Οδοιπορικό στην παιδική νύχτα του Ανδρέα

Στην Αγία Τριάδα Γιαλούσας και στον Απόστολο Ανδρέα ανήμερα της γιορτής του

ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Ήταν  συναισθηματικά επώδυνο για τον Ανδρέα Ευαγγέλου 79 χρονών κάτοικο Λονδίνου αυτό το πολύωρο ταξίδι που κάναμε μαζί το Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019 ανήμερα της ονομαστικής του γιορτής στο κατεχόμενο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα (σε μια απόσταση 165χλμ από την Λευκωσία) αλλά και στη γειτονική Αγία Τριάδα Γιαλούσας όπου γεννήθηκε – το 1940 – και έζησε μέχρι τα 20 του χρόνια. Στο χωριό του που πριν το 1974 ήταν αμιγές ελληνικό με περίπου 1300 κατοίκους, διαμένουν μετά την τουρκική εισβολή Τουρκοκύπριοι και Τούρκοι έποικοι, αλλά παρέμειναν μέχρι σήμερα καμιά εκατοστή Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πατέρας του Ττοφής Παπαθεοδώρου μέχρι το θάνατό του το 1985 σε ηλικία 70 χρόνων. Ήταν όμως ένα ταξίδι προφανώς αναγκαίο για τον ίδιο – μια ψυχοθεραπευτική ματιά στο σκοτεινό βάθος όπου κατοικούν οι πρωτόγονοι φόβοι και ο θυμός ανάκατοι με τη νοσταλγία της χαμένης αθωότητας και την επιθυμία για γαλήνη και συμφιλίωση με το τραυματικό παρελθόν το συνδεδεμένο με  το ερειπωμένο τοπίο της σκληρής παιδικής και εφηβικής του ζωής, σημαδεμένης από τον ακρωτηριασμό του και στα δύο του χέρια  τον Μάιο 1959 από έκρηξη δυναμίτη προορισμένου για ψάρεμα. Πρωτογνώρισα τον Ανδρέα τον Οκτώβρη 2008 όταν μπήκε στο γραφείο μου στην εφημερίδα «Ελευθερία» του βόρειου Λονδίνου όπου εργάστηκα για δύο χρόνια (2007-2009) κρατώντας ανάμεσα στους σιδερένιους γάντζους που έχει για χέρια, ένα φάκελο με φωτογραφίες από επίσκεψή του στο κατεχόμενο χωριό του. Έμελλε να περπατήσω μαζί του τώρα, έντεκα χρόνια αργότερα, στα ερείπια του πετρόκτιστου πατρικού του σπιτιού που είχε απαθανατίσει σε εκείνες τις φωτογραφίες….

Η προστατευτική κουβέρτα του Αγίου

Έφυγα πριν τα χαράματα στις 4.30 από τη Λευκωσία, τον συνάντησα στο μικρό ξενοδοχείο στην Ορόκλινη όπου διέμενε στη διάρκεια της επίσκεψης του στην Κύπρο και από εκεί κατευθυνθήκαμε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο και την Καρπασία μέσω του οδοφράγματος των Στροβιλιών και του Σταθμού του Αγίου Νικολάου που είναι έδαφος της Βρετανικής Βάσης Δεκέλειας. Πετύχαμε πάντως τον στόχο αυτής της… αξημέρωτης αναχώρησης μας που ήταν να αποφύγουμε την τροχαία συμφόρηση της συγκεκριμένης μέρας αφού χιλιάδες Ελληνοκύπριοι επισκέφθηκαν για προσκύνημα το ιστορικό μοναστήρι, τόσο με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα αλλά και με λεωφορεία πάνω σε οργανωμένη βάση. Γύρω στις 8.30 φτάσαμε στον προορισμό μας και η εκκλησία ήταν ήδη γεμάτη από προσκυνητές από όλη την ελεύθερη Κύπρο, ενώ συνεχιζόταν ασταμάτητα μέχρι και το μεσημέρι η ροή επισκεπτών – μεταξύ τους και πολλές οικογένειες με μικρά παιδιά, αλλά και έφηβοι και νέοι. Μετά τη λειτουργία ο Ανδρέας μου είπε ότι παρακάλεσε τον…συνονόματό του Άγιο να ελευθερώσει την Κύπρο και μου μίλησε για την…ιδιαίτερη σχέση του μαζί του, από τότε που ήταν μικρό παιδί οκτώ χρόνων… «Ήταν το 1948 και είχαμε έρθει εδώ στο μοναστήρι στη μεγάλη γιορτή του Δεκαπενταύγουστου με τους γονείς μας…γινόταν ζωοπανήγυρη και ο πατέρας μου έφερε πρόβατα να πουλήσει…τη νύχτα πήγα σε ένα περβόλι εδώ κοντά και κοιμήθηκα στη λεκάνη μιας πορτοκαλιάς…ένιωσα να με σκεπάζει ο Άγιος με μια κουβέρτα για να μην κρυώσω»….

