Μίλησε με ένα ζεϊμπέκικο ο Μιχάλης Παπαδόπουλος

Στην παρουσίαση του βιβλίου του «Μακρύ Ζεϊμπεκογράφημα» στη Λεμεσό

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Μια εμπειρία πνευματικής ανάτασης και πραγματικής αναψυχής ήταν η παρουσίαση του  βιβλίου «Ποίηση και ζεϊμπέκικος Χαρμολύπη, Μακρύ ζεϊμπεκογράφημα με τον Γιώργο Τζώρτζη μουσικό και διανοούμενο άνευ χαρτοφυλακίου & ένα δοκίμιο για την ηδονή και την οδύνη της δημιουργίας» του ψυχολόγου, ποιητή και συγγραφέα Δρα Μιχάλη Παπαδόπουλου το βράδυ της Δευτέρας 23ης Σεπτεμβρίου 2019 στην εσωτερική αυλή του Καναλιού 6 στη Λεμεσό. Σημαδεύτηκε από τον συγκλονιστικό «μοναχικό θρήνο» του ζεϊμπέκικου που χόρεψε ο Μιχάλης, «από το θράσος και το θάρρος του να βγει και να εκπέμψει τον πόνο του μπροστά σε άγνωστους ξένους – προς τα ουράνια ουσιαστικά», όπως το διατύπωσε λίγα λεπτά προηγουμένως ο πρώην ευρωβουλευτής Τάκης Χατζηγεωργίου, που μαζί με τον εκδότη του βιβλίου Κώστα Κρεμμύδα (εκδόσεις «Μανδραγόρας») και τον ιστορικό Λεωνίδα Εμπειρίκο, που ήρθαν γι’ αυτό από την Αθήνα, ήταν οι ομιλητές της βραδιάς – το ζεϊμπέκικο που χόρεψε ο Μιχάλης το έπαιξε στο μπουζούκι ο εκ Καβάλας δεξιοτέχνης Γιάννης Μαδεμλής συνοδευόμενος από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή του βιβλίου Γιώργο Τζώρτζη και την κιθάρα του. «Ο Μιχάλης να μας πει κάτι» τον προέτρεψε φωναχτά ο Κώστας Κρεμμύδας μόλις τέλειωσαν οι τρεις ομιλητές. «Εγώ θα σας πω…με τα πόδια μου» ήταν η απάντηση του Μιχάλη που σηκώθηκε ταυτόχρονα, άνοιξε τα χέρια και αφέθηκε στη μυσταγωγία του ζεϊμπέκικου στον περιορισμένο χώρο ανάμεσα στην ορχήστρα και στους δεκάδες παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων και ο δήμαρχος Λεμεσού Νίκος Νικολαϊδης. Χόρεψε «κλεισμένος στο καβούκι του και κατευθύνοντας το βλέμμα στη γη, στον ουρανό και ενίοτε προς την ορχήστρα  και ιδιαίτερα προς τον κύριο τραγουδιστή τον Τζώρτζη, με τον οποίο ένιωθε μια ιδιαίτερη στι(η)χουργική επικοινωνία», όπως έγραψε στο βιβλίο του, περιγράφοντας τη γνωριμία του με τον Γιώργο Τζώρτζη όταν έκανε παραγγελιά και χόρεψε το ζεϊμπέκικο «Πρώτο φθινόπωρο» σε μια ταβέρνα της Λεμεσού λίγα χρόνια προηγουμένως.

