιεργούμε μια κουλτούρα υποτίθεται εναλλακτική, που όμως αποκλείει και δεν ανέχεται τον «άλλο»…Oι πολίτες στην Κύπρο δεν αντιδρούν στον ρατσισμό που παρατηρείται καθημερινά στη χώρα και πρέπει να οργανωθούν αυτόνομα προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως έκαναν με επιτυχία πριν περίπου 15 χρόνια, όταν η τηλεόραση του Αντέννα είχε αρχίσει να μεταδίδει μια πολύ προκλητική σειρά με τίτλο «Charlie is coming home» και η οποία άντεξε μόνο ένα μήνα και αποσύρθηκε, γιατί οι πολίτες τηλεφωνούσαν κατά εκατοντάδες κάθε νύχτα και διαμαρτύρονταν στον τηλεοπτικό σταθμό ότι η εκπομπή είναι ρατσιστική σε βάρος των Κυπρίων που επιστρέφουν από την Αγγλία…».

Να μάθουμε ν’ αγαπούμε τον άνθρωπο

Σταύρη Καλοψιδιώτου

«Στη δική μας αντίληψη συνδέονται άρρηκτα ο φυλετικός ρατσισμός, ο σοβινισμός και οι ταξικές διακρίσεις. Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι για να μπορέσουμε να καταπολεμήσουμε αυτά τα φαινόμενα, ένα πράγμα πρέπει να μάθουμε στα παιδιά μας και να έχουμε συνεχώς το μυαλό μας μέσα από την καθημερινή μας δραστηριοποίηση, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις ή στον επαγγελματικό μας χώρο – πρέπει να μάθουμε ν’ αγαπούμε τον άνθρωπο. Αν μάθουμε ν’ αγαπούμε τον άνθρωπο, τότε θα μεγαλώσουμε παιδιά που θα είναι φιλειρηνιστές, που θα σέβονται τη διαφορετικότητα του άλλου ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, πεποιθήσεων. Να σας πω τη δική μου εμπειρία από το σχολείο που φοιτά ο γιος μου. Υπάρχουν παιδιά διαφορετικού χρώματος και θρησκείας. Ουδέποτε αυτά τα παιδιά ένιωσαν ότι απέναντι τους είχαν ένα «άλλο». Ένιωθαν όλοι το ίδιο. Πότε άρχισαν να συζητούν τη διαφορετικότητα; Όταν άρχισαν να έχουν ερεθίσματα από το σπίτι, να παρακολουθούν και να ακούν στην τηλεόραση διάφορους πολιτικούς και άλλα άτομα με ρατσιστική προδιάθεση να τοποθετούνται με τρόπο που διαχωρίζει τον εαυτό τους, το είναι τους, από τον «άλλο» που έχουν απέναντι. Τα παιδιά δεν γεννιούνται ρατσιστές. Εμείς τα κάνουμε ρατσιστές μέσα από τα ερεθίσματα και τη διαπαιδαγώγηση που τους δίνουμε στο σπίτι ή μέσα από τις δομές της πολιτείας. Θέτω τώρα κάποιες σκέψεις και προβληματισμούς που νομίζω ότι μέσα από ένα διάλογο θα μπορούσαν να είναι γόνιμοι ως προς το επιθυμητό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε να υπάρξει μια νομοθετική ρύθμιση που να προβλέπει τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης επιτροπής με την ευθύνη ελέγχου προεκλογικών τοποθετήσεων των διαφόρων κομμάτων και πολιτικών προσώπων. Δεν είναι αρκετό να εκπαιδευόμαστε ενάντια στον ρατσισμό. Πρέπει αυτοί που μεταφέρουν ρατσιστικά μηνύματα και των οποίων το παράδειγμα καθοδηγεί τους υπόλοιπους, να είναι υπόλογοι στην κοινωνία γι’ αυτό που κάνουν. Αυτοί που εκφέρουν ρατσιστικό λόγο και υποκινούν μίσος και ταυτόχρονα εγκληματικές ενέργειες να λογοδοτούον. Στην Κύπρο υπήρξε η έκφραση πρόθεσης από τον μέχρι πρότινος Υπουργό Δικαιοσύνης για τροποποίηση της νομοθεσίας ώστε η Αστυνομία κατά τη διάρκεια της διερεύνησης υποθέσεων διακίνησης ρατσιστικών μηνυμάτων στο διαδίκτυο, να μπορεί να μπλοκάρει ή να κατεβάζει από την αντίστοιχη ιστοσελίδα τέτοιες εκφράσεις ή να μπλοκάρει την πρόσβαση για τους πολίτες που διαμένουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Νομίζω αξίζει να μελετηθεί αυτή η πρόταση γιατί κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την Αστυνομία στο έργο της. Εμείς ως ΑΚΕΛ θα συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να αντιμετωπισθούν τέτοια φαινόμενα. Έχουμε εργαλεία στα χέρια μας όπως όλα τα πολιτικά κόμματα, αλλά είναι σημαντικό να υπάρχουν συνέργειες, γιατί από μόνο του ένα πολιτικό κόμμα δεν είναι αρκετό να μπορέσει να ξεριζώσει αυτά τα φαινόμενα τα βαθιά ριζωμένα σε μια συντηρητική κοινωνία. Εμείς είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε, να συνεργαστούμε για να καταπολεμήσουμε τη ρητορική μίσους και τον ρατσισμό στην όποια έκφραση του, από όποιον κι αν εκφράζεται και με όποιο τρόπο».

Στιγμιότυπο από το διήμερο σεμινάριο.

Από αριστερά Χρίστος Χριστοφίδης, Κωνσταντία Λίλλη, Νικολέττα Χαραλαμπίδου, Σταύρη Καλοψιδιώτου και Δώρος Πολυκάρπου.

Ο Μάϊκ Χατζημιχαήλ παρεμβαίνει στη συζήτηση.