Σε ένα μονοπάτι του δάσους…

Μετά τη λειτουργία στον Απόστολο Ανδρέα αναχωρήσαμε για την Αγία Τριάδα και με έκπληξη διαπίστωσα ότι το πατρικό σπίτι του Ανδρέα, σήμερα σωριασμένο σε ερείπια, είναι μακριά από την κοινότητα, σε μια ορεινή, δασώδη περιοχή με ελιές, χαρουπιές, συκιές και θάμνους και με υπέροχη θέα τη θάλασσα της Καρπασίας, αλλά με τραυματικές μνήμες μιας δύσκολης παιδικής ζωής. «Η μάνα μου με γέννησε εδώ κοντά σε ένα μονοπάτι του δάσους ενώ ο πατέρας μου τη μετέφερε ετοιμόγεννη στο ιατρικό κέντρο της Γιαλούσας, καβάλα σε ένα γαϊδούρι…την έπιασαν οι πόνοι, κατέβηκε από το ζώο και… με γέννησε επιτόπου με τη βοήθεια του πατέρα μου που μας μετέφερε στη συνέχεια στο ιατρικό κέντρο…Σε τέτοιες συνθήκες γεννήθηκα και μεγάλωσα…». Αφήνουμε το αυτοκίνητο και περπατάμε για αρκετά λεπτά στα στενά περάσματα του βουνού για να φτάσουμε στο κατεδαφισμένο πατρικό σπίτι που το έκτισε ο παππούς του ο Ττοφής Παπαθεοδώρου – και που φυσικά δεν διέθετε καμιά από τις δύο στοιχειώδεις σήμερα υπηρεσίες ηλεκτροδότησης και υδατοπρομήθειας. Στη διαδρομή μου μιλά για μια ζωή με κεριά και κλεφτοφάναρα τις νύχτες, μου δείχνει μια παλιά ελιά που του την «βούλωσε» η νονά του, μια παλιά χαρουπιά «όπου κρύφτηκε μια νύχτα για να γλιτώσει το ξύλο από τον πατέρα του», μια πέτρινη κατασκευή σε ένα χωράφι όπου έπλενε η μητέρα του τα ρούχα της οικογένειας με νερό που κουβαλούσε με τα αδέλφια του από ένα πηγάδι της περιοχής.

Ένας Oliver Twist στην Καρπασία

Όπως έγραψα στο πρώτο ρεπορτάζ για την υπόθεση, ο Ανδρέας δεν μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο σαν τον Όλιβερ Τουίστ (Oliver Twist), όμως η παιδική του ηλικία στην Αγγλο-κρατούμενη Κύπρο των δεκαετιών 1940 και 1950 – μέσα σε ένα περιβάλλον άγνοιας, αγραμματοσύνης, στερήσεων και σκληρότητας απέναντι στα παιδιά και στις γυναίκες – έμοιαζε πολύ με εκείνην που έζησε στη Βικτοριανή Αγγλία ο μικρός φημισμένος ήρωας του Κάρολου Ντίκενς (Charles Dickens) ένα αιώνα προηγουμένως όταν κυριαρχούσε στις πόλεις της Αγγλίας η απόλυτη φτώχια, ο υποσιτισμός και η πραγματική πείνα για τις οικογένειες των εργατών και τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων που δούλευαν σαν σκλάβοι σε καθεστώς πλήρους εκμετάλλευσης. «Τα παιδικά μου χρόνια στην Αγία Τριάδα τα έζησα, που λέει ο λόγος, με ξερό ψωμί. Ο πατέρας μου ήταν βοσκός και είχα τρία αδέλφια μεγαλύτερα και μιαν αδελφή μικρότερη. Όπως όλα τα αδέλφια μου, έτσι κι εγώ από τεσσάρων χρονών βοηθούσα στη μάντρα που ήταν δίπλα στο σπίτι – την καθαρίζαμε, αρμέγαμε τα πρόβατα, τα κουρεύαμε το καλοκαίρι, τα ποτίζαμε μεταφέροντας νερό από ένα λάκκο κοντά στο σπίτι. Η καθημερινότητά μας ήταν από τόσο νωρίς γεμάτη υποχρεώσεις και τίποτε άλλο».