Όταν γεννήθηκε ένας ποιητής «που δεν περιμέναμε»…

«Χαίρομαι πολύ που είμαστε σήμερα στη Λεμεσό, άλλωστε οι δεσμοί μας με την Κύπρο είναι  μεγάλοι και μακροχρόνιοι και μια ακόμα αφορμή στάθηκε αυτό το βιβλίο του Μιχάλη Παπαδόπουλου που εκδώσαμε πρόσφατα» (σ. σ. το 2017), είπε στη σύντομη προσφώνησή του ο Κώστας Κρεμμύδας. Παίρνοντας τον λόγο ο Λεωνίδας Εμπειρίκος χαρακτήρισε «εκπληκτικό» το βιβλίο. «Σε αυτό», είπε, «περιγράφεται μια συνάντηση και τα «μεθεόρτια» της. Η συνάντηση ήταν ένας ζεϊμπέκικος  χορός που χόρευε ο Μιχάλης σε μια ταβέρνα της Λεμεσού όταν έπαιζε ο Γιώργος Τζώρτζης που παρατήρησε τον «αλλόφρονα» χορό του Μιχάλη και πήγε ο ίδιος στο τραπέζι του μετά, να μάθει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος». Ο Λ. Εμπειρίκος συνέχισε κάνοντας μιαν αδρή αναδρομή στην πρόσφατη συγγραφική πορεία του Μιχάλη Παπαδόπουλου. «Αυτό που επακολούθησε», είπε, «δεν ήταν μόνο μια στενή φιλία των δύο καλλιτεχνών, ήταν η αρχή του οίστρου της δημιουργικότητας του Μιχάλη, περίπου την εποχή που αφυπηρέτησε από την πολύ δημιουργική, κατά τα άλλα, δουλειά του στο Υπουργείο Παιδείας. Ίσως το έναυσμα να ήταν ο θάνατος της Κλωντ της μητέρας των παιδιών του, την οποία γνώρισα και αγαπούσα πολύ, αλλά και η αφυπηρέτηση και η νευρολογική ασθένεια που τον βρήκε – το Πάρκινσον. Σπάζοντας το κέλυφος της πραγματικότητας κατέβηκε στα άδυτα του ψυχισμού του και δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή στις εκδόσεις «νήσος» ένα εκδοτικό οίκο στην Αθήνα που εκδίδει επιστημονικά βιβλία, κυρίως των κοινωνικών επιστημών. Η έκπληξη ολονών ήταν πολύ μεγάλη, γιατί αυτό που βγήκε δεν ήταν ένα πρωτόλειο ποίημα αλλά ένας οίστρος δημιουργικότητας ενάντια σε οτιδήποτε θανατερό υπήρχε σε αυτή την εξέλιξη και εποχή στη ζωή του Μιχάλη. Και έτσι ξαφνικά στην ηλικία πάνω από 60 γεννήθηκε ένας ποιητής τον οποίο δεν περιμέναμε. Ξέραμε τη μεγάλη του προσήλωση σε πολλά πνευματικά ζητήματα της ψυχολογίας, του υπερρεαλισμού, της ψυχανάλυσης, αλλά δεν περιμέναμε αυτή τη σημαντική ποίηση».

Η στιγμή του πώς ξεπερνιέται η οδύνη

Επανερχόμενος στη συνάντηση Μιχάλη Παπαδόπουλου και Γιώργου Τζώρτζη που αποτέλεσε την αφορμή και απαρχή της συγγραφής του «Ζεϊμπεκογραφήματος», ο Λεωνίδας Εμπειρίκος είπε ότι το βιβλίο «είναι ένα εντελώς informal speech, δεν έχει καμία ακαδημαϊκότητα, καμιά πρόθεση ή πόζα ακαδημαϊκότητας – και δεν εννοώ ότι δεν είναι καλή η ακαδημαϊκή γραφή. Δεν έχει όμως καμία πόζα και αυτό απελευθερώνει τον λόγο του Γιώργου από τον οποίο εκμαιεύει ο Μιχάλης  ορισμένα πράγματα για τη ζωή του, χωρίς δραματοποίηση του πόνου ο οποίος έκανε το Γιώργο μουσικό. Αυτή η οδύνη σπρώχνει τον Γιώργο σε ταξίδια – είναι η δεκαετία 1960 και φεύγει 12 χρόνων από το χωριό του, πάει στα Γιάννενα, (σαν να τόσκασε σχεδόν), πάει στο Ωδείο όπου απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή δημοτικής ή λαϊκής ελληνικής μουσικής. Και φεύγει για τη Γερμανία όπου πέφτει σ’ έναν Γερμανό καθηγητή που τον κάνει να καταλάβει ότι έχει αξία η λαϊκότητα, η αγροτικότητα, το καταφρονεμένο ταξικά και αισθητικά πολιτισμικό φορτίο που κουβαλά. Πηγαίνει αργότερα να σπουδάσει στη Γαλλία και καταλαβαίνει την ιδιαιτερότητα της δημιουργίας κάθε τόπου μέσα σ’ ένα παγκόσμιο πλαίσιο. Κι αυτό τον κάνει αυτό που είναι σήμερα. Αυτή η στιγμή, του πώς ξεπερνιέται η οδύνη, εξηγείται από τον Μιχάλη μέσω του διπόλου της πρώτης θεωρίας των ενορμήσεων της ψυχανάλυσης του Φρόιντ «Αρχή της Ηδονής κι Αρχή της Πραγματικότητας». Πολλά κομμάτια του βιβλίου περιγράφουν την πραγματικότητα, την εσωτερίκευση του νόμου, όπου δίκαιον είναι η τάξη του καταναγκασμού – ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιβαστούμε. Αλλά αυτό που σπάει αυτό το κέλυφος από τους πόθους από τους οποίους βγαίνει η δημιουργία, είναι το ασυνείδητο. Αυτό είναι το δίπολο που χρησιμοποιεί ο Μιχάλης στο εξαιρετικό δοκίμιο του που βάζει σε μια κοινή και παράλληλη προοπτική τον βίο του Γιώργου Τζώρτζη και του ιδίου του Μιχάλη Παπαδόπουλου».

