Ελεγκτική Υπηρεσία: Η ΔΑΠ ακολούθησε τις διαδικασίες για αγορά υπηρεσιών για μοριακές εξετάσεις COVID-19

Η Διεύθυνση Αγορών και Προμηθειών (ΔΑΠ) του Υπουργείου Υγείας (ΥΥ) έχει σε μεγάλο βαθμό ακολουθήσει και εφαρμόσει τις διαδικασίες που προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία περί δημοσίων συμβάσεων για τέτοιες κατ’ εξαίρεση έκτακτες συνθήκες, σε σχέση με την αγορά υπηρεσιών διενέργειας των μοριακών εξετάσεων COVID-19 κατά την περίοδο της πανδημίας, αναφέρει σε ειδική Έκθεση η Ελεγκτική Υπηρεσία με θέμα «ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ COVID-19 – Εργαστηριακές εξετάσεις COVID-19, Αγορά Προστατευτικών Μασκών, Κατασκευή Νέας Πτέρυγας Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας».

Η Ελεγκτική Υπηρεσία, η οποία σημειώνει πως μέχρι τις 15.9.2020 διενεργήθηκαν 140.012 αναλύσεις και το συνολικό ποσό αυξήθηκε στα €8.871.537, αναφέρει, ωστόσο, ότι «αρχικά υπήρξε σε δύο περιπτώσεις απευθείας ανάθεση σε εταιρεία συμφερόντων πρώην Υπουργού», ενώ σημειώνει ως γενική παρατήρηση, «το γεγονός ότι ο Υπουργός δεν περιοριζόταν στην παραχώρηση έγκρισης, αλλά προηγουμένως έδινε ο ίδιος οδηγίες και καθόριζε σχεδόν όλες τις πτυχές της διαδικασίας, για την οποία στη συνέχεια του ζητείτο και έδινε την έγκρισή του. Τούτο δεν συνάδει με τη σχετική νομοθεσία».

Σε σχέση με την έκθεση της, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι σε αυτό το στάδιο εξετάζονται μόνον τα θέματα που συζητήθηκαν εντονότερα στη δημόσια σφαίρα και για τα οποία είχε λάβει αυξημένο αριθμό καταγγελιών, καθώς και αιτήματα από Μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, για τα οποία κατέστη δυνατή η εξασφάλιση επαρκών στοιχείων από τους ελεγχόμενους Οργανισμούς/ Υπηρεσίες.

Προσθέτει ότι τα θέματα αυτά αφορούν στην αγορά υπηρεσιών από το Υπουργείο Υγείας και τον ΟΚΥπΥ για τη διενέργεια μοριακών εξετάσεων COVID-19, στην αγορά προστατευτικών μασκών μιας χρήσης από το Υπουργείο Υγείας και στη δημιουργία από τον ΟΚΥπΥ, νέας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

Σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, το κυριότερο θέμα, το οποίο προκύπτει μέσα από την έρευνα, αφορά στη διαμόρφωση των τιμών/κόστους των υπό αναφορά εξετάσεων και τις μεγάλες διαφοροποιήσεις/μειώσεις, οι οποίες παρατηρήθηκαν με την πάροδο του χρόνου, αφού σε διάστημα μόλις δύο μηνών (Απρίλιος – Ιούνιος του 2020) παρατηρήθηκε μείωση του κόστους κατά 55% περίπου, λαμβάνοντας υπόψη την υψηλότερη (€110/εξέταση) και τη χαμηλότερη (€50/εξέταση) τιμή στις οποίες έγινε ανάθεση μέχρι την ολοκλήρωση του ελέγχου.

Αναφέροντας ότι στη συνέχεια υπήρξε και περαιτέρω μείωση και σήμερα η τιμή έχει σταθεροποιηθεί περί τα €40-€43/εξέταση, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η πιο πάνω μείωση παρατηρήθηκε στις τιμές τις οποίες υπέβαλε ιδιωτικό εργαστήριο, το οποίο έχει αναλάβει το 69% του συνόλου των εξετάσεων, οι πλείστες εκ των οποίων του ανατέθηκαν σε υψηλότερες από την πιο πάνω χαμηλή τιμή. Παρόμοια διακύμανση/μείωση παρατηρείται και στις τιμές των υπολοίπων εργαστηρίων.

Σημειώνει ότι μεγάλο ρόλο στις αρχικά υψηλές χρεώσεις είχε η χρέωση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ) για τις εξετάσεις τις οποίες είχε κάνει για το Υπουργείο Υγείας στην αρχή της πανδημίας, η οποία ανερχόταν σε €100/εξέταση, χωρίς δειγματοληψία, στην οποία βασίστηκε το Υπουργείο Υγείας για καθορισμό της ως αποδεκτή τιμή στους αρχικούς διαγωνισμούς.

