Τελευταίο Eurogroup αύριο για τον Ευκλείδη Τσακαλώτο – Χάνεται η μάχη για πλεόνασμα 3,5% εκτιμούν ευρωπαίοι και Στουρνάρας

Τελευταίο Eurogroup αύριο για τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, πιθανότατα θα πάει, όπου στην επίσημη ατζέντα δεν υπάρχει θέμα Ελλάδα. Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από σίγουρο ότι ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών θα βρεθεί στο στόχαστρο από τους ευρωπαίους ομόλογούς του, οι οποίοι θα ζητήσουν εξηγήσεις για το γεγονός ότι η Ελλάδα προχώρησε σε μονομερείς ενέργειες, με δημοσιονομικό κόστος, που θέτουν εν αμφιβόλω την επίτευξη του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2019.

Του Θανάση Παπαδή

Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από το εσωτερικό της χώρας, με τον Κεντρικό Τραπεζίτη Γιάννη Στουρνάρα να έχει την ίδια άποψη, εκτιμώντας ότι τελικά θα υπάρχει απόκλιση 0,6% του ΑΕΠ ή 1,1 δις ευρώ από τον στόχο.

Απαντώντας ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, χωρίς να το τεκμηριώσει, λέει ότι «βάζω το χέρι μου στην φωτιά» ότι το 3,5% θα πιαστεί. Απαντώντας μάλιστα στον Γ. Στουρνάρα λέει ότι οι εκτιμήσεις του κεντρικού τραπεζίτη θα αλλάξουν εάν την διακυβέρνηση της χώρας αναλάβει η ΝΔ και τότε θα πει ότι «η οικονομία τονώθηκε από τις επενδύσεις που ήρθαν».

Όπως και να έχει το πράγμα αύριο Πέμπτη η Ελλάδα δεν είναι στην ατζέντα του Eurogroup. Κανονικά, ήταν προγραμματισμένο να συζητηθεί το θέμα της έκθεσης των θεσμών για την 3η μεταμνημονιακή αξιολόγηση. Ωστόσο, επειδή από σήμερα η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο, επελέγη η γκρίνια των θεσμών για την άκρατη παροχολογία και την μονομερή ψήφιση μέτρων να κρατηθεί –για την ώρα- πίσω από τις κλειστές πόρτες ώστε να μην εκληφθεί η όποια κριτική ως παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας. Η αναβολή μιας συζήτησης δεν είναι ασυνήθιστη επιλογή ειδικά όταν τίθεται θέμα εθνικών εκλογών.

Ωστόσο, θεωρείται κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι στα πηγαδάκια του Eurogroup το θέμα Ελλάδα θα συζητηθεί καθώς πλέον έχουν μαζευτεί πολλές ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης οι οποίες αντιμετωπίζονται από τους ξένους ως μονομερείς. Σε κάθε περίπτωση, και ενώ επίκειται μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες η δημοσίευση και της έκθεσης του ΔΝΤ για την Ελλάδα, είναι πλέον δεδομένο ότι η ουσιαστική συζήτηση για την ελληνική οικονομία θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο. Υπάρχει μια ακόμη προγραμματισμένη συνεδρίαση του Eurogroup πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές για τις 8 Ιουλίου. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για την επομένη των εθνικών εκλογών στην Ελλάδα, θεωρείται δεδομένο ότι ούτε στην επόμενη συνεδρίαση δεν θα υπάρξει σχετική συζήτηση.

Για τους δανειστές «κόκκινο πανί» έχει αποτελέσει μέχρι τώρα:

– Η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει –μονομερώς όπως φάνηκε- στις ρυθμίσεις των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία και προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Όπως αποτυπώθηκε και στην έκθεση, για τους θεσμούς αυτά τα δύο μέτρα σημαίνουν και πιθανότητα να δημιουργηθεί «τρύπα» στον φετινό προϋπολογισμό ακόμη και 0,6% του ΑΕΠ ή πάνω από το 1 δις. ευρώ.

– Η θέσπιση της λεγόμενης «13ης σύνταξης» η οποία εκτός από την ποσοτική επίπτωση στον προϋπολογισμό (περίπου 830 εκατ. ευρώ) εκτιμάται από τους δανειστές ότι κινείται και σε λάθος κατεύθυνση καθώς λειτουργεί υπέρ των συνταξιούχων και εις βάρος άλλων κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν πολύ πιο σοβαρά προβλήματα φτώχειας σε σχέση με τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.

– Η ψήφιση της τροπολογίας για τη διατήρηση του αφορολογήτου. Πρώτον διότι το δημοσιονομικό κόστος των 1,9 δις. ευρώ δεν καλύπτεται εξ’ ολοκλήρου από την κατάργηση των τριών φορολογικών ελαφρύνσεων (μείωση ΕΝΦΙΑ, μείωση κατώτατου συντελεστή της κλίμακας από το 22% στο 20% αλλά και κατάργηση της ευνοϊκής φορολογικής κλίμακας υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ η οποία προέβλεπε πλήρη απαλλαγή για όλους όσους έχουν ατομικό εισόδημα έως και 30.000 ευρώ) και δεύτερον διότι δεν υλοποιείται η συμφωνία για τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης (σ.σ στην Ελλάδα το 19% των φορολογουμένων έχει φτάσει να πληρώνει πάνω από το 60% του συνολικού φόρου εισοδήματος).

– Η εξαγγελία του πρωθυπουργού ότι για το 2020, ο πήχης για το πρωτογενές πλεόνασμα θα κατέβει από το 3,5% στο 2,5% κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της συμφωνίας του Eurogroup τον Ιούνιο του 2018. Η σημερινή κυβέρνηση έχει στήσει ολόκληρο το πρόγραμμα εξαγγελιών και για το 2020 αλλά και για την διετία 2021-2022 στο ότι θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει πόρους 5,5% (1% του ΑΕΠ ανά έτος από το 2020 μέχρι και το 2022) για να καλύψει το «κενό» που θα προκύψει στο χρέος από τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Όλα αυτά, θα τα βρει μπροστά της η επόμενη κυβέρνηση και μάλιστα μέσα στις πρώτες εβδομάδες της νέας διακυβέρνησης. Το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, θα πρέπει να έχει κατατεθεί στην Κομισιόν το προσχέδιο του προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς.