Mείωση 4% ετησίως καταγράφεται στην κατανάλωση λιθάνθρακα στην ΕΕ

Μείωση 4% ετησίως σε 226 εκατομμύρια τόνους για το 2018, καταγράφεται στην κατανάλωση λιθάνθρακα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Eurostat, η στατιστική υπηρεσία της ΕΕ.

Σύμφωνα με τη Eurostat, η ακαθάριστη εσωτερική κατανάλωση λιθάνθρακα στην ΕΕ μειώθηκε σταθερά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε σε περίπου 360 έως 380 εκατομμύρια τόνους για σχεδόν μια δεκαετία. Μετά από μια απότομη πτώση και μια σύντομη ανάκαμψη μεταξύ του 2008 και του 2012, η ​​κατανάλωση συνέχισε να μειώνεται. Το 2018, η κατανάλωση λιθάνθρακα ήταν 54% χαμηλότερη από το επίπεδο των 497 εκατομμυρίων τόνων του 1990.

Η παραγωγή λιθάνθρακα στην ΕΕ μειώνεται επίσης κάθε χρόνο. Το 2018, η παραγωγή ανερχόταν σε 74 εκατομμύρια τόνους, 6% κάτω από το επίπεδο το 2017 και 80% χαμηλότερη από τα 368 εκατομμύρια τόνους του 1990.

Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2018, πέντε κράτη μέλη παρήγαγαν λιθάνθρακα: Πολωνία (63,4 εκατομμύρια τόνοι), Τσεχία (4,5), Γερμανία (2,8), Ηνωμένο Βασίλειο (2,6) και Ισπανία (0,5). Το 1990, 14 κράτη μέλη της σημερινής ΕΕ παρήγαγαν λιθάνθρακα.

Σε σύγκριση με το 2012, που ήταν η τελευταία αιχμή στην παραγωγή λιθάνθρακα της ΕΕ (123 εκατομμύρια τόνοι), το 2018 η Πολωνία μείωσε την παραγωγή της κατά 20% και η Τσεχία κατά 39%. Οι υπόλοιπες χώρες μείωσαν δραστικά την παραγωγή λιθάνθρακα κατά την ίδια περίοδο, τη Γερμανία κατά 76%, το Ηνωμένο Βασίλειο κατά 84%, την Ισπανία κατά 86%.

Η Πολωνία (32%) και η Γερμανία (20%) αντιπροσώπευαν συνολικά περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής κατανάλωσης λιθάνθρακα της ΕΕ το 2017, ακολουθούμενη από την Ισπανία (9%), την Ιταλία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο 6%).

Αναλυτικά η κατανάλωση του λεγόμενου “καφέ άνθρακα” στην ΕΕ το 2018 εκτιμάται σε 370 εκατομμύρια τόνους.  Σε σχέση με τη δεκαετία του 1990, η κατανάλωση μειώθηκε ραγδαία, μεταξύ 2000 και 2012 κυμαίνεται από 400 έως 450 εκατομμύρια τόνους ετησίως. Από το 2013, η τάση της κατανάλωσης μειώνεται συνεχώς. Η τάση παραγωγής καφέ άνθρακα είναι πολύ παρόμοια με την τάση της κατανάλωσης. ο λιγνίτης παράγεται κυρίως στις χώρες κατανάλωσης, ενώ οι εισαγωγές και οι εξαγωγές είναι αμελητέες.

Η Γερμανία αντιπροσώπευε το 2017 το 44% της συνολικής κατανάλωσης καφέ άνθρακα από την ΕΕ, ακολουθούμενη από την Πολωνία (16%), την Τσεχία και την Ελλάδα (και τα 10%), τη Βουλγαρία (9%) και τη Ρουμανία (7%).

Η πλειονότητα του λιθάνθρακα (61% το 2017) και του καφέ άνθρακα (93% το 2017) χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας. Το 2017, 150 εκατομμύρια τόνοι λιθάνθρακα παραδόθηκαν σε σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας στην ΕΕ. Για τον καφέ άνθρακα, το ποσό αυτό ανερχόταν σε 359 εκατομμύρια τόνους.

Και οι δύο  μειώθηκαν σε σχέση με τη δεκαετία του 1990 και στη συνέχεια παρέμειναν ως επί το πλείστον σταθεροί μέχρι το 2012 αλλά με σημαντικές μειώσεις από το 2008 έως το 2010. Από το 2013, οι παραδόσεις λιθάνθρακα για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παρουσιάζουν σαφώς μειούμενη τάση. Στην παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας ο λιθάνθρακας αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από το φυσικό αέριο και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Οι παραδόσεις καφέ άνθρακα σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής παρουσιάζουν επίσης μια πτωτική τάση από το 2013, με μια μικρή αύξηση το 2017.

Ο λιθάνθρακας (πιο συγκεκριμένα ο “άνθρακας οπτανθρακοποίησης”, όπως εξηγεί η Eurostat) είναι απαραίτητος για την παραγωγή “οπτάνθρακα οπτανθρακοποίησης” για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Τα τελευταία διαθέσιμα ετήσια στοιχεία δείχνουν ότι το 2017 τα εργοστάσια οπτανθρακοποίησης στην ΕΕ κατανάλωναν 51 εκατομμύρια τόνους άνθρακα οπτανθρακοποίησης για την παραγωγή 39 εκατομμυρίων τόνων οπτάνθρακα οπτανθρακοποίησης, διατηρώντας παρόμοιο επίπεδο με το 2016.

ΚΥΠΕ