Πατρίδα του ποιητή είναι το μέλλον

«Πολύ σπάνια είδα τον πόνο  σε ανθρώπους που χορεύουν ζεϊμπέκικο», είπε αρχίζοντας τη δική του σύντομη παρέμβαση ο Τάκης Χατζηγεωργίου. «Υπάρχει», συνέχισε, «πάρα πολλή τεχνική από την εκπαίδευση στις σχολές…έχει φύγει τελείως ο πόνος και το συναίσθημα. Υπάρχουν βέβαια άνθρωποι που μπαίνουν σ’ αυτό το χορό γιατί βεβαίως τους οδήγησε προς τα εκεί – δυστυχώς – ο πόνος και η λύπη.  Ήταν θετική έκπληξη η γραφή του Μιχάλη Παπαδόπουλου, ενός ανθρώπου που αγωνιά πάνω από τα προβλήματα του τόπου, της ποίησης, του κόσμου. Όταν διάβασα τη φράση «με λογο-φόνησε» με συγκλόνισε και με έσπρωξε να είμαι απόψε εδώ και να έρθω πιο κοντά στον Μιχάλη. Ο Μιχάλης κόμισε στην τέχνη αυτό το σπάραγμα των λέξεων, που είναι κάτι τελείως καινούργιο. Χιλιάδες τα ευρήματα που σε κάνουν να διαβάζεις τη λέξη από διαφορετικές πλευρές και αποδομώντας την, να τη δομήσεις ξανά με ένα καινούργιο τρόπο. Σπάζοντας τη λέξη, την αναδεικνύεις ξανά πιο ψηλά. Μου είπε ο Μιχάλης πριν καμιά βδομάδα που τον ξαναείδα, ότι «χαίρομαι που μου έδωσαν αυτή την αρρώστια – το Πάρκινσον – που έβγαλε από μέσα μου αυτό το συναίσθημα που πιθανόν να ήταν κρυμμένο. Είναι τραγωδία από μια άποψη, αλλά τι χαρά να το ακούσεις από τον άνθρωπο που μπήκε σε αυτή τη διαδρομή… Ο Τζώρτζης λοιπόν είδε αυτό και το χαρακτήρισε αλλόφρον. Εγώ ντρέπομαι να βγω να χορέψω – μπορεί και να μη χόρεψα ποτέ. Άμα είμαι μόνος μου, μπορεί…δεν κατάφερα ακόμα αυτή την περικύκλωση του εαυτού μου…να μπω μέσα στον δικό μου μοναδικό χώρο και να μην αισθάνομαι ότι υπάρχει ακροατήριο και θεατές… Μπορεί να σας πω ότι και παλαιότερα και σήμερα σε μεγάλο βαθμό ντρεπόμουν να μιλήσω και σε πολύ κόσμο, όταν είναι παρών. Κάποιος μου είπε, «γιατί το λες αυτό, αφού κάνεις εκπομπή και σε βλέπει τόσος κόσμος»…Του λέω ναι, αλλά εγώ δεν τους βλέπω…Ξανά πίσω στον Μιχάλη και το βιβλίο του…πατρίδα του ποιητή είναι το χώμα που πατά, οι ελιές, οι τερατσιές, οι θάλασσες μας… αλλά νομίζω πατρίδα κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, πρωτίστως του ποιητή, είναι το μέλλον. Να φανταστείς το μέλλον σαν χώρο γεωγραφικό και να το ορίσεις σαν πατρίδα σου. Να ξεκινάς από τα τοπικά, αλλά να αισθάνεται ο αναγνώστης ότι πατώντας στο δικό σου εκπέμπεις μια παγκοσμιότητα, μιαν αίσθηση ότι λειτουργείς μέσα στον παγκόσμιο χώρο απευθυνόμενος στο μέλλον. Χαίρομαι γιατί ο Τζώρτζης είδε μέσα από τον αλλόφρονα χορό αυτού του ψυχολόγου καθηγητή που είδε τα προβλήματα της παιδείας του τόπου μας πολύ πιο έγκαιρα από άλλους, που παρέδωσε στην πολιτεία και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, που είδε μέσα από το θράσος το θάρρος του Μιχάλη να βγει και να εκπέμψει τον πόνο του μπροστά σε άγνωστους ξένους – προς τα ουράνια ουσιαστικά».

