Κάποτε στο Χόλιγουντ: Το σχόλιο του Ταραντίνο για τη βία

Υπάρχουν πολλά που μπορείς να πεις για το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» του Κουέντιν Ταραντίνο.

Μπορείς να μιλήσεις για την έξοχη άσκηση κινηματογραφικού ύφους και τον εγκιβωτισμό πολλών ειδών ταινιών (γουέστερν, θρίλερ, κομεντί, τηλεοπτικό αστυνομικό, σπαγγέτι γούεστερν) μέσα στην ταινία, τα σινεφίλ inside jokes και το σουρεαλιστικό χιούμορ, το σχόλιο για την ανασφάλεια και τον ναρκισσισμό του καλλιτέχνη, τις σχέσεις εξουσίας στο χώρο της τέχνης, την αλλαγή εποχής στο Χόλιγουντ, τα διαμάντια της τέχνης που μπορείς να βρεις ακόμα και μέσα στα σκουπίδια της τηλεόρασης και των B Movies.

Οι χίπις και οι συντηρητικοί

Θα σταθώ όμως σε δύο πολύ ενδιαφέρουσες πολιτικές και κοινωνικές πτυχές του φιλμ. Η πρώτη αφορά τον τρόπο που επιλέγει ο Ταραντίνο για να αναβιώσει τα τέλη της δεκαετίας του ’60 στις ΗΠΑ. Συνήθως ανάλογες κινηματογραφικές αναβιώσεις γίνονται με εξιδανικευμένο και στρεβλό τρόπο. Τα τέλη της δεκαετίας του ’60 δεν είναι μόνο μια εποχή νεανικής αμφισβήτησης, αλλά και ισχυρής αντίδρασης του αμερικάνικου (και διεθνούς) συντηρητισμού. Δεν είναι μόνο οι χίπις, αλλά και η «σιωπηρή πλειοψηφία» που εκλέγει τον Νίξον πρόεδρο. Το δε ρεύμα της νεολαιίστικης κουλούρα δεν είναι μόνο «αγάπη και ειρήνη», αλλά και αντικοινωνικές συμπεριφορές και αυτοκαταστροφή -άλλωστε τα εγκλήματα του Μάνσον θα δώσουν αφορμή για μια μεγάλη επικοινωνιακή επίθεση εναντίον της αμφισβήτησης.

Η ματιά των Ρικ Ντάλτον και Κλιφ Μπουθ (των δύο κεντρικών χαρακτήρων του φιλμ που υποδύονται ο Λεονάρντο Ντικάπριο και ο Μπραντ Πιτ) εκφράζει ακριβώς την εχθρική στάση της συντηρητικής Αμερικής απέναντι στους χίπις. Όμως έχει μεγάλη σημασία (και δείχνει τη διεισδυτικότητα της ματιάς του Ταραντίνο) ότι ίδιοι αυτοί τύποι που με κάθε ευκαιρία δηλώνουν την απαρέσκεια τους για τους χίπις, υιοθετούν πλευρές του χίπικου τρόπου ζωής, από τη μουσική και την εμφάνιση ως τη χρήση ουσιών. Βλέπουμε δηλαδή ότι ένα μειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα μπορεί να προκαλέσει ευρείας κλίμακας μετασχηματισμούς, πολύ πλατύτερα από τους οργανωμένους οπαδούς του, ακόμα και στο στρατόπεδο των αντιπάλων του.

Η βία της οθόνης

Η δεύτερη πτυχή του «Κάποτε στο Χόλιγουντ» που μ’ ενδιαφέρει πολύ, είναι η σχέση της βίας στην οθόνη με την πραγματική βία. Στην ταινία οι δολοφόνοι του Μάνσον αναφέρουν ότι μεγάλωσαν με τα τηλεοπτικά σίριαλ της συνεχούς βίας και των διαδοχικών δολοφονιών. Αυτή η σχέση τηλεοπτικής και πραγματικής βίας συμβολοποιείται με καταπληκτικό τρόπο στο κοινόβιο της σέχτας του Τσαρλς Μάνσον. Tο παλιό studio όπου γυρίζονταν τα γουέστερν με τα καταιγιστικά πιστολίδια, καταλαμβάνεται πια από μια δολοφονική αίρεση αποπροσανατολισμένων νέων. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κοινόβιο των «παράνομων» χίπηδων η βασική διασκέδαση είναι η παρακολούθηση αστυνομικών τηλεοπτικών σειρών όπως το FBI. Ταυτόχρονα, τα σφαγείο του Βιετνάμ διαποτίζει την αμερικανική καθημερινότητα της εποχής.

Ο Ταραντίνο πολύ ορθά παρουσιάζει τους οπαδούς του Μάνσον όχι ως ανήθικους και ιδιοτελείς εγκληματίες, αλλά ως μεγάλα «παιδιά» που δεν μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορά του καλού και του κακού, καθώς και θεμελιώδεις ηθικές επιταγές του πολιτισμού, όπως η αξία της ανθρώπινης ζωής. Η συνεχής επανάληψη των τηλεοπτικών «δολοφονιών» δεν κάνει τους θεατές «βίαιους». Υποβαθμίζει όμως την καταλυτική σημασία του θανάτου, μετατρέποντας τον σε ένα συμβάν όπως όλα τα άλλα. Κάτι που βλέπεις να συμβαίνει ξανά και ξανά παύει να είναι τελεσίδικο και συνταρακτικό. Τα «παιδιά» του Μάνσον δεν βλέπουν στο θάνατο (και κατ’ επέκταση στη δολοφονία) κάτι εξαιρετικό. Από αυτή τη σκοπιά, το βλέμμα του Ταραντίνο συναντάει τη δουλειά του Άντι Γουόρχολ (Death and disaster) που κατέδειξε ήδη από τη δεκαετία του ’60 ότι η επαναλαμβανόμενη κάλυψη θανατηφόρων περιστατικών από τα ΜΜΕ οδηγεί το κοινό στην εξοικείωση με το θάνατο κι εντέλει το καθιστά αδιάφορο απέναντί του.

Ηθελημένη «αφέλεια»

Εκτός όλων των άλλων, το «Κάποτε στο Χόλιγουντ» είναι λοιπόν ένα διεισδυτικό σχόλιο για τη βία. Μόνο που η διεισδυτικότητά του δεν καθιστά τον Ταραντίνο κυνικό. Όπως δείχνει το τέλος της ταινίας, ο σκηνοθέτης εξακολουθεί να πιστεύει ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα. Η ηθελημένη «αφέλεια» του Ταραντίνο είναι πιο αναγκαία από ποτέ σε τούτους τους καιρούς της παραίτησης και τους κυνισμού.

Πηγή: cnn.gr