Η βία είναι μέσα στο σχολικό σύστημα, όχι μέσα στο παιδί!

Να ανασυσταθεί εκ βάθρων η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας συστήνει ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

«Οι σύγχρονες έρευνες που κάναμε στην Κύπρο με τη συνεργασία του Διεθνούς Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο, αλλά και άλλες έρευνες διεθνώς, δείχνουν ότι η επίδραση του σχολείου είναι πολύ πιο καθοριστική από ό,τι πιστεύαμε, για τη βία, την παραβατικότητα και την επίδοση των παιδιών» δήλωσε σε συνέντευξή του στην «24», με αφορμή την επικείμενη έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος, διεθνώς αναγνωρισμένος εμπειρογνώμονας στα θέματα της σχολικής βίας και της νεανικής παραβατικότητας, που εργάστηκε για 37 χρόνια (1976-2013) στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και αφυπηρέτησε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενός της. «Είναι αντι-επιστημονική η παιδαγωγική προσέγγιση της ηγεσίας της  Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας σήμερα, γιατί στηρίζεται σε μια λάθος βάση, ότι πρέπει ν’ ανακαλύψουμε το αίτιο για τη βία και την παραβατικότητα, μέσα στο παιδί», επεσήμανε ο Δρ Παπαδόπουλος τον οποίο επισκεφθήκαμε και συνομιλήσαμε μαζί του ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου 2019 στο σπίτι του στη Λεμεσό. «Οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι», συνέχισε, «πρέπει να ανατρέψουν τη μέχρι τώρα επαγγελματική πρακτική που τους επιβάλλεται. Πρέπει να προσπαθήσουν να προσαρμόσουν το σχολείο στο παιδί – ιδιαίτερα στο κοινωνικά «μειονεκτικό» παιδί – και όχι μόνο το παιδί στο σχολείο. Αυτό σημαίνει, να περιορίσουν την…τεστολογική τους πρακτική και αντί να κάνουν τεστ σε κάθε παιδί και να το κατατάσσουν, αντί δηλαδή να διαχωρίζουν τα παιδιά μεταξύ τους, να συμβάλουν στην αλλαγή του συστήματος. Το  σχολικό κλίμα είναι ο παράγοντας που συσχετίζεται καθοριστικά, με τη βία και τη θυματοποίηση – όσο πιο θετικό είναι το σχολικό κλίμα, τόσο λιγότερη βία έχουμε.  Σε όλες τις έρευνες που κάναμε για τον λειτουργικό αναλφαβητισμό στο Γυμνάσιο και γενικά, διαπιστώσαμε ότι λειτουργικά αναλφάβητα είναι τα παιδιά που έχουν χαμηλή κοινωνικο-οικονομική καταγωγή. Σύμφωνα με την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, η σχολική επίδοση οριοθετείται με βάση την κοινωνική καταγωγή – στατιστικά ομιλούντες»…. Να θυμίσουμε ότι ο ομότιμος Καθηγητής Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας των Νευροεπιστημών και της Ψυχιατρικής, του  Πανεπιστημίου Αθηνών, Θανάσης Τζαβάρας, κατέταξε τον Μιχάλη Παπαδόπουλο, «στη συνομοταξία των μεγάλων ιδεολόγων της παιδείας, ανά τον κόσμο». Κατά την εκτίμηση του Καθηγητή Τζαβάρα, «η μείζων συνεισφορά του επιστημονικού έργου του Δρα Παπαδόπουλου, είναι η μελέτη και εκπαίδευση των επονομαζόμενων λειτουργικά αναλφάβητων, ενώ από τη θέση του ως εκπαιδευτικού ψυχολόγου, πέτυχε σημαντικές προσαρμογές και καθοριστικές μεταρρυθμίσεις του εκπαιδευτικού συστήματος της Κύπρου».