Παίρνοντας για λίγο τον λόγο και ο Γιώργος Τζώρτζης μίλησε για το «πολιτισμικό σοκ» που βίωσε, όταν όπως είπε, «τραγουδάγαμε ελληνικά και μας διδάσκανε ανθελληνικά». Πρόσθεσε τα εξής: «Εγώ άρχισα να μαθαίνω τη χώρα μου στο εξωτερικό. Μέσα στη χώρα μου δεν με δίδαξε κανένας για τη χώρα μου τίποτα. Μόνο ψέματα, απατεωνιές και κακομοιριές. Αυτό με πόνεσε πολύ…εμείς οι ίδιοι καταρρακώνουμε τον πολιτισμό μας»…

Ο Μιχάλης…εκτός Παιδαγωγικής Ακαδημίας

Μιαν άγνωστη…παλιά δράση του Μιχάλη Παπαδόπουλου αποκάλυψε στο πλαίσιο του διαλόγου με τους παρευρισκόμενους στη διάρκεια της εκδήλωσης η Μαρία Βασιλειάδου Αναπληρώτρια Πρόεδρος της ΕΔΕΚ. «Εμένα», είπε, «να μου επιτρέψετε να πάω κοντά στον δάσκαλο και να σας ταξιδέψω πίσω γύρω στο 1980 στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, στην τότε πολύ συντηρητική μας κοινωνία…όταν ήρθε ένα νέο παιδί ο Μιχάλης Παπαδόπουλος από τη Γαλλία, ιδεαλιστής, επαναστάτης, δημοκράτης, σοσιαλιστής σε μια κοινωνία κτισμένη μέσα σε τοίχους και προσπάθησε να τους σπάσει…. Ήμασταν τότε νέα παιδιά που ετοιμαζόμασταν να βγούμε στη ζωή, να γίνουμε δάσκαλοι και ήρθε ο Μιχάλης και άρχισε να μας διδάσκει με ένα πολύ διαφορετικό τρόπο ώστε να αναπτύξουμε την κριτική μας σκέψη και να αμφισβητήσουμε κατεστημένα…Αδιανόητα πράγματα για την εποχή. Τι έγινε αγαπητοί μου; Δεν πέρασε ένας χρόνος και τον έδιωξαν από την Παιδαγωγική Ακαδημία! Όλοι οι φοιτητές κάναμε διαδηλώσεις ότι θέλουμε τον καθηγητή μας και υπογράφαμε χαρτιά…αλλά δεν καταφέραμε τίποτα… Ένας δάσκαλος μπορεί να σου ανοίξει δρόμους, να σε μάθει να σκέφτεσαι, να γνωρίσεις τον εαυτό σου και τα δικά σου ταλέντα ή μπορεί να σε καταστρέψει. Μπορεί ο ποιητής ν’ αλλάξει τον κόσμο; Αυτό αναρωτιέται ο αγωνιστής ποιητής Δώρος Λοϊζου. Και απαντώ ναι, αν τον λένε Μιχάλη Παπαδόπουλο!».