Τα πράγματα για τον Ανδρέα βελτιώθηκαν κάπως όταν πήγε στην πρώτη τάξη του δημοτικού, γιατί γλίτωσε από τη δουλειά στη μάντρα τουλάχιστον τα πρωινά και γιατί, όπως είπε, είχε καλή δασκάλα που τον ενθάρρυνε, τον έκανε να αγαπήσει το σχολείο και να τελειώσει τη χρονιά με καλούς βαθμούς. Όμως η δευτέρα τάξη ήταν καταστροφή. «Ο δάσκαλός μου με έδερνε κάθε μέρα και με πρόσβαλλε ότι ήμουν ξύλο απελέκητο και ότι δεν «έπιανα» τα γράμματα. Τα άλλα παιδιά με πείραζαν, εγώ αντιδρούσα, τσακωνόμασταν συνέχεια. Ούτε να διαβάσω είχα όρεξη ούτε να πάω στο σχολείο. Μια μέρα μαλλιοτραβηχτήκαμε με ένα συμμαθητή μου και ο πατέρας του το είπε στον πατέρα μου, οπότε «έφαγα» ξύλο και από τον πατέρα μου. Την επομένη στο σχολείο ο δάσκαλος με τιμώρησε να μη βγω το διάλειμμα στην αυλή. Όταν σχόλασα «έφαγα» ξύλο και από τη μάνα μου γιατί με έστειλε να φέρω νερό από τον ποταμό δυο φορές και την τρίτη φορά αρνήθηκα. Το είπε στον πατέρα μου που με ξανάδειρε και με διέταξε να μαντρίσω το κοπάδι, ενώ εκείνος πήγε στον καφενέ. Εκεί τον βρήκε ο δάσκαλος και του είπε ότι δεν ήξερα να διαβάσω. Ήρθε, λοιπόν, στο σπίτι ενώ κοιμόμουν, με ξύπνησε, μου έδωσε δυο πάτσους και μου είπε να κάτσω να διαβάσω. Του είπα δεν μπορώ και όσο του έλεγα ότι δεν μπορώ, τόσο πιο πολύ με έδερνε».

Μέσα στο φούρνο, σαν το λαγό…

«Μια Δευτέρα πρωί», πρόσθεσε, «με έβαλε ο δάσκαλος να διαβάσω, δεν ήξερα και με φώναξε κοντά του θυμωμένος. Μου έδωσε κάμποσες με τη βίτσα και στις δύο χούφτες και με έστειλε στο θρανίο μου με την εντολή να αντιγράψω ό,τι είχε γράψει εκείνος στον πίνακα. Επειδή δεν μπορούσα ούτε να πιάσω το μολύβι από τον πόνο, με ξανάδειρε. Όταν έπαιξε κουδούνι για διάλειμμα, με άφησε για τιμωρία μέσα στην τάξη. Αλλά μόλις ξανάπαιξε το κουδούνι για ν’ αρχίσει το μάθημα, άνοιξα το παράθυρο, πετάχτηκα έξω κι έφυγα. Πήγα περπατητός στο Ριζοκάρπασο να βρω το θείο μου τον Κυριάκο, τον αδελφό του πατέρα μου, που τότε ούτε τον ήξερα ούτε με ήξερε. Απλώς τον σκέφτηκα σαν μια σανίδα σωτηρίας, για να γλιτώσω το ξύλο και από τους γονιούς μου και από το δάσκαλο. Όταν έφτασα στο Ριζοκάρπασο είχε νυχτώσει και δεν ήξερα πού να πάω κι έτσι τρύπωσα σε ένα φούρνο σε μιαν άγνωστη αυλή, για να περάσω τη νύχτα, σαν το λαγό. Μην ξεχνάς ότι ήμουν μόνο εννιά χρονών. Χαράματα του φου ήρθε η γυναίκα να ανάψει το φούρνο! Ήταν έτοιμη να βάλει μέσα θρουμπιά, οπότε πετάχτηκα έξω κατατρομαγμένος. «Α, Παναΐα μου έχει αλουπό δαμέσα» είπε η γυναίκα και σήκωσε το Ριζοκάρπασο στις φωνές. Όμως εγώ έγινα αστραπή και πήρα το δρόμο για να επιστρέψω στο χωριό μου».