Μικροβιαιότητες και εκφοβιστική συμπεριφορά

Ο Δρ Μ. Παπαδόπουλος μας υπενθύμισε την πρώτη επιστημονική έρευνα του Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο, του Υπουργείου Παιδείας, με θέμα τη θυματοποίηση και το σχολικό κλίμα, που έκανε ως Επιστημονικός Συντονιστής μαζί με τους εκπαιδευτικούς συνεργάτες του Μαρία Καραγιάννη, Κώστα Ιερείδη και Σοφία Βλάμη το 2011. Επιστημονικός Σύμβουλος της έρευνας ήταν ο Πρόεδρος του Διεθνούς Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο Γάλλος Καθηγητής Eric Debarbieux, που όπως τόνισε ο Δρ Παπαδόπουλος, «ήρθε στην Κύπρο δύο φορές και συνάντησε την αδιαφορία τόσο των βουλευτών της Επιτροπής Παιδείας, όσο και των αξιωματούχων του Υπουργείου Παιδείας και των εκπροσώπων των ΜΜΕ – εξαιρουμένου του Μάριου Δημητρίου»…Πρόσθεσε ότι η έρευνα εκείνη «κατέδειξε ότι η βία στο κυπριακό δημόσιο σχολείο είναι αρκετά περιορισμένη και σχετίζεται κυρίως με λεκτική βία, μικροβιαιότητες και εκφοβιστική συμπεριφορά. Είναι γεγονός – υπογράμμισε – ότι  στη μεγάλη πλειοψηφία τους, οι μαθητές θύτες, σταματούν τη βία στα 14 χρόνια τους, χωρίς καμιά ειδική παρέμβαση».

-Δεν άλλαξε τίποτε στο θέμα της βίας, από τότε μέχρι σήμερα;

-«Δεν ξανάγινε παρόμοια έρευνα για να γίνουν συγκρίσεις. Δυστυχώς δεν υπάρχει επιστημονική σκέψη ή παιδαγωγικός προβληματισμός στην κυπριακή εκπαίδευση. Πρέπει όμως να πω ότι  υπάρχει μια  ομάδα δασκάλων και καθηγητών, ισχυρή σε ποιότητα, τους οποίους δεν εμπνέουν οι αξιωματούχοι…Δυστυχώς η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας έχει καταντήσει υπό την πίεση του συστήματος να γίνει υπηρεσία ψυχομετρητών και επαγγελματιών που ασχολούνται με το κλινικό μέρος και με τις ατομικές περιπτώσεις, ενώ γνωρίζουμε σήμερα ότι η αιτία των προβλημάτων βίας, παραβατικότητας και σχολικής αποτυχίας είναι μια σύνθεση κοινωνικο-οικονομικών παραγόντων και σχολικού κλίματος. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου τροφοδοτεί ολοένα και περισσότερο την Υπηρεσία με αυτούς που ονομάζει κλινικούς ψυχολόγους – ενώ πρέπει να είναι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι – με βάση μια συμφωνία που την έκαναν άνθρωποι που δεν ήξεραν. Ένας κλινικός ψυχολόγος πάει να δει τα παιδιά μεταφέροντας τους φακέλους των παιδιών για να δε το σκορ που σκόραρε στο άλφα τεστ και πόσο σκόραρε στο βήτα τεστ και δεν είναι ικανός να δώσει συμβουλές επί της παιδαγωγικής πρακτικής και των συνθηκών μάθησης».

Συνεργατική και ομαδική μάθηση

-Πώς βλέπεις τον ρόλο των εκπαιδευτικών ψυχολόγων;

