Έτσι θα συμμετάσχει η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ

Τα ελληνικά ομόλογα είναι τα μοναδικά από τις χώρες της Ευρωζώνης που δεν θα συμμετάσχουν ούτε στο δεύτερο γύρο της ποσοτικής χαλάρωσης που ανακοίνωσε πρόσφατα ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, αλλά θα εφαρμοστεί από την επόμενη πρόεδρο της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ μετά την 1η Νοεμβρίου.

Ωστόσο η ζοφερή αυτή πραγματικότητα για την Ελλάδα, ίσως αλλάξει και μάλιστα σύντομα, αρκεί να συνεχίσει να βελτιώνει τις επιδόσεις της και να διατηρεί το θετικό κλίμα. Όπως πρόσφατα δήλωσε ο Μ. Ντράγκι κατά την ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο, η  Ελλάδα μπορεί να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα αγορών ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γνωστό ως QE, αν συνεχίσει να σημειώνει πρόοδο στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Χαρακτηριστικά τόνισε: «είμαι αρκετά πεπεισμένος ότι αν τα πράγματα συνεχίσουν να κινούνται με τον τρόπο αυτό και η πρόοδος συνεχίσει να είναι σημαντική στις μεταρρυθμίσεις, θα υπάρχουν οι συνθήκες για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο QE, αλλά πρέπει να γίνει πρόοδος, πρέπει να συνεχισθεί»,

Για να συμμετάσχει η Ελλάδα στο QE, θα πρέπει να έχει τουλάχιστον μία αξιολόγηση με επενδυτική διαβάθμιση από έναν από τους μεγάλους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης και το χρέος της θα πρέπει να θεωρείται βιώσιμο από την ΕΚΤ.

Με βάση τους όρους που θέτει ο Ντράγκι και θα ακολουθήσει η Λαγκάρντ, η Ελλάδα πλέον δεν βρίσκεται πολύ μακριά από την… ολική επαναφορά. Στο ίδιο μήκος κύματος με τον κεντρικό τραπεζίτη ήταν και το χθεσινό σχόλιο της Citi για το συγκεκριμένο ζήτημα, με την αμερικανική τράπεζα να θεωρεί εύλογο το αίτημα μείωσης των πλεονασμάτων και πιθανή την αναβάθμιση της Ελλάδας και την είσοδό της στο QE.

Ο Ντράγκι μάλιστα εμφανίστηκε πεπεισμένος πως αν συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις τότε η Ελλάδα σίγουρα θα μπει στο QE. Σύμφωνα με τον Ιταλό, η χώρα μας θα πρέπει να εστιάσει σε τρία «κλειδιά» που θα ανοίξουν την πόρτα του προγράμματος αγοράς ομολόγων ακόμη και μέσα στο 2020:

Ο πρώτος όρος αφορά στη διατήρηση της αξιοπιστίας την οποία χαίρει σήμερα η Ελλάδα. Αυτό ακριβώς δήλωσε ο Ντράγκι την περασμένη Δευτέρα στην τελευταία του παρουσία στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για να γίνει αυτό θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να συνεχίσει στο δρόμο των μεταρρυθμίσεων, της επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων και της εφαρμογής φιλικών προς την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις πολιτικών. Όταν μέσα σε 4 μόλις μήνες η απόδοση του 10ετούς έχει υποχωρήσει κατά 62,5% και το spread έχει επιστρέψει σε επίπεδα προ κρίσης είναι προφανές πως είναι στο χέρι της κυβέρνησης να μην κατεβάσει ταχύτητα.

Υπάρχει και ο «παραδοσιακός» όρος της δημοσιονομικής πειθαρχίας όμως αυτός θεωρείται πλέον δεδομένος, συνεπώς υπό την παραδοχή ότι δεν επανέρχονται οι κόντρες με τους Ευρωπαίους.

Ο δεύτερος όρος σχετίζεται με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Αποκλείεται η ΕΚΤ να αγοράσει ελληνικά ομόλογα όσο το χρέος θεωρείται μη βιώσιμο. Επομένως, ο μόνος τρόπος είναι να αλλάξει η ετυμηγορία της ΕΚΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους μέσω μιας νέας έκθεσης DSA. Οι προϋποθέσεις υπάρχουν και είναι πλέον στο χέρι της Λαγκάρντ να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση αφού σήμερα το κόστος δανεισμού είναι πολύ χαμηλότερο από τις παραδοχές της προηγούμενης έκθεσης και όσο βελτιώνονται οι συνθήκες τόσο το επιτόκιο που ζητούν οι επενδυτές για να δανείσουν την Ελλάδα είναι μικρότερο από το μέσο επιτόκιο δανεισμού από τον επίσημο τομέα. Επίσης, όσο θα ενισχύονται οι προοπτικές μεγέθυνσης του ΑΕΠ, τόσο θα βελτιώνεται η βιωσιμότητα. Άλλωστε η βιωσιμότητα του χρέους σχετίζεται άμεσα με τις προσδοκίες για τις μελλοντικές συνθήκες και όλοι πλέον στην Ευρώπη αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα ανακάμπτει ταχύτατα.

Ο τρίτος απαράβατος όρος είναι να δοθεί λύση στο μείζον ζήτημα των τραπεζών. Θα πρέπει να εξαλειφθεί και ο παραμικρός κίνδυνος για την φερεγγυότητά τους, μέσω της δραστικής και αποτελεσματικής μείωσης των «κόκκινων» δανείων. Τα stress tests του 2020 πλησιάζουν και οι ελληνικές τράπεζες είναι οι μοναδικές στην Ευρώπη που αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλο πρόβλημα παρά το γεγονός ότι επιτυγχάνουν τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) της ΕΚΤ από το 2016. Ντράγκι και Λαγκάρντ παρακολουθούν εδώ και χρόνια το ζήτημα και γνωρίζουν πολύ καλά πως το υψηλό ποσοστό NPEs καθιστά ευάλωτο το τραπεζικό σύστημα της χώρας μας. Όσο μάλιστα τα «κόκκινα» δάνεια παραμένουν στους ισολογισμούς, τόσο οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν επαρκώς την πραγματική οικονομία και έτσι συγκρατείται η ανάπτυξη. Η εφαρμογή του project «Ηρακλής» για την κεντρική διαχείριση έως και 30 δισ. ευρώ θα συμβάλλει στην αντιμετώπιση του φαινομένου ενώ θα πρέπει να αναμένονται και νέες πρωτοβουλίες των τραπεζών.

Του Θανάση Παπαδή