*Να αναφέρουμε στο σημείο αυτό ότι ο συγγραφέας γεννήθηκε στη Λεμεσό και πήρε πτυχίο και μεταπτυχιακό τίτλο στην Ψυχολογία, στη Γαλλία. Το 1976 επέστρεψε στην Κύπρο και διορίστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας, στην οποία και εργάστηκε μέχρι το 2013, ως Ανώτερος Εκπαιδευτικός Ψυχολόγος. Μεταξύ άλλων εμβληματικών δράσεων στη διάρκεια της ιδιαίτερα παραγωγικής καριέρας του, έχει ιδρύσει και συντονίσει το Κυπριακό Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο, τις Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας, το Πρόγραμμα Αλφαβητισμού στο Γυμνάσιο και συντόνισε την Επιτροπή Αγωγής Υγείας και Πολιτότητας. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία ψυχοπαιδαγωγικού περιεχομένου και, μετά την πρόωρη αφυπηρέτησή του, τέσσερις αξιόλογες ποιητικές συλλογές, ενώ από το 2013 ασκεί τη ψυχοθεραπεία ως ιδιώτης ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής, στη Λεμεσό.

Μια συνέντευξη…τριών χρόνων

Το «Ζεϊμπεκογράφημα» είναι στην πραγματικότητα μια μεγάλη συνέντευξη, διάρκειας…τριών χρόνων, που ο Μιχάλης  Παπαδόπουλος, πήρε από τον Γιώργο Τζώρτζη,  για τη ζωή του δεύτερου – ένα βιβλίο, που όπως γράφει ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, «προέκυψε από μια συνάντηση σε μια ρεμπετοταβέρνα της Λεμεσού», όπου πήγε να ακούσει τον Γιώργο Τζώρτζη και έκανε παραγγελιά για το ζεϊμπέκικο «Πρώτο φθινόπωρο». «Από τότε, κάτι έγινε μεταξύ μας, αδελφοποιηθήκαμε όπως οι πόλεις, νιώσαμε ότι είμαστε αδελφές ψυχές», σημειώνει ο συγγραφέας. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μητέρα του συγγραφέα, Δόμνα Κ. Παπαδοπούλου, «που μ’ έμαθε τον έρωτα της γν(λ)ώσ(σ)ης και της λαϊκορεμπέτικης μουσικής». Όπως ανέφερε σε προηγούμενη συνέντευξη στην «24» ο Μ. Παπαδόπουλος, «δεν είχα σκεφτεί καμιά στιγμή, ότι αυτή η γνωριμία και φιλία μας με τον Τζώρτζη, θα εξελισσόταν στη συγγραφή ενός βιβλίου. Μου είπε ο Τζώρτζης – συνέχισε – «ότι θέλει να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του, αλλά χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου με τον οποίο να μπορεί να επικοινωνεί. Μου πρότεινε να κάνουμε μια μεγάλη συνέντευξη κι έτσι αρχίσαμε. Έκανα μια προεργασία στο θέμα και υπάρχει μια συνοχή, βασισμένη στη μεταξύ μας επικοινωνία». Όπως υπογραμμίζει στο βιβλίο ο Μ. Παπαδόπουλος, «μέσα από τη σειρά των συνεντεύξεων με τον Γιώργο, υφάναμε το «Μακρύ Ζεϊμπεκογράφημα». Μέσα από τα κείμενα του βιβλίου αυτού, μπορεί κανείς να αναγνώσει το Υποκειμενικό βίωμα ενός αυθεντικού «μάγκα-ρεμπέτη», ανυπότακτου, αλλά κυρίως δημιουργικού, «διανοούμενου άνευ χαρτοφυλακίου», όπως τον ονόμασα, καθώς και το διαδραστικό πεδίο μεταξύ μουσικού-χορευτή. (Ένας διανοούμενος άνευ χαρτοφυλακίου, είναι ο άνθρωπος που έχει πανεπιστημιακή παιδεία. Όχι εκπαίδευση. Όχι στα χαρτιά). Η ατομική εμπειρία του Τζώρτζη, αναδεικνύει παράλληλα τις κοινωνικές σχέσεις, κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες, στάσεις και πρακτικές που επηρέασαν το λαϊκορεμπέτικο τραγούδι. Το θεωρητικό μέρος που προτάσσεται κυρίως με το επιστημονικό εργαλείο της ψυχανάλυσης, αποδεικνύει του Λόγου το Αληθές. Σε αυτό το πεδίο της πραγματικότητας, η ποιοτική μεθοδολογία αναδεικνύει κρυφές και φανερές όψεις της ατομικής εμπειρίας, επιβεβαιώνοντας τη θεωρητική προβληματική, όπως αυτή παρουσιάζεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου».