-« Ένας εκπαιδευτικός ψυχολόγος πρέπει να είναι υποστηρικτής και συνεργάτης των εκπαιδευτικών, να προσπαθήσει να τους εξηγήσει ότι η μάθηση γίνεται ομαδικά και συνεργατικά. Δεν μπορεί να υπάρξει μάθηση με τον ανταγωνισμό, γιατί ο ανταγωνισμός σκοτώνει την ελεύθερη σκέψη, την κριτική σκέψη, τη φαντασία και την ευχαρίστηση στη γνώση. Στο δικό μας σύστημα, δυστυχώς τα  παιδιά εκπαιδεύονται στον ανταγωνισμό – με τα αστεράκια. Η κόρη του τάδε, που είναι κοινωνικο-πολιτιστικά προνομιούχος, παίρνει πέντε αστεράκια, κάθε μέρα. Και το παιδί που κάθεται δίπλα της, δεν παίρνει κανένα. Και δεν φροντίζει η δασκάλα ή ο δάσκαλος, έτσι ώστε από την πρώτη τάξη, τα παιδιά να λειτουργούν σε ομάδες και να βοηθά το ένα το άλλο, δηλαδή να εφαρμοστούν οι σύγχρονες μέθοδοι διδασκαλίας, οι ομαδο-συνεργατικές μέθοδοι. Δηλαδή, να περιμένει ο δάσκαλος να σκεφτούν και τα άλλα παιδιά και όχι να υποδεικνύει για απαντήσεις, μόνο τον άριστο «Κωστάκη». Να βοηθήσει το σχολείο, ώστε να υποχωρήσει ο παιδικός εγωκεντρισμός, που διαρκεί μέχρι τα 7 χρόνια του παιδιού. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό, είναι να βάλεις τα παιδιά να δουλεύουν σε ομάδα. Να μάθει το παιδί να περιμένει και τον άλλο…να μάθει να ακούει και την άλλη άποψη, να μάθει να μην επιδιώκει να είναι πάντα «πρώτος». Διότι ο πρώτος, είναι μόνος. Ένα κοριτσάκι, που ήταν η καλύτερη μαθήτρια, παρακάλεσε κάποτε τη δασκάλα της, να μη διαβάζει πάντα τις εκθέσεις της στην τάξη, «γιατί ζηλεύουν οι συμμαθήτριές της και δεν την παίζουν». Είναι γνωστή η αντίδραση συμμαθητών, «τούτος εν σπάσμα». Μπορούν επίσης τα ατομικά βραβεία, να γίνουν ομαδικά…».

-Τι θα συμβούλευες τα ανώτερα στελέχη της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας;

-«Να ανασυσταθεί και αναδιαρθρωθεί εκ βάθρων η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, μετατρεπόμενη σε αυτό που λέει το όνομα της: Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Να ασχολείται με την εκπαιδευτική ψυχολογία, με την ανάπτυξη παιδαγωγικών πρακτικών που κάνουν τα παιδιά να γοητευτούν από το σχολείο, να αγαπήσουν το σχολείο. Χρειάζεται ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης των υφιστάμενων στελεχών της Υπηρεσίας, χρειάζεται το Πανεπιστήμιο Κύπρου να μάθει τι είναι εκπαιδευτική ψυχολογία και να αναπροσαρμόσει ανάλογα το πρόγραμμά του, ώστε να «βγάζει» εκπαιδευτικούς ψυχολόγους και όχι κλινικούς ψυχολόγους».

Το σχολείο να προσαρμοστεί στο παιδί

-Τι είναι το σχολικό κλίμα;

-«Είναι ο τρόπος που οργανώνεται μια σχολική μονάδα ώστε να επικρατεί μια αίσθηση του ανήκειν και μια συναισθηματική σύνδεση των δασκάλων μεταξύ τους, που συνεργάζονται και δεν δουλεύει ο καθένας μόνος του. Υπερέχουν η συνεργατικότητα, η ομαδικότητα, οι ομαδο-συνεργατικές παιδαγωγικές πρακτικές και ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ των μαθητών και των δασκάλων και των μαθητών μεταξύ τους. Αυτές οι αρχές δεν είναι καινούργιες. Εμπεριέχονται σε πολλές παλιές, πρωτοποριακές παιδαγωγικές θεωρίες, όπως η θεωρία του Γάλλου παιδαγωγού και εκπαιδευτικού μεταρρυθμιστή Σελεστέν Φρενέ (Célestin Freinet 1896-1966). Στην Ελλάδα λειτουργούν 60 σχολεία που ακολουθούν την παιδαγωγική Φρενέ. Στην Κύπρο δεν «ενδιαφέρεται» κανένας για το σχολείο, καθώς όλοι επικεντρώνονται πάνω στο παιδί. Κανένας δεν διερωτήθηκε πώς να κάνουμε το σχολείο να προσαρμοστεί στο παιδί και όχι το παιδί να προσαρμοστεί στο σχολείο. Πρόκειται για την επιστημονική και πολιτικά σωστή φιλοσοφία που βλέπει τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ σχολείου και παιδιού. Όταν υπηρετούσα στην εκπαίδευση, με προσκαλούσαν σε ένα σχολείο για ένα χρόνο δυο φορές το μήνα, να παρακολουθώ ένα παιδί που έβγαινε πάνω στο δέντρο και δεν έμπαινε στην τάξη. Τον άλλο χρόνο άλλαξε ο δάσκαλος και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το παιδί αυτό! Δεν λέω ότι ο δάσκαλος ήταν ο μοναδικός παράγοντας για την αλλαγή αυτή, ήταν όμως ένας παράγοντας. Όταν κάνεις επιστήμη κυρίως, πρέπει να βλέπεις  συνολικά όλες τις παραμέτρους που επενεργούν σε ένα πρόβλημα. Αν θέλουμε να έχουμε ποιοτική εκπαίδευση και με λιγότερα χρήματα, αυτό πρέπει να κάνουμε. Διότι ο δάσκαλος, θα βάζει τα παιδιά να δουλεύουν και δεν θα ανοίγει τα κεφάλια τους και να ρίχνει μέσα, τη γνώση. Δεν θα χρειάζονται πια, οι διάφοροι ειδικοί».