Με τον Αλή και με τον Χαλακατέβα

«Έξω από την Αγία Τριάδα», συνέχισε, «συνάντησα τον Αλή, έναν Τουρκοκύπριο βοσκό από τη Γαληνόπορνη που ήταν φίλος με τον πατέρα μου, του είπα τα καθέκαστα και με πήρε στο σπίτι του. Με έβαλε να κοιμηθώ με τα παιδιά του και το πρωί βοήθησα τη γυναίκα του να ταΐσει τις όρνιθες και να καθαρίσει τη μάντρα. Ήρθε ο Αλή τη νύχτα και με πήρε στον πατέρα μου, που μου υποσχέθηκε ότι δεν θα με ξαναδείρει. Αλλά, λίγο καιρό μετά, πάλι με έδειρε και ξανάφυγα από το σπίτι. Για αρκετές νύχτες κοιμόμουν μέσα στα μποστάνια, στο ύπαιθρο -ξέρεις, τη νύχτα το χώμα είναι ζεστό – μέχρι που με έπιασε ο ιδιοκτήτης και με πήρε στους γονιούς μου. Επέστρεψα στο σχολείο μόνο για δύο εβδομάδες και το εγκατέλειψα οριστικά, καταφεύγοντας για πεντέξι μήνες στη ξαδέλφη της μάνας μου, τη θεία Αρετή στη Γιαλούσα. Τους βοηθούσα στο μάζεμα των χαρουπιών, των αμυγδάλων και των ελιών. Μετά πήγα βοσκός για ένα διάστημα με τον Χαλακατέβα τον Γιαλουσίτη και στη συνέχεια, στα 12 μου χρόνια, έφυγα για το Βαρώσι όπου για άλλα δύο χρόνια πουλούσα φρούτα στο παντοπωλείο – τις νύχτες κοιμόμουν πάνω στα σακιά ανάμεσα στις αποθηκευμένες πατάτες μέσα στο παντοπωλείο και πλενόμουν στα δημόσια λουτρά εκεί κοντά. Στα 14 μου και ενώ άρχισαν οι κινητοποιήσεις και η δράση της ΕΟΚΑ κατά των Εγγλέζων, πήγα πίσω στο χωριό, όπου με προσέγγισαν κάποιοι συγχωριανοί και ορκίστηκα στην ΑΝΕ. Τις νύχτες γράφαμε συνθήματα κατά των Εγγλέζων πάνω στους τοίχους των σπιτιών και στους δρόμους. Το 1956 έφυγα από το χωριό και πήγα στο Βαρώσι όπου συνέχισα να δρω για την Οργάνωση, μέχρι και το τέλος του Αγώνα».

Η πιο αξέχαστη μέρα στη Γιαλούσα

Ο Ανδρέας Ευαγγέλου ακρωτηριάστηκε στα άνω άκρα στις 3 Μαΐου 1959 – η πιο αξέχαστη μέρα της ζωής του – όταν εξερράγη στα χέρια του αυτοσχέδιος δυναμίτης προοριζόμενος για το ψάρεμα. Μου είπε σχετικά: «Εκείνη τη μέρα έφτιαχνα δυναμίτες με θειάφι για να πάω για ψάρεμα. Ήμουν στο σπίτι ενός συμπέθερου στη Γιαλούσα. Έκανα τα τρία πρώτα τενεκεδάκια και το φιτίλι ήταν μια χαρά. Στο τέταρτο τενεκεδάκι το φιτίλι δεν έμπαινε γιατί η τρύπα ήταν μικρή, οπότε το πίεσα για να μπει, έγινε η έκρηξη και μου απέκοψε και τα δύο μου χέρια. Το δεξί μου αποκόπηκε από τον αγκώνα και το αριστερό από τον καρπό. Νοσηλεύτηκα για ένα σχεδόν μήνα στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, σε άθλια κατάσταση, όχι μόνο σωματική αλλά και ψυχολογική γιατί στα 19 μου χρόνια ένιωθα ότι ήμουν άχρηστος πια, ότι η ζωή μου είχε ουσιαστικά τελειώσει γιατί απ’ εκεί και πέρα θα εξαρτιόμουν από άλλους. Στο Νοσοκομείο γνώρισα τον Ανδρέα Πιστόλα που ήταν ασθενής στον ίδιο θάλαμο  που ήμουν εγώ. Μια μέρα, πάνω στην απελπισία μου βγήκα στο μπαλκόνι για να πέσω κάτω να σκοτωθώ, γιατί σκεφτόμουν ότι με χέρια δεν με ήθελε κανένας και ποιος θα με ήθελε τώρα, χωρίς χέρια; Πετάχτηκε όμως ο Πιστόλας και με άρπαξε, γιατί κατάλαβε την πρόθεσή μου και έτσι μου έσωσε τη ζωή. Από τότε γίναμε φίλοι αληθινοί και η φιλία μας συνεχίστηκε και δυνάμωσε στο Λονδίνο, όπου μεταναστεύσαμε και οι δύο».