Προσθέτει, ωστόσο, ότι όσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε το ΙΝΓΚ στις αυξημένες αρχικές τιμές, εξίσου σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και στη μείωση των τιμών, με την πρόθεσή του να διεξάγει τις αναλύσεις σε χαμηλότερες τιμές. Αναφέρει επίσης ότι τον Απρίλιο του 2020, το εργαστήριο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας είχε διενεργήσει αναλύσεις στην τιμή των €65/εξέταση, περιλαμβανομένης της δειγματοληψίας.

Επιπλέον, στην έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας αναφέρεται ότι ένα σοβαρό θέμα το οποίο θα πρέπει να τύχει σοβαρής και λεπτομερούς διερεύνησης και το οποίο προέκυψε μέσα από σχετικές καταγγελίες που έγιναν στην Υπηρεσία μας, αφορά στις περιπτώσεις ατόμων τα οποία, ενώ δήλωσαν ότι δεν έχουν υποβληθεί στην υπό αναφορά εξέταση, έχουν λάβει στα κινητά τους μηνύματα με τα σχετικά αποτελέσματα και τα ονόματά τους περιλαμβάνονται στις καταστάσεις οι οποίες έχουν υποβληθεί για πληρωμή και τις οποίες τηρεί η ΔΑΠ.

Προσθέτει ότι στις 24.9.2020 ενημερωθήκαμε από τη Γενική Διευθύντρια του ΥΥ ότι, από τον έλεγχο που είχε διατάξει να διενεργηθεί στα αρχεία/έγγραφα που συνόδευαν 6.441 καταχωρίσεις εξετάσεων, για τις οποίες ζητούσε πληρωμή συγκεκριμένο ιδιωτικό εργαστήριο, διαπιστώθηκε πως τεκμηριώνεται η πληρωμή μόνο για τις 4.409 εξετάσεις, ενώ για τις υπόλοιπες υπήρξαν ευρήματα που δεν δικαιολογούν πληρωμή.

Σχετικά με την αγορά εννέα εκατομμυρίων προστατευτικών μασκών μιας χρήσης έναντι δαπάνης €4,68 εκ πλέον ΦΠΑ από τη ΔΑΠ, η Ελεγκτική Υπηρεσία διαπιστώνει πως η ΔΑΠ δεν τήρησε πλήρως τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, ούτε και τις αρχές της διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης όλων των οικονομικών φορέων, αρχές που αποτελούν την πεμπτουσία της περί των δημοσίων συμβάσεων ευρωπαϊκής και κυπριακής νομοθεσίας.

«Η μη τήρηση των πιο πάνω αρχών εντοπίζεται κυρίως κατά τον καθορισμό των αναγκών και στους περιορισμούς που είχαν τεθεί κυρίως στην πρώτη διαδικασία, αλλά και στην εκ των υστέρων και εκτός διαδικασίας αποδοχή προσφοράς από οικονομικό φορέα, για την οποία του είχε γίνει μάλιστα και ανάθεση (παρόλο ότι τελικά η διαδικασία ακυρώθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση), την ίδια μάλιστα ώρα που υπήρχε καταγγελία/ισχυρισμός ότι είχε απορριφθεί ως εκτός διαδικασίας προσφορά άλλου οικονομικού φορέα», προσθέτει.

Επίσης, αναφέρει πως οι πιο πάνω διαδικασίες/αρχές δεν εφαρμόστηκαν πλήρως ούτε στη διαδικασία επιλογής των οικονομικών φορέων, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δεύτερη διαδικασία, εφόσον δεν υπάρχει ικανοποιητική προς τούτο τεκμηρίωση και προσθέτει ότι οι πιο πάνω παραλείψεις επηρέασαν, κατά την άποψή μας, την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού.

Σοβαρή αδυναμία στην πιο πάνω διαδικασία, σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, είναι «και το γεγονός ότι δεν είχε γίνει, σε καμία από τις δύο διαδικασίες, αντικειμενική εκτίμηση κόστους βασισμένη στις τότε επικρατούσες συνθήκες, ως ασφαλιστική δικλείδα στην αξιολόγηση και την ανάθεση της σύμβασης, με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατόν να κριθεί τότε η λογικότητα των τιμών, κυρίως εφόσον αναμενόταν ότι λόγω της υπερβολικής ζήτησης θα ήταν αυξημένες».