-Αυτό μας φέρνει στη δική σου δουλειά, αφού εργάστηκες πολύ, από όσο ξέρω, για την αλλαγή αυτή, εκ των έσω…

-«Στην αρχή, όταν τέλειωσα τις σπουδές μου στη Γαλλία, όπου έκανα και παιδαγωγικά και διορίστηκα στο Υπουργείο Παιδείας ως εκπαιδευτικός ψυχολόγος, έκανα ατομικές εκθέσεις παιδιών, για τη σχολική αποτυχία, ή για τις «μαθησιακές δυσκολίες», που ακόμα θεωρούνται «διαταραχή». Διαπίστωσα ότι αυτή τη «διαταραχή», την έχουν όλα τα φτωχά παιδιά…άρα το θέμα είναι κοινωνικό. Διάβασα στο βιβλίο «Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης» της Καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών  Άννας Φραγκουδάκη, ότι όλες οι έρευνες ακόμα και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, αποκαλύπτουν ότι η σχολική αποτυχία ή επιτυχία, καθορίζεται στατιστικά, με βάση την κοινωνική καταγωγή. Είχα επίσης μια «πολιτική διαύγεια», όπως λέει και ο Paulo Freire, η οποία με οδήγησε να αναρωτηθώ, γιατί τόσα παιδιά από τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αποτυγχάνουν στο σχολείο; Είναι μήπως γενετικά κατώτερα, όπως λένε κάποιες φασιστικές φιλοσοφίες; Ασφαλώς όχι. Διάβασα όλες τις έρευνες σε διεθνές επίπεδο, που τις έχει συνοψισμένες η Άννα Φραγκουδάκη και το συμπέρασμά της, είναι ότι η κοινωνική καταγωγή, οριοθετεί τη σχολική επίδοση. Υπάρχει αναπαραγωγή των ταξικών ανισοτήτων από το εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα παιδί λαϊκών στρωμάτων έχει 80% πιθανότητες να μη μπει στο Πανεπιστήμιο, ενώ ένα παιδί με γονείς κοινωνικού κύρους και εξουσίας, έχει 80% πιθανότητες να μπει στο Πανεπιστήμιο, αφού ζει σε ένα πλούσιο σε ερεθίσματα, γνώσεις και ποιότητα σχέσεων περιβάλλον. Οι σύγχρονες έρευνες των νευρο-επιστημών έδειξαν ότι το περιβάλλον επηρεάζει πολύ πιο καθοριστικά από όσο πιστεύαμε, την ανάπτυξη του εγκεφάλου. Και  συνεπώς αναπτύσσεται πολύ περισσότερο ένα παιδί που έχει πίσω του ένα προνομιούχο περιβάλλον και διαθέτει πλούσιες πολιτιστικές αποσκευές, από ένα αδικημένο παιδί που καθηλώνεται γιατί το σχολείο του αναπαράγει την κοινωνική ανισότητα».