Το βαρύ και ασήκωτο φορτίο της λύπης

Εξηγεί παραστατικά ο συγγραφέας: «Το ανά χείρας βιβλίο προέκυψε από μια συνάντηση σε μια ρεμπετοταβέρνα της Λεμεσού. Συνάντησα εκεί τον μουσικό τραγουδιστή Γιώργο Τζώρτζη, που πήγα να ακούσω. Έκανα παραγγελιά για το ζεϊμπέκικο «Πρώτο φθινόπωρο» το οποίο χόρεψα κλεισμένος στο καβούκι μου και κατευθύνοντας το βλέμμα στη γη, στον ουρανό και ενίοτε προς την ορχήστρα και ιδιαίτερα προς τον κύριο τραγουδιστή τον Τζώρτζη, με τον οποίο ένιωθα μια ιδιαίτερη στι(η)χουργική επικοινωνία. Από την πλευρά του ο Τζώρτζης έκανε προσπάθεια να συμπορευθεί με τον «αλλόφρονα χορευτή». Εγώ ένιωθα να διαπερνά όλο μου το σώμα και να καταλήγει στα πόδια μου ο ήχος και ο στίχος. Στιχο γύριζα σαν υπερ ηχητικό αεροπλάνο, χωρίς να μετακινούμαι πολύ από τη θέση μου. Πώς αλλιώς να εκφράσεις το βαρύ και ασήκωτο φορτίο της λύπης γι’ αυτό που λείπει; Πώς να γίνεις ποιητής, όπως όρισε τους ποιητές ο μέγας Τάσος Λειβαδίτης «Ποιητές ύποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις και γίνονται πουλιά». Ο ήχος, ο στίχος, ο στ ηχος, τελικά πυροδοτούν, όχι μόνο τα πόδια του χορευτή, αλλά και τη στάση του, τις χειρονομίες, τα χέρια, τα μάτια, τον εγκέφαλο με τα δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρά του. Παράγουν ένα ζεϊμπέκικο γράφημα, το οποίο καταγράφει την κυοφορία του πόνου, του πόθου, του πάθους και τη συνακόλουθη γέννηση των πουλιών, τη γέννηση και το θάνατο. «Η ποίηση χορεύει τις λέξεις ζεϊμπέκικο στους τεκέδες του έρωτα και του θανάτου». (Ανθρω-πεινώ, ποίηση, εκδ. Μανδραγόρας, 2016). Ζεϊμπέκικο και ποίηση δημιουργούνται από τα υλικά του Διόνυσου και του Άδη. Ο Γιώργος Τζώρτζης, είναι ένας μουσικός διανοούμενος «άνευ χαρτοφυλακίου», που εκτός από το μουσικό ταλέντο και την οξύνοιά του, έκανε πράξη ζωής την ποίηση. Η συνάντησή μας, έδωσε έναυσμα για την ικανο-ποίηση της φαντασίωσής μου για την αρχαιολογική διερεύνηση της κοινής πηγής που υδροδοτεί το όνειρο, την ποίηση και το ζεϊμπέκικο».