Σε ό,τι αφορά στο Πρόγραμμα για την αγορά υπηρεσιών για τη διενέργεια μοριακών εξετάσεων COVID-19 των εργαζομένων στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας (ΟΚΥπΥ), η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι «ο ΟΚΥπΥ δεν έχει εφαρμόσει τις πρόνοιες της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων, εφόσον, με βάση τα στοιχεία τα οποία μας έχουν υποβληθεί, τη διαδικασία ανάθεσης των δύο συμβάσεων για την αγορά υπηρεσιών διενέργειας των εν λόγω εξετάσεων φαίνεται να έχει χειριστεί μόνος του ο Γενικός Εκτελεστικός Διευθυντής του Οργανισμού ο οποίος αποφάσισε την απευθείας ανάθεση σε εταιρεία συμφερόντων πρώην Υπουργού χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε διαδικασίας».

Προσθέτει ότι ο τρόπος χειρισμού του θέματος, πέραν του ότι δεν δίδει τη δυνατότητα επαρκούς ελέγχου της διαδικασίας, δεν συνάδει ούτε με τις βασικές αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων, οι οποίες πρέπει να διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις και τις οποίες οφείλει να τηρεί ο ΟΚΥπΥ, παρά το κατεπείγον της περίπτωσης και τις ιδιάζουσες συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η εν λόγω αγορά.

Τέλος, αναφορικά με την υλοποίηση του έργου της δημιουργίας νέας Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι αυτό ανατέθηκε από τον ΟΚΥπΥ απευθείας σε συγκεκριμένο Αρχιτέκτονα για την ετοιμασία της μελέτης και επίβλεψης των εργασιών, χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε διαδικασίας προσφορών και σε συγκεκριμένο Εργολάβο για την κατασκευή του έργου μετά τη ζήτηση προσφορών από 3 εργοληπτικές εταιρείες, με τρόπο όμως που δεν διασφαλίστηκε καθόλου η ανάπτυξη στοιχειώδους έστω ανταγωνισμού.

«Οι πρόνοιες της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων δεν ακολουθήθηκαν σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, υπήρξε πλήρης παράκαμψη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΥπΥ που είναι το κατά Νόμο αρμόδιο όργανο, ενώ υπήρξε επίσης και παραβίαση των γενικών αρχών διοικητικού δικαίου», προσθέτει.

Όσον αφορά στην περίπτωση του Εργολάβου, η Ελεγκτική Υπηρεσία σημειώνει πως είχε αρχικά υποδειχθεί μία εργοληπτική εταιρεία, ωστόσο στη συνέχεια ο ΟΚΥπΥ αποφάσισε, υποτίθεται για σκοπούς διαφάνειας και σύγκρισης τιμών, να ζητηθεί η υποβολή προσφορών για την κατασκευή του έργου και από άλλους δύο εργολάβους, οι οποίοι, όπως μας αναφέρθηκε από τον Οργανισμό, κρίθηκαν από τον ΟΚΥπΥ ότι είχαν τη δυνατότητα να εκτελέσουν το έργο.

Προσθέτει, ωστόσο, πως όπως προκύπτει από την κατάληξη της διαδικασίας, η επιλογή των άλλων δύο εργολάβων δεν ήταν η κατάλληλη, αφού ο ένας εργολάβος δεν υπέβαλε προσφορά, σύμφωνα με την Ελεγκτική Υπηρεσία, «δηλώνοντας ότι αδυνατούσε να εκτελέσει το έργο εντός τους χρονοδιαγράμματος που καθορίστηκε στα έγγραφα (30 ημέρες), ενώ ο δεύτερος εργολάβος υπέβαλε εναλλακτική λύση, η οποία ήταν ακριβότερη και κρίθηκε ως υποδεέστερη».

Ως κατάληξη, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι «η προσφορά ανατέθηκε στην εργοληπτική εταιρεία που είχε αρχικά υποδειχθεί και η όλη διαδικασία προσφορών ουσιαστικά δεν προσέφερε τίποτε άλλο, παρά μία πλασματική εικόνα δήθεν ανάπτυξης ανταγωνισμού». Επιπλέον, αναφέρει ότι ο ένας εκ των δύο εργολάβων έχει ιδιάζουσα σχέση με τον Γενικό Εκτελεστικό Διευθυντή του ΟΚΥπΥ που τον επέλεξε. «Ουσιώδης όρος του διαγωνισμού για επιβολή εξαιρετικά μεγάλου ύψους ποινική ρήτρα, σε περίπτωση καθυστέρησης στην υλοποίηση του έργου, που περιλαμβανόταν στους όρους του διαγωνισμού, αφαιρέθηκε μετά την υποβολή των προσφορών και πριν την υπογραφή της σύμβασης», υπογραμμίζει.

Τέλος, η Ελεγκτική Υπηρεσία αναφέρει ότι «η επιτευχθείσα τιμή φαίνεται να είναι υπερβολικά υψηλή και να μην μπορεί να δικαιολογηθεί, απλώς και μόνο από τα στενά χρονοδιαγράμματα υλοποίησης ή τις ιδιάζουσες συνθήκες λόγω της πανδημίας».

Πηγή: ΚΥΠΕ