«Είχα υποστεί δίωξη γιατί δούλευα σκληρά»…

-Γνωρίζω ότι υπηρέτησες σε αυτή την Υπηρεσία για 37 ολόκληρα χρόνια. Προβλέπω λοιπόν ότι λέγοντας αυτά, κάποιοι θα σου καταλογίσουν ότι τώρα που έφυγες από την Υπηρεσία, τη «λιθοβολείς» εκ του ασφαλούς. Και θα σε ρωτήσουν, τι έκανες για να την αλλάξεις προς το καλύτερο, όταν ήσουν μέσα σε αυτήν και μάλιστα όταν υπηρέτησες και ως διευθυντικό στέλεχος της;

-«Όταν ήμουν μέσα, είχα μείωση της βαθμολογίας μου γιατί πήγα στη Βουλή και επέκρινα μια λάθος απόφαση του Υπουργείου Παιδείας… Είχα συγκρουστεί πολλές φορές με τους Προϊστάμενους της Υπηρεσίας και είχα υποστεί δίωξη γιατί δούλευα σκληρά(!), ενώ ταυτόχρονα εκατοντάδες εκπαιδευτικοί επιμορφώθηκαν από τα παιδαγωγικά προγράμματα που προωθούσα. (Και πιστεύω ακράδαντα ότι οι εκπαιδευτικοί στην πλειοψηφία τους όταν έχουν εμπνευστές φωτισμένους αξιωματούχους στο Υπουργείο, μπορούν να κάνουν θαύματα!).  Όπως ανέφερα και στην επιστολή μου στους συναδέλφους και συνεργάτες μου όταν αφυπηρέτησα πρόωρα τον Ιούνιο 2013, προσπάθησα μέσα από το έργο μου, κλινικό, ερευνητικό, συγγραφικό, επιμορφωτικό, να προωθήσω εκείνες τις αλλαγές, τις καινοτομίες και τα προγράμματα που συμβάλλουν στη δημιουργία ενός σχολείου που σκέφτεται, συμμετέχει, δημιουργεί, μιλά, αγαπά, φαντάζεται, αγκαλιάζει με πάθος και λέει ναι στη ζωή. Αγωνίστηκα με πάθος ενάντια σε κάθε ψυχολογική, ψυχιατρική ή παιδαγωγική πρακτική που έπληττε την αξιοπρέπεια, τις ελευθερίες και τα δικαιώματα στην κοινωνία ευρύτερα αλλά και ιδιαίτερα στον χώρο της παιδείας. Τόλμησα να συγκρουστώ με αρμόδιες Αρχές, εξουσίες και κατεστημένες νοοτροπίες, γεγονός που μου κόστισε στο επίπεδο της επαγγελματικής μου ανέλιξης, αφού είναι γνωστό πως κατά τη συνήθη πρακτική, το σύστημα ευνοεί όσους δεν το ενοχλούν. Θεωρώ υποχρέωσή μου να τονίσω πως μέσα στο ιεραρχικοποιημένο στεγνό, γραφειοκρατικό σύστημα του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού υπήρξαν και ανώτεροι αξιωματούχοι (Υπουργοί και Γενικοί Διευθυντές, Διευθυντές Τμημάτων) οι οποίοι με ενθάρρυναν στο δημιουργικό έργο μου. Προσθέτω ότι στη διάρκεια της υπηρεσίας μου δεν είχα διοικητική εξουσία, είχα εξουσία που κέρδισα με σκληρή δουλειά εντός και εκτός ωραρίου, ξενυχτώντας με τη συγγραφή εκθέσεων και μελετών για βελτίωση του σχολικού κλίματος και γενικά της παιδείας μας…ήμουν επικεφαλής ή μέλος πολλών επιστημονικών επιτροπών και συμβουλίων, όπως η Επιτροπή για τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, Συντονιστική Επιτροπή Αγωγής Υγείας και Πολιτότητας, Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο, Επιτροπή για το Πρόγραμμα Αναλφαβητισμού στο Γυμνάσιο, Συμβούλιο Εγκληματικότητας και Αντιναρκωτικό Συμβούλιο. Δηλαδή αντί να ρίχνω πέτρες, δημιουργούσα σε συνεργασία με εμπνευσμένους εκπαιδευτικούς, καινοτόμα προγράμματα πρόληψης της σχολικής εγκατάλειψης, από τα οποία επωφελήθηκαν δεκάδες χιλιάδες παιδιά, κυρίως των λαϊκών στρωμάτων και παιδιά με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Πάντως η ετήσια έκθεση του Υπουργείου Παιδείας δείχνει τη πτώση των ποσοστών της σχολικής εγκατάλειψης στην Κύπρο, σε αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες»…