Όταν παρενέβη ο Ανδρέας Πούγιουρος

Μετά από παρέμβαση τού τότε δημάρχου Αμμοχώστου Ανδρέα Πούγιουρου και αφού περιπλανήθηκε για ένα χρόνο στο Βαρώσι προσπαθώντας να επιβιώσει, χωρίς πλέον να μπορεί να έχει κανονική και σταθερή δουλειά λόγω της αναπηρίας του, ο Ανδρέας Ευαγγέλου μεταφέρθηκε στο Λονδίνο  τον Απρίλη του 1960 για πιο επαρκή θεραπεία, όπου έμελλε να μείνει μόνιμα και να μη ξαναεπιστρέψει για εγκατάσταση στην Κύπρο. Στο Λονδίνο οι ειδικοί τοποθέτησαν στα ακρωτηριασμένα μέλη τα σιδερένια προσθετικά με τους γάντζους στην άκρη, που έγιναν πια τα χέρια του. Δούλεψε μέχρι το 1992 αλλάζοντας διάφορα επαγγέλματα – ποδηλατάς, ηλεκτροκολλητής, ελαιοχρωματιστής, τορναδόρος, υπεύθυνος χώρων στάθμευσης και ανελκυστήρων – και από τότε σταμάτησε να δουλεύει λόγω και άλλων προβλημάτων υγείας. Μου είπε ότι επί Προεδρίας Τάσσου Παπαδόπουλου του έστειλαν από την Κύπρο μετάλλιο για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. «Αυτό με ικανοποίησε γιατί είναι μια αναγνώριση που τη χρειαζόμουν όχι για μένα, αλλά για τα παιδιά μου – για να ξέρουν ότι κάτι έκανα για την πατρίδα μου». Τα τελευταία χρόνια ο Ανδρέας, η Αγγλίδα σύζυγος του Patricia και τα παιδιά τους Μαργαρίτα 34 χρόνων και Γιάννης 33 χρόνων συμμετείχαν σε πολλές αντικατοχικές διαδηλώσεις και πορείες της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου και συνεχίζουν να βοηθούν όσο μπορούν στη διοργάνωση ποικίλων εκδηλώσεων στη Βρετανική πρωτεύουσα υπέρ της Κύπρου.

Πυκνή η παρουσία των γαϊδουριών της περιοχής στον παλιό, στενό, γεμάτο λακκούβες δρόμο από το Ριζοκάρπασο προς τον Απόστολο Ανδρέα που απαιτεί χαμηλές ταχύτητες για αποφυγή…συγκρούσεων με αυτούς τους συμπαθείς τετράποδους χρήστες του δρόμου που είναι έτσι κι αλλιώς φιλικοί στους οδηγούς και τους επιβάτες.

Δίπλα στην εικόνα του Αποστόλου Ανδρέα την ώρα της λειτουργίας.

Στον τάφο του πατέρα του στο κοιμητήριο της Αγίας Τριάδας Γιαλούσας που είναι σε αρκετά καλή κατάσταση σε σύγκριση με εκείνο της γειτονικής Γιαλούσας που έχει υποστεί βανδαλισμούς από Τούρκους.

Στον δρόμο που ανηφορίζει από την Αγία Τριάδα προς το πατρικό του σπίτι σε απόσταση περίπου ενός χιλιομέτρου από το χωριό.

Στιγμιότυπα από το Πολυαρχιερατικό Συλλείτουργο στην εκκλησία του Αποστόλου Ανδρέα ανήμερα της γιορτής του 30 Νοεμβρίου 2019 όπου έλαβαν μέρος ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος, ο Επίσκοπος Αμαθούντος Νικόλαος, ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος και περίπου δέκα ιερείς.

Φώτο: Ο Ανδρέας Ευαγγέλου με τον Μάριο Δημητρίου στα ερείπια του πετρόκτιστου πατρικού του σπιτιού σε ορεινή  περιοχή της Αγίας Τριάδας Γιαλούσας.