Βρέχει φωτιά στη στράτα μου

«Η ένταση των συναισθημάτων, των παρορμήσεων και των τόσο πρωτόγονων ενστικτωδών κινήσεων, τόσο στην ποίηση, όσο και στο ζεϊμπέκικο, φτάνουν στα τόσα πολλά μποφόρ, που συχνά εμποδίζουν τον απόπλου», παρατηρεί ο Μιχάλης Παπαδόπουλος. «Γι’ αυτό οι περισσότεροι χρειάζονται πριν να χορέψουν, να «φτιαχτούν» με αλκοόλ ή με ουσίες. «Αν δεν πονέσεις, δεν μπαίνεις στη μουσική. Η τρέλα επικοινωνεί αμέσως με τη μουσική. Εννοώ πάντα την τρέλα που είναι ένα φευγιό. Που εγώ δεν το λέω τρέλα, το λέω επικοινωνία με πολλές διαστάσεις. Αν με ρωτήσεις (στη νεότερή μου ηλικία), θα σου πω ήθελα προστασία να εκθέσω τα συναισθήματά μου…έπρεπε να νιώθω ασφαλής από φίλους, ότι προστατεύομαι». (Τζώρτζης). Με αυτή του την περιγραφή, ο Τζώρτζης ερμηνεύει τις δύο πραγματικότητες, σύμφωνα με τη ψυχαναλυτική θεωρία, την Αρχή της Πραγματικότητας και την Αρχή της Ηδονής, τονίζοντας σε ένα σημείο της συνέντευξής του, πως αυτό που λέμε πραγματικότητα, «μπορεί να είναι αυτό που ζητάει το μέσα σου για να πάει». Κατά τη διάρκεια μιας συνεστίασης που μου είχαν παραθέσει οι συνάδελφοί μου στην Αγία Άννα (ένα χωριό της Λάρνακας), είχα χορέψει το «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου» και μια αντροπαρέα χωρικών που παρίσταντο, είχαν ανάψει ένα πιάτο με ζιβανία. Η όλη εμπειρία της τελετουργίας του χορού αυτού, πυροδότησε τη δημιουργία του ποιήματος «Ζεϊμπέκικος ηδονή και οδύνη», που περιλαμβάνεται στην ποιητική μου συλλογή «Ανατολή ηλίου, Αναστολή θανάτου», που θεωρώ ότι εικονογραφεί τη φιλοσοφία του ζεϊμπέκικου.

Τα μάτια κλειστά. Το σώμα σχεδόν ακίνητο

Σκύβει στη γη

Ερωτοτροπεί μαζί της

Αυτή τον καταβροχθίζει

Σαν Αδη φαγον αιδοίον

Αυτός εκσπερματώνοντας την απελπισία του

Πεθαίνει

Ξαναγεννιέται

Ανάβει τσιγάρο

Υψώνει τα χέρια προς τον ουρανό

Θέλει να πετάξει

Το σώμα του

Να απαλλαγεί από το βάρος του

Να πάρει τη ψυχή του ανά χείρας

Και να αποδημήσει

 Όπως τα αποδημητικά πουλιά

(Μιχαήλ Κ. Παπαδόπουλου, Ανατολή ηλίου, Αναστολή θανάτου, εκδ. Μανδραγόρας, 2014).

Στιγμιότυπα από το ζεϊμπέκικο που χόρεψε ο Μιχάλης. Στο μπουζούκι ο Γιάννης Μαδεμλής.

Από αριστερά Μιχάλης Παπαδόπουλος, Τάκης Χατζηγεωργίου, Λεωνίδας Εμπειρίκος, Γιώργος Τζώρτζης και Κώστας Κρεμμύδας.

Από την παρέμβαση της Μαρίας Βασιλειάδου.

Φώτο: Στιγμιότυπο από το ζεϊμπέκικο που χόρεψε ο Μιχάλης. Στο μπουζούκι ο Γιάννης Μαδεμλής.