Όταν ο δάσκαλος κλείσει την πόρτα της τάξης…

-Οι θέσεις σου αυτές περιλαμβάνονται και στο βιβλίο σου «Θεραπεύοντας το σχολείο» και είναι εν πολλοίς βασισμένες στις ιδέες του Βραζιλιάνου παιδαγωγού και φιλόσοφου Paulo Freire, για τη δημιουργία ενός «ευτυχισμένου, χαρούμενου σχολείου», έτσι δεν είναι;

-«Ναι…Πρέπει να εργαζόμαστε για ένα σχολείο  που πάει μπροστά, που δεν φοβάται να ριψοκινδυνεύει, που απορρίπτει τη στασιμότητα – ένα σχολείο που σκέφτεται, συμμετέχει, δημιουργεί, μιλά αγαπά, φαντάζεται, αγκαλιάζει με πάθος και λέει ΝΑΙ στη ζωή.  Όταν ο δάσκαλος κλείσει την πόρτα της τάξης του, δεν είναι το σύστημα παρόν, για να του πει να αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες. Ναι, υπάρχει μια σχετική αυτονομία του σχολικού συστήματος…και μέσα στο σχολείο, μπορούμε να κάνουμε αλλαγές».

-Τέτοια ζητήματα θίγεις νομίζω και στην προϋπάρχουσα μελέτη σου για την «Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Σχολικής Αποτυχίας και του Λειτουργικού Αναλφαβητισμού», που εκδόθηκε το 2000  επί Υπουργίας Ουράνιου Ιωαννίδη…

-«Κάθε μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να ξεκινά από την προσχολική ηλικία και να επικεντρώνεται στις μαθήσεις στο δημοτικό, που είναι η βάση και έχει την υποχρέωση να «αλφαβητίσει» όλα τα παιδιά, με τις κατάλληλες παιδαγωγικές πρακτικές, τις ομαδο-συνεργατικές, χωρίς να χρειάζεται τον δάσκαλο στην έδρα, γιατί η έδρα έχει καταργηθεί. Η μείωση της αποτυχίας, επιτυγχάνεται όχι μόνο με το να τοποθετούμε ειδικούς δασκάλους και λογοθεραπευτές και να διογκώνουμε την Ειδική Εκπαίδευση, η οποία περιλαμβάνει παιδιά, που τους βάζουμε ετικέτες με ανύπαρκτες ασθένειες, όπως η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας). Στο βιβλίο μου «Η Αυτοκτονία της Ψυχιατρικής», τεκμηριώνω ότι δεν υπάρχει η ΔΕΠΥ, μια «κατασκευασθείσα ασθένεια», σύμφωνα με τη δήλωση του Παιδοψυχίατρου του Χάρβαρντ, που την «ανακάλυψε».

Σχολικός αποκλεισμός και σχολικός πόνος

-Μίλησέ μας λίγο για το πρώτο σου παιδαγωγικό βιβλίο, με θέμα «Λειτουργικός αναλφαβητισμός: Σχολικός αποκλεισμός και σχολικός πόνος», που περιλαμβάνει και τρεις συγκλονιστικές συνεντεύξεις, με ισάριθμους αναλφάβητους μαθητές Γυμνασίου.

-«Είναι μια ποσοτική και ποιοτική εικονογράφηση του λειτουργικού αναλφαβητισμού στο Γυμνάσιο, καθώς και μια παιδαγωγική παρέμβαση, για την καταπολέμησή του. Το βιβλίο προκύπτει από διδακτορική διατριβή, που κατατέθηκε το Νοέμβριο 1996 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το περιεχόμενο του βιβλίου, αποτελεί προϊόν μιας μακροχρόνιας επαγγελματικής δυσφορίας και ματαίωσης. Της δυσφορίας που νιώθει ο ψυχολόγος, του οποίου η επαγγελματική πρακτική, βραχυκυκλώνεται από ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που θέλει να τον χρησιμοποιεί σαν άλλοθι, στη μαζική και κοινωνικά επιλεκτική παραγωγή της σχολικής αποτυχίας. Και της ματαίωσης που βιώνει ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος, που βρίσκεται παγιδευμένος στο αίτημα του σχολικού θεσμού, για ατομική αντιμετώπιση της σχολικής αποτυχίας και του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Τα πιο πάνω συναισθήματα, αλλά και η εμπειρία μου από την αλληλεπίδραση με χιλιάδες θύματα της σχολικής αποτυχίας, με οδήγησαν στη δημιουργία αυτής της καινοτόμου, ψυχοπαιδαγωγικής παρέμβασης καταπολέμησης του λειτουργικού αναλφαβητισμού στο Γυμνάσιο, που, σε ρήξη με το παραδοσιακό μοντέλο του εκπαιδευτικού ψυχολόγου, θέλει τη Σχολική Ψυχολογία, όπως διακήρυσσε ο Henri Wallon μισό αιώνα πριν, στην αποκλειστική υπηρεσία των παιδιών, προσαρμόζοντας όχι μόνο το παιδί στο σχολείο, αλλά – και κυρίως – το σχολείο στο παιδί. Το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού, προτάθηκε και εισήχθηκε πειραματικά σε δύο Γυμνάσια της Λεμεσού (Ομόνοιας και Επισκοπής) το 1989-90 και στόχευε κυρίως, στην «επιστροφή του απωθημένου», στην επαναφορά επί της σχολικής σκηνής, των σχολικά αποκλεισμένων και τραυματισμένων, λειτουργικά αναλφάβητων παιδιών.  Στενός συνεργάτης μου και συντονιστής-σύμβουλος σε αυτό το εγχείρημα, ήταν ο δάσκαλος Δημήτρης Χαραλάμπους, Β. Διευθυντής Δημοτικής Εκπαίδευσης. Στην αρχή της πειραματικής εφαρμογής του Προγράμματος, αντιμετωπίσαμε περίπτωση μαθητή της Α΄ τάξης που ήταν τόσο αρνητικός απέναντι στο σχολείο, που μια μέρα αναγκάστηκα εγώ, ως υπεύθυνος του Προγράμματος, μαζί με τον δάσκαλο του παιδιού και τον Διευθυντή του σχολείου, να πάμε στο σπίτι του, ένα φτωχικό σπίτι με παράθυρα από χαρτόνι, και να προσπαθήσουμε να τον πείσουμε να έρθει στο σχολείο, καθώς είχε «ταμπουρωθεί» κάτω απ’ το κρεβάτι του σαν αγρίμι και δεν έβγαινε με τίποτα…».

Από αριστερά Eric Debarbieux Πρόεδρος του Διεθνούς Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο, Μαρία Καραγιάννη εκπαιδευτικός, Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος και Μαρία Θεοφάνους, πρώην Διευθύντρια του Λυκείου Αγίου Αντωνίου Λεμεσού. Οι τρεις πρώτοι ήταν μέλη της ερευνητικής ομάδας της πρώτης επιστημονικής έρευνας του Παρατηρητηρίου για τη Βία στο Σχολείο, που έγινε το 2011, με θέμα τη θυματοποίηση και το σχολικό κλίμα στα κυπριακά σχολεία. Ο  Eric Debarbieux ήταν Επιστημονικός Σύμβουλος της έρευνας. Η φωτογραφία είναι από την  παρουσίαση των αποτελεσμάτων της έρευνας  στους εκπαιδευτικούς του Λυκείου Αγίου Αντωνίου Λεμεσού, τον Ιανουάριο 2013. (Από το αρχείο του υπογράφοντος).

Αριστερά ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος με τον Eric Debarbieux κατά την πρώτη επίσκεψη του Γάλλου Καθηγητή στην Κύπρο τον Μάρτη 2010. (Από το αρχείο του υπογράφοντος).

Φώτο: Ο Δρ Μιχάλης Παπαδόπουλος στο γραφείο-βιβλιοθήκη του στο σπίτι του στη Λεμεσό με τον Μάριο Δημητρίου, ